Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

Το νόημα της Μεγάλης Σαρακοστής.....του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν


Πώς θα μπορούσε η Μεγάλη Σαρακοστή να έχει όχι μια απλή επιφανειακή, αλλά μια αληθινή επίδραση στην ύπαρξή μας; Πώς είναι δυνατόν να εφαρμόσουμε στη ζωή μας τη διδασκαλία της Εκκλησίας σχετικά με τη Μεγάλη Σαρακοστή όπως μας μεταδίδεται κυρίως μέσα από τη λατρεία αυτής της περιόδου;
Τούτη η ζωή είναι πολύ διαφορετική από τη ζωή των ανθρώπων εκείνων που ζούσαν τον καιρό που γράφονταν αυτοί οι ύμνοι και οι Ακολουθίες και συντάσσονταν οι κανόνες και τα τυπικά. Ζούσε τότε κανείς σε μια σχετικά μικρή και βασικά αγροτική κοινωνία, μέσα σ' ένα οργανωμένο ορθόδοξο κόσμο και η Εκκλησία διαμόρφωνε το γενικό ρυθμό της ζωής του. Τώρα όμως ζούμε σε τεράστια αστικά κέντρα, σε τεχνοκρατούμενες κοινωνίες, πληθωρικές στα θρησκευτικά «πιστεύω» τους με εκκοσμικευμένες απόψεις για τον κόσμο, και μέσα σ' αυτές εμείς οι ορθόδοξοι αποτελούμε μια ασήμαντη μειονότητα. Η Μεγάλη Σαρακοστή δεν είναι πια «αισθητή», όπως ήταν παλιά στην Ελλάδα ή στην Ρωσία, ας πούμε. Η ερώτησή μας λοιπόν είναι πολύ ουσιαστική: πώς μπορούμε εμείς -πέρα από το να κάνουμε μια ή δυο «συμβατικές» αλλαγές στην καθημερινή ζωή μας - να τηρήσουμε τή Σαρακοστή;
Είναι φανερό, λόγου χάρη, ότι για τους πιο πολλούς από τους πιστούς το να παρακολουθούν καθημερινά τις Ακολουθίες αυτής της περιόδου είναι πέρα από κάθε συζήτηση. Εξακολουθούν, φυσικά να εκκλησιάζονται την Κυριακή, αλλά, όπως έχουμε πει, τις Κυριακές της Σαρακοστής η Θεία Λειτουργία, τουλάχιστον εξωτερικά, δεν αντανακλά κάτι από τη Μεγάλη Σαρακοστή και έτσι δεν μπορεί κανείς να έχει ούτε καν την αίσθηση του λατρευτικού τυπικού της Σαρακοστής, δεδομένου μάλιστα ότι η λατρεία είναι το μόνο μέσο που μας μεταφέρει στο πνεύμα της Σαρακοστής.
Και εφ' όσον η Σαρακοστή με κανένα τρόπο δεν χρωματίζει τον πολιτισμό στον οποίο ανήκουμε, δεν είναι ν' απορεί κανείς που αρνητικά καταλαβαίνουμε τη Σαρακοστή, δηλαδή, σαν μια περίοδο στην οποία απαγορεύονται μερικά πράγματα, όπως το κρέας, τα λίπη, οι χοροί και οι διασκεδάσεις. Η συνηθισμένη ερώτηση: «τι προσπαθείς να στερηθείς τούτη τη Σαρακοστή;» συνοψίζει τέλεια την αρνητική προσέγγιση της Σαρακοστής. Σαν θετική προσέγγιση, θεωρείται η αντίληψη ότι η Σαρακοστή είναι ο καιρός για την πραγματοποίηση της ετήσιας «υποχρέωσης» της Εξομολόγησης και της θείας Κοινωνίας («... και όχι αργότερα από την Κυριακή των Βαΐων...» έγραφε ένα φυλλαδιάκι μιας ενορίας). Και αφού εκπληρωθεί αυτή η υποχρέωση τότε το υπόλοιπο της Σαρακοστής φαίνεται να χάνει όλα τα θετικά νοήματα.
Έτσι είναι φανερό ότι έχει αναπτυχθεί μια, μάλλον βαθιά, διαφωνία ανάμεσα στο πνεύμα ή τη «θεωρία» της Σαρακοστής, που προσπαθούμε να σκιαγραφήσουμε με βάση τη λατρεία, και στην κοινή και συνηθισμένη αντίληψη που επικρατεί και υποστηρίζεται όχι μόνο από τους λαϊκούς αλλά ακόμα και από τους ίδιους τους κληρικούς. Γιατί είναι πάντοτε πολύ πιο εύκολο να περιορίσεις κάτι πνευματικό μέσα σε κάτι τυπικό παρά ν' αναζητήσεις το πνευματικό μέσα στο τυπικό.
Μπορούμε να πούμε, χωρίς καμιά υπερβολή, ότι αν και η Μεγάλη Σαρακοστή "τηρείται" ακόμα, όμως έχει χάσει την επίδρασή της στη ζωή μας, σταμάτησε να είναι το λουτρό της μετανοίας και της ανανέωσης που είχε σαν σκοπό της, σύμφωνα με τη λειτουργική καί πνευματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Αλλά τότε, μπορούμε άραγε να ξαναβρούμε και να ξανακάνουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή μια πνευματική δύναμη για την καθημερινή πραγματικότητα της ύπαρξής μας;
Η απάντηση σ' αυτή την ερώτηση εξαρτάται πρώτα πρώτα - θα έλεγα και μοναδικά - από το αν επιθυμούμε να πάρουμε στα σοβαρά τη Μεγάλη Σαρακοστή ή όχι. Όσο και αν είναι νέες ή διαφορετικές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούμε σήμερα, όσο και αν είναι πραγματικές οι δυσκολίες και τα εμπόδια που υψώνονται από το σύγχρονο κόσμο μας, τίποτε απ' αυτό δεν αποτελεί αμετάκλητο εμπόδιο, τίποτε δεν κάνει τη Μεγάλη Σαρακοστή «αδύνατη».

Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Η Κυριακή της Ορθοδοξίας


Με την ονομασία Κυριακή της Ορθοδοξίας φέρεται από τους χρόνους της εικονομαχίας στο Βυζαντινή Αυτοκρατορία η πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και που πρωτοκαθιερώθηκε από τα μέσα του 9ου αιώνα.
Η Κυριακή της Ορθοδοξίας αποτελεί ιδιαίτερη χριστιανική θριαμβική εορτή, σε ανάμνηση της οριστικής αναστήλωσης των ιερών και σεπτών εικόνων στη Βασιλεύουσα από την Αυτοκράτειρα Θεοδώρα (το 842) όπου και έπαψε από το γεγονός αυτό ο μακροχρόνιος σάλος που είχε δημιουργηθεί εκ του ζητήματος των εικόνων. Στη Κωνσταντινούπολη, η αναστήλωση των εικόνων, εορτάσθηκε το έτος εκείνο με λαμπρό πανηγυρισμό και λιτανεία με μεγάλη πομπή όπου και αναθεματίστηκαν οι εικονομάχοι, συλλήβδην οι αιρετικοί και όλοι οι αναθεματηστέντες από τις Οικουμενικές Συνόδους. Στο τέλος μνημονεύθηκαν και όλοι οι "αθλητές" της ευσέβειας και της ορθόδοξης πίστης.
Έτσι σε ανάμνηση εκείνου του θριάμβου της Ορθοδοξίας κάθε χρόνο επαναλαμβάνονταν στη Κωνσταντινούπολη και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η τελετή αυτή κατά τον ακόλουθο τρόπο: Ο κλήρος (ενδημούντες και παρεπιδημούντες) μαζί με τους μοναχούς που πρωτοστάτησαν στους αγώνες υπέρ των εικόνων τελούσαν "πανήχιον υμνολογίαν" στον Ιερό Ναό της Θεοτόκου των Βλαχερνών στο τέλος της οποίας ακολουθούσε λαμπρή λιτανεία στη Μεγάλη Εκκλησία όπου παρίστατο ο Αυτοκράτορας.
Σήμερα σε ανάμνηση της αναστήλωσης των εικόνων, εορτάζεται σε όλες τους χριστιανικούς ναούς η "Κυριακή της Ορθοδοξίας" όπου κατά τη λειτουργία αναγιγνώσκεται με ιδιαίτερη έμφαση περικοπή εκ της προς Εβραίους επιστολής (ια':24-26, και 32-40) όπου εκτίθενται οι αγώνες των αγίων ανδρών της Παλαιάς Διαθήκης υπέρ της πίστεως, καθώς επίσης και περικοπή από το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο (α' 40 κ. έ.) όπου ιστορείται η κλήση του Φιλίππου και Ναθαναήλ που ομολογησαν τον Ιησού Χριστό ως υιόν του Θεού "Ραββί, σύ εί ο υιός του Θεού, σύ εί ο Βασιλεύς του Ισραήλ".
Ιδιαίτερα στην Ελλάδα από Βασιλείας του Γεωργίου του Α' καθιερώθηκε την Κυριακή της Ορθοδοξίας να προσέρχεται ο Βασιλεύς στη Μητρόπολη Αθηνών όπου και να απαγγέλλει παρά το Δεσποτικό το “Σύμβολο της Πίστεως”. Το αυτοκρατορικό αυτό έθιμο, έφθασε μέχρι των ημερών μας επί Βασιλέως Κωνσταντίνου Β' όπου μετά την μεταπολίτευση συνεχίζεται από τον εκάστοτε Πρόεδρο της Δημοκρατίας.