Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

Η χήρα μάνα.

Μιὰ φορὰ κι ναν καιρ σ’ να χωρι ταν μι χήρα μάννα μ’ να μοναχογυιὸ κι ἦταν κα πολ φτωχιά. Γι ν μεγαλώσει τ παιδί της, ξενοδούλευε κιπειδ βαλε σ’ ατ λο τ μεράκι της, π’ τν καημό της τ’ ποφάσισε καὶ ν τ σπουδάσει. Πγε λοιπν κι πεσε στ γόνατα μπροστ στν Παναγία κι ἔλεγε:

- Ἐσ Παναγιά μου, πο δν εχες τὸν τρόπο ν μάθεις στν Υό σου γράμματα, ξίωσέ με μένα τὴν ἁμαρτωλὴ νὰ σπουδάσω τὸ μοναχογυιό μου.

Ἔτσι μὲ χίλιες στερήσεις καὶ προσευχὲς κατάφερε ἡ φτωχὴ χήρα νὰ σπουδάσει τὸ γυιό της καὶ τὸν ἔκανε γιατρό. Καὶ κάποια μέρα μ τ δίπλωμα στὴν τσάντα ξεκίνησεν γιατρς νὰ ἐπισκεφτε τ μάννα του, πο εχε πι γεράσει, γι ν τν εχαριστήσει κιόλας. Ἡ μάννα του τν ποδέχτηκε μ πολλ χαρ κα βαθι εγνωμοσύνη στὴν Παναγία, πο τν ξίωσε ν πραγματοποιήσει τ νειρο τς ζως της. Τὴν λλη μέρα, πο ταν Κυριακή, πηγαίνει κα ξυπνάει τ γυιό της κα το λέει:

- Σήκω, γυιέ μου, νὰ πμε ν εχαριστήσομε τν Παναγία γι τν προκοπή σου.
γιατρς μως τς επε τι δν θέλει ν πάει στν κκλησία, γιατ δν τ πιστεύει τ λόγια της κα τὰ θεωρεῖ ξεπερασμένα. μάννα φαρμακώθηκε, δν επε τίποτε, μόνο πγε μονάχη της κι κλαψε μπροστὰ στν εκόνα τς Μεγαλόχαρης μ’ εχαριστία λλ κα μ πόνο. ταν γύρισε στὸ σπίτι, γυιός της γιατρς τ ώτησε:

- μάννα, τί κατάλαβες πτὰ λόγια τς κκλησίας γράμματη γυνακα σύ;
χήρα δν πάντησε, μόνο πιασε να καλάθι πτν ποθήκη κα το λέει:
-
Γυιέ μου, τὸ πρω δν μκουσες νρθεις μαζί μου στν κκλησία. Συχωρεμένος νὰ εσαι. Τώρα μως θέλω ν μο κάνεις μιν λλη χάρη καὶ νὰ μὴ μο τν ρνηθες. Θέλω ν πάρεις τ καλάθι κα ν πς στ ποτάμι νὰ μοῦ φέρεις νερό.

- Μὰ μ τ καλάθι ν σο φέρω νερό, μάννα; Τόσο τχεις χαμένα; λέει κενος.
- Πήγαινε ἐ
σ γι τ χατήρι μου, το παντάει κείνη κι ,τι θέλει ς γίνει.
Παραξενεμένος ὁ
γιατρς πηγαίνει στ ποτάμι, βουτάει μέσα τ καλάθι, τ βγάζει κα γυρίζει στ σπίτι μ τ καλάθι δειο βέβαια.

- Νὰ μάννα τ καλάθι σου, πως μο τδωσες. Σο τν κανα τ χάρη. Βλέπεις σ ν χει νερ μέσα; λέει γιατρός.

- Εὐχαριστ, γυιέ μου, ποὺ μ’ κουσες. Βλέπεις μως σ τ καλάθι ν εναι πως σο τδωσα; παντάει μάννα.

- βέβαια, μόνο πο εναι βρεμμένο.

- Βλέπεις λοιπόν, γυιέ μου, τι δν εναι τ διο, πως σο τδωσα; Τ πῆρες στεγνό, κατάξερο κα μο τφερες μουσκεμένο. τσι κι ἐγ πηγαίνω ἡ ἀγράμματη στν κκλησιά, δν φέρνω τ σοφία της, λλ εμαι δροσισμένηπ’ τ χάρη της κα ατ μ συντηρε τόσα χρόνια κα κατάφερα μ τ χάρη Της νὰ σ σπουδάσω.

Τότε κατάλαβε ὁ γιατρὸς ὅτι ὁ Θεὸς “ἐμώρανε τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου... καὶ τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο...” κι ἔβαλε μετάνια στὴ μάννα του καὶ πῆγαν ὕστερα μαζὶ στὴν ἐκκλησιὰ κι εὐχαρίστησαν τὴν Παναγία.

«H  Ἐκκλησία φωτίζει κα τος σοφούς, δροσίζει μως κα τος γραμμάτους, ποὺ δν καταλαβαίνουν καλ τ λόγια της. Ατς μάλιστα δροσισμς τνγραμμάτων συχν συνετίζει κα τος σοφος το κόσμο...»

Από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Γανωτή ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΓΙΑ ΓΟΝΕΙΣ των εκδόσεων ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ

www.inagiounikolaoutouneou.gr/apps/gr/spag/3_1299006872.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου