Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Άνάσταση, ή Έλπίδα τῶν Έλλήνων

«….Ὁ ἑλληνορθόδοξος χριστιανικός λαός μας, παρά τίς ἀδυναμίες του, ἔχει τήν εὐλογία νά εἶναι λαός τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ κατ’ ἐξοχήν ἑορτή τῶν Ἑλλήνων εἶναι τό Πάσχα.. Γι’ αὐτό καί ὁ λαός μας ἔχει πάντα ἐλπίδα. Συμμαρτυρεῖ πρός τοῦτο τό πλῆθος τῶν ἁγίων Νεομαρτύρων τῆς Τουρκοκρατίας καί ὁ πιστός μάρτυς τῆς ἑλληνορθοδόξου Παραδόσεώς μας Μακρυγιάννης.
Ὅσοι μάχεσθε γιά τόν ἀθεϊσμό, μή προσπαθῆτε νά τόν ἐπιβάλετε στόν λαό μας. Σεβασθῆτε τήν παράδοσι καί τήν ἐλευθερία του. Πιστεύω ὅτι ἡ ἀθεΐα δέν ἐκφράζει οὔτε τόν ἰδικό σας βαθύτερο ἑαυτό, ἀφοῦ καί σεῖς εἶστε βαπτισμένοι καί προέρχεσθε ἀπό τά σπλάχνα τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ μας.
Ἀφῆστε τόν λαό μας νά εἶναι ἀναστάσιμος, ὀρθόδοξος, νά ἐλπίζῃ καί ἡ ζωή του νά εἶναι Ἑορτή. Μή σκοτώνετε τήν ἐλπίδα ἀπό τούς ἀνθρώπους.
Ἀδελφοί μου, «δεῦτε λάβωμεν Φῶς ἐκ τοῦ Ἀνεσπέρου Φωτός καί δοξάσωμεν Χριστόν τόν Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν»
Χριστός Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη!»
Μακαριστός Αρχ. Γεώργιος Καψάνης

Πηγή: 

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Το πάσχα του Γεωργακού

Γέροντας Δαμασκηνός Ζαχαράκης καθηγούμενος Ιεράς Μονής Αγάθωνος Φθιώτιδος

Απ’ όλες τις διηγήσεις των παλαιών γερόντων, που κατά καιρούς έχω ακούσει, την πιο όμορφη και την πιο συγκινητική θεωρώ πως την άκουσα από τον μπάρμπα-Θανάση Παπαντώνη, τον, για πολλά χρόνια, ψάλτη της εκκλησίας μας.

Την άκουσα το Μεγάλο Σαββατο του έτους 1970, μέσα στο σπιτοκάλυβό του, που βρισκόταν στον κάτω μαχαλά του χωριού μας.

Είχε τελειώσει, θυμάμαι, η θεία λειτουργία με την πρώτη Ανάσταση. Εγώ, φεύγοντας από την εκκλησία, ακολούθησα τον μπάρμπα-Θανάση στο σπίτι του. Με αγαπούσε ο γέροντας και η αγάπη του με τραβούσε κοντά του και, όπως μου ‘λεγε, με προετοίμαζε για διάδοχό του στο αναλόγιο.


Όταν φθάσαμε στο σπίτι, καθίσαμε κοντά στο αναμμένο τζάκι. Η θεια Θανάσαινα, αφού με καλωσόρισε, έσπευσε να γεμίσει τη χούφτα μου με ξερά σύκα, καρύδια και σταφίδες.

«Σήμερα παιδί μου», μου είπε, «έχουμε αυστηρή νηστεία, γι’ αυτό σου δίνω, να φας, ξηρούς καρπούς. Αύριο, που θα είναι Λαμπρή, έλα να σε κεράσω κόκκινο αυγό και γλυκιά καρυδόπαστα που έφτιαξα για τη γιορτή».

Την ώρα που η θεια Θανάσαινα μου έλεγε αυτά, είδα τον μπάρμπα-Θανάση να κουνάει δακρυσμένος το κεφάλι του και αυθόρμητα τον ερώτησα: «Τι συμβαίνει μπάρμπα, γιατί κλαις;»

«Αχ, Δημήτρη μου, (αυτό ήταν το κοσμικό μου όνομα) μου είπε, μέρα που είναι σήμερα, ο νους μου πήγε στους παλιότερους χωριανούς μας που έζησαν εδώ στον τόπο μας και που τώρα αναπαύονται κάτω στο κοιμητήριο του χωριού. Ήταν άλλοι άνθρωποι αυτοί, παιδί μου, δεν τούς φτάνουμε εμείς στην πίστη και στην αγιότητα. Αυτοί, χωρίς αμφιβολία, μιλούσαν με τον Θεό και τούς αγίους Του.

Θυμάμαι, σαν απόψε, Μεγάλο Σάββατο, κάτι θαυμαστό που συνέβη εδώ στον διπλανό συνοικισμό. Όταν χτύπησε η καμπάνα της εκκλησιάς, για την Ανάσταση, όλο το χωριό, κατά οικογένειες, ξεκίνησε για την εκκλησιά.

Μαζί τους ανέβαιναν και ο γερο-Γεωργακός, ο τσέλιγκας, με τη φαμελιά του. Μολις πέρασαν τη μεγάλη ανηφόρα, άκουσαν, μέσα στην ησυχία της νύχτας, πέρα στα μαντριά του Γεωργακού, μεγάλο θόρυβο.

Ο Γεωργακός έκαμε λίγο πιο πέρα και έβαλε αυτί για ν’ ακούσει καλύτερα τι συμβαίνει. Μαζί του στάθηκαν και άλλοι χωριανοί.

«Λύκοι μπήκαν στο μαντρί μου, είπε. Απόψε διάλεξαν να το κάνουν. Ξέρω εγώ, ο σατανάς τούς έστειλε για να με εμποδίσει να πάω στην Ανάσταση, αλλά, έννοια του, δεν θα του κάνω το χατίρι.»

Κοίταξε πέρα προς τα μαντριά και φώναξε δυνατά: «Απόψε προβατάκια μου σας δίνω του Θεού μου». Και στρέφοντας το πρόσωπό του στους συνοδοιπόρους του χωριανούς, τούς είπε: «Εγώ θα πάω στην εκκλησιά να ακούσω το «Χριστός Ανέστη», που τόσο πολύ το περιμένω και το λαχταρώ. Θέλω να λειτουργηθώ με τη φαμελιά μου και να κοινωνήσουμε τα Άχραντα Μυστήρια. Πενήντα μέρες ετοιμαζόμαστε για τη μεγάλη αυτή νύχτα, δεν τη χάνω με τίποτα.»

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Κάλαντα του Λαζάρου.


Καλώς σας ήβρε ο Λάζαρος και φίλος του Χριστού μας.
Καλώς σας ήβρε ο πάνδημος κι ο ευλογημένος χρόνος.
Που ανθίζει άπασα η γη και ευωδιάζει ο τόπος.
Που ανθίζει και το Πάσχα μας, η λαμπροφόρα ημέρα.
Σήμερον έρχεται ο Χριστός, ο επουράνιος Θεός.
Εν τη πόλει Βηθανία,
Μάρθα κλαίει και Μαρία
Λάζαρον τον αδερφό τους
Τον γλυκύ καρδιακό τους.
Τρεις ημέρες τον θρηνούσαν
Και τον εμοιρολογούσαν
Την ημέρα την τετάρτη
Κίνησε ο Χριστός για να' ρθει.
Τότε βγήκε η Μαρία
έξω από τη Βηθανία.
Πέφτει εμπρός γονατιστή
και τους Πόδας του φιλεί.
-Αν ήσουν εδώ Χριστέ μου,
Κύριέ μου και Θεέ μου
δεν θα πέθαινε ο αδερφός μας,
και ο φίλος ο δικός σας.
Τότε κι ο Χριστός δακρύζει
Και τον Άδη φοβερίζει:
-Άδη, Τάρταρε και Χάρε
Λάζαρε να μη σε πάρει:
Δεύρο έξω Λάζαρε μου,
φίλε και αγαπητέ μου
Λάζαρος απενεκρώθη,
Ανεστήθη και σηκώθη.
Λάζαρος σαβανωμένος
Και με το κερί ζωσμένος.
Τότε Μάρθα και Μαρία,
τότε όλη η Βηθανία:
"Δόξα το Θεό" φωνάζουν
και το Λάζαρο αγκαλιάζουν.
- Πες μας Λάζαρε τι είδες
κει στον Άδη όπου πήγες;
-Είδα φόβους, είδα τρόμους
είδα βάσανα και πόνους.
Δώστε μου λίγο νεράκι
Να ξεπλύνω το φαρμάκι
Της καρδίας, των χειλέων
Και μη με ρωτάτε πλέον.

Και αμέσως μετά:

Χριστέ μας παντοδύναμε
και ποιητά του κόσμου.
Το πρώτο θάμα που κανες,
ήταν στη Γαλιλαία,
Που κανες το νερό κρασί,
τα θάματα ελαία.
Δεύτερο θάμα που κανες,
ήταν στη Βηθανία
που ανέστησες το Λάζαρο
που χε μεγάλη χρεία.
Ο Λάζαρος απέθανε,
εδώ και τόσα χρόνια,
και σήμερα αναστήθηκε
και περπατάει στα σπίτια.
Αλλού του δίνουν τέσσερα,
αλλού του δίνουν πέντε,
σε τούτο τ' αρχοντόσπιτο,
του δίνουν δεκαπέντε.
Δώς μας κυρά πεντεξι αυγά,
να σ' πούμε και του χρόνου,
του χρόνου και τ' αντίχρονου
καλά για να σας βρούμε.

Αν υπήρχε μωρό στο σπίτι, λέγανε ευθύς αμέσως:

Ένα μικρό, μικρούτσικο, μικρό και χαϊδεμένο.
Μικρό που το χει η μάνα του, χαϊδιάρικο ο πατέρας.
Το έλουζαν, το χτένιζαν και στο σκολειό το στέλναν.
Οι δάσκαλοι το καρτερούν με μια χρυσή βεργούλα.
Δασκάλισσες το καρτερούν με δυο κλωνάρια μόσχο.
Μόσχο που ’ναι τα γράμματα μόσχο και το βιβλίο.