Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2019

"Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού"

Διαβάστε το βιβλίο: "Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού"



Το βιβλίο αυτό μιλάει για τις περιπέτειες που πέρασε ένας ορθόδοξος προσκυνητής που ταξιδεύει από πόλη σε πόλη προσπαθώντας να μάθει και να κατανοήσει το ρητό που είπε ο Απόστολος Παύλος, "αδιαλείπτως προσεύχεσθε". 
Ο προσκυνητής με την βοήθεια ενός μοναχού και με το βιβλίο Φιλοκαλία των Νηπτικών Πατέρων, κατορθώνει να μάθει να εμβαθύνει και να εφαρμόζει την αδιάλειπτη προσευχή, που λέγεται και νοερά προσευχή ή προσευχή της καρδιάς και συνοψίζεται στις λέξεις,
"Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με"

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2019

Ρωτᾶς, γιατί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ζωγραφίζεται μέ φτερά;



Γεννήθηκες, λές στό Βανάτι, καί ἡ σλάβα σου εἶναι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής. Θεωρεῖς ὡς ζωή τῆς ζωῆς σου τήν πίστη στόν Χριστό. Ὅταν κοιμήθηκε ὁ πατέρας σου, ἐσύ ἐπιχείρησες νά γιορτάζεις ἀκόμα πιό ἑορταστικά τή σλάβα τοῦ οἴκου σου ἀπ᾿ ὅ,τι γινόταν νωρίτερα στό σπίτι σας. Ὅμως, ἡ ὑπηρεσία σ᾿ ἔφερε στήν περιοχή μας. Καί ἐπειδή ἔπρεπε νά ἀφήσεις τήν εἰκόνα τῆς σλάβας σου σπίτι, στή γριά μητέρα καί τίς ἀδελφές, ἐσύ παρήγγειλες καινούργια εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη στούς μάστορές μας στό Ντέμπαρ. Ἀλλά πρός μεγάλη σου ἔκπληξη αὐτοί οἱ ἁγιογράφοι ζωγράφισαν τόν Ἅγιο Ἰωάννη μέ φτερά. Ὅταν ἔκανες παρατήρηση στούς ἁγιογράφους, ἐκεῖνοι σοῦ ἐξήγησαν, ὅτι ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστῆς ἔτσι ἔχει ἁγιογραφηθεῖ στίς εἰκόνες παντοῦ στίς ἐκκλησίες τοῦ τόπου ἐδῶ. Ἐσύ τότε ἐπισκέφθηκες τούς τοπικούς ναούς, εἶδες, πείστηκες, καί παραξενεύθηκες. Καί ρωτᾶς, γιατί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ζωγραφίζεται μέ φτερά;
Μόνο οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ζωγραφίζονται μέ φτερά. Ζωγραφίζονται ἔτσι ἐπειδή εἶναι ἀσώματα πνεύματα, εὔκολα κινούμενοι στίς διακονίες, στίς ὁποῖες τούς στέλνει ὁ Δημιουργός. Ἄκουσε τώρα τή μαρτυρία τοῦ Χριστοῦ γιά τόν Ἰωάννη τόν Βαπτιστή: «Ἰδού ἐγώ ἐξαποστέλλω τόν ἄγγελόν μου, καί ἐπιβλέψεται ὁδόν πρό προσώπου μου» ( Μαλ. γ΄: 1). Ποιός τό ἔγραψε; Ὁ Προφήτης τοῦ Θεοῦ, ἐμπνευσμένος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, λοιπόν, ὀνομάστηκε ἄγγελος καί ἀπό τούς προφῆτες τοῦ Μεσσία καί ἀπό τόν ἴδιο τόν Μεσσία. Καί ὄντως ἡ διακονία τοῦ Ἰωάννη ἦταν παρόμοια μέ τή διακονία τῶν οὐράνιων ἀγγέλων. Ὅταν ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου γεννήθηκε στή Βηθλεέμ, οἱ ἄγγελοι γνωστοποίησαν τή Γέννησή Του στούς ποιμένες, καί τούς προσκάλεσαν, νά χαίρονται καί νά δοξάζουν τόν Θεό. Πέρασαν ἀπό τότε τριάντα χρόνια. Καί ὁ Σωτήρας ἐμφανίσθηκε στόν Ἰορδάνη γιά νά ξεκινήσει τό σωτήριο ἔργο Του. Τότε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Τόν γνωστοποίησε καί Τόν ἔδειξε στόν λαό καλῶντας τούς ἀνθρώπους στή μετάνοια καί τόν καθαρισμό, ὥστε νά ἀξιωθοῦν νά δεχθοῦν Ἐκεῖνον, τόν Μεσσία καί Σωτήρα.
Γι᾿ αὐτό οἱ χριστιανοί καλλιτέχνες ἀπό τούς ἀρχαίους καιρούς συχνά ζωγράφιζαν τόν Πρόδρομο τοῦ Χριστοῦ ὡς ἄγγελο, μέ φτερά. Διότι ὀνομάστηκε ἄγγελος στήν Ἁγία Γραφή, καί εἶχε ἀγγελική διακονία στήν ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης σωτηρίας. Ἄς σκεπάσει κι ἐσένα μέ τά φτερά ἀπό κάθε κακό ὁ φτερωτός Ἅγιος Ἰωάννης σου. Ἀμήν.
Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς

'Τις παρά φύσιν παρεκτροπές των Σοδομιτών και Γομορριτών ο Θεός τις τιμώρησε με ένα «παρά φύσιν» τρόπο


''Τις παρά φύσιν παρεκτροπές των Σοδομιτών και Γομορριτών ο Θεός τις τιμώρησε με ένα «παρά φύσιν» τρόπο. Με βροχή δηλαδή όχι από νερό, αλλά από φωτιά και θειάφι! Η φιληδονία και η φιλοσαρκία ψυχραίνει και εξαφανίζει την αγάπη στο Θεό.
Παλαιότερα οι άνθρωποι αισθάνονταν ντροπή όταν έπεφταν σε σαρκικά αμαρτήματα. Σήμερα δυστυχώς τα αμαρτήματα αυτά γίνονται αδιάντροπα. Και με τον κατήφορο που πήραμε, θα έλθει καιρός, που όχι μόνο δεν θα θεωρούνται πια αμαρτήματα, αλλά και θα επαινούνται! Ουαί και αλίμονο, όταν θα φτάσει η κοινωνία μας σ` εκείνο το σημείο...''
~ Γέρων Γερμανός Σταυροβουνιώτης

Δεν μας ωφελούν τα ... χειροκροτήματα, αι εορταί, οι έπαινοι.


Λέγεται ότι κάποτε ο Βασιλεύς ενός Κράτους κυρίεψε χώρες και πόλεις πλούσιες. Υπέταξε λαούς, εκέρδισε λάφυρα κ.λ.π.
Μια ημέρα λοιπόν ηθέλησε να επιθεωρήση μερικούς στρατηγούς που είχε συλλάβει αιχμαλώτους.
Εκείνοι σαν τον είδαν , μ' όλη την μεγαλοπρέπεια και τον θρίαμβο του, δια να καλλιτερεύσουν ίσως την θέσιν των, ήρχισαν δι' επαίνων και κολακειών να του ομιλούν. Μερικοί μάλιστα γονάτισαν και τον προσκυνούσαν.
Αλλ' ο νικητής βασιλεύς δεν έδωσε καμμία σημασία. Το διαπεραστικό και αυστηρό του βλέμμα εστράφη εις τα ξίφη που έφερον ακόμη οι αιχμάλωτοι εις το πλευρό των.
Δεν ήσαν νικημένοι ; Αι! λοιπόν με ποιο δικαίωμα φέρουν ακόμη το ξίφος των που συμβολίζει την εξουσίαν ;
Δι' αυτό σε αυστηρόν ύφος τους λέει ο βασιλεύς.
"Κύριοι, θέλω τα ξίφη σας και όχι τους επαίνους σας. Δώστε μου τα ξίφη σας."

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

Διήγηση του γέρο-Βησσαριώνος Διονυσιάτη


Μία ημέρα λοιπόν δύο χωριάτες ήλθαν στα παζάρια και ο ένας αγόρασε την φοράδα του άλλου. Εκείνος που την αγόρασε, επήγε εις την εκκλησία και επροσκύνησε. Άφησε δε εμπρός εις την εικόνα του Τιμίου Προδρόμου και μερικά χρήματα και μου είπε να ανάψω ένα κερί.
 Εγώ άναψα το κερί, είδα τα χρήματα, ήσαν αρκετά, δεν τα πήρα χρήματα, τ’ άφησα εμπρός στην εικόνα. Κατά το βράδυ, επήγα νανάψω τα καντήλια και βλέπω να λείπουν τα χρήματα. Μα δεν ξέρεις πόση στενοχώρια μου ήλθε. Ο πειρασμός με εσκλήρυνε και εμένα και, όπως κουβεντιάζουμεν μαζί, επήγα εμπρός στην εικόνα του Αγίου και του λέγω:
– Άγιε Πρόδρομε, δεν είσαι εδώ; Γιατί αφήνεις και σου παίρνουν τα χρήματα εμπρός από την Εικόνα σου; Ααα, δεν σου ανάβω το καντήλι.
Έτσι, γέρο-Λάζαρε, άναψα μόνο της Παναγίας το καντήλι και έφυγα. Ναι, αλλά μέσα μου όμως η καρδιά μου κτυπούσε λιγάκι. Επήγα στον μύλο, ανέβηκα επάνω στο σπίτι, έφαγα λίγο ψωμί, αλλά συγχυσμένος. Θυμόμουνα ότι το καντήλι του Αγίου το είχα σβηστό, αλλά ο κοτσονούρης [ο διάβολος] δεν με άφηνε, πολύ με εσκλήρυνε. Έλεγα μέσα μου:
– Άϊ να δούμε τι θα γίνη. Δεν το ανάβω το καντήλι απόψε.
Εκοιμήθηκα λοιπόν, αδελφέ μου, με την σύγχυσιν όπου είχα, όμως επέμενα στην γνώμη μου. Έτυχε να είναι πανσέληνος, το φεγγάρι σαν ήλιος και από το παράθυρο του κελλιού μου έμπαινε μέσα το φως.
Καθώς λοιπόν εκοιμόμουν μόνος μου -διότι άλλον συνοδεία τότε δεν είχα [βρισκόταν στο μετόχι της Μονής Διονυσίου στα Μαριανά Χαλκιδικής]- κατά τα μεσάνυκτα αισθάνομαι μία σκουντιά. Ξυπνώ και βλέπω έναν γίγαντα μπροστά μου, με τα μαλλιά ξέπλεκα. Από τον φόβο μου άρχισα να τρέμω και μόλις εμπόρεσα να του ειπώ:
– Πώς ήλθες εδώ;
Εις απάντησιν μου λέει με ύφος σοβαρόν:
– Το πώς ήλθα μη ερωτάς, αλλά ειπές μου, γιατί δεν ανάβεις το καντήλι;
Και αμέσως με πολύν φόβον, με τρέμουσαν φωνήν, με δάκρυα στους οφθαλμούς λέγω:
-Να με σχωρέσης, Άγιε, έσφαλλα.
Τότε του έβαλα τρεις μετάνοιες κλαίγοντας εις τα πόδια του και τον παρακαλούσα να με συγχωρέση.
Ενώ ο γέρο-Βησσαρίων μου εδιηγούνταν αυτά, άρχισε από την κατάνυξιν να κλαίη ενώπιόν μου. Αφού παρήλθεν η κατάνυξις, εξηκολούθησε.

Τότε ακούω, αδελφέ, τον Τίμιον Πρόδρομον με γλυκείαν και ήμερον φωνήν και μου λέει:
– Παιδί μου, Βησσαρίων, λέγεις ότι δεν είμαι εδώ; Και αν εγώ δεν είμαι εδώ, τότε ποιος σε φυλάγει εδώ τόσα χρόνια, σ’ αυτήν την ερημιά από τους ληστές και τα άλλα κακοποιά στοιχεία; (Και πάλιν άρχισε να κλαίη ο π. Βησσαρίων εκ συγκινήσεως και ευλαβείας του προς τον Τίμιον Πρόδρομον).
– Άγιε μου, του λέγω, σε παρακαλώ να με συγχωρέσης, δεν το ξανακάνω.
– Πήγαινε ν’ ανάψης το καντήλι στην Εικόνα μου, και να το κηρύττης και εις τους άλλους ότι κάνουν θαύματα οι εικόνες, διότι πολλοί εδώ άρχισαν να λέγουν ότι δεν θαυματουργούν οι εικόνες.
Αυτά μου είπεν ο Άγιος και έγινε άφαντος. Εγώ εκείνη την ώρα επήγα στην εκκλησία και, ω του θαύματος! βλέπω όλα τα χρήματα στον ίδιο τόπο, όπως ήσαν, μπροστά στην εικόνα του Αγίου! Ποιος να ξέρει τι λαχτάρα να ετράβηξε εκείνος ο κλέφτης και τα έφερε αυτήν την ίδια νύκτα τα χρήματα στην εικόνα.
Τέλος τον ρώτησα:
– Τι ενδύματα φορούσε ο Τίμιος Πρόδρομος;
– Να, όπως τον βλέπεις στην Εικόνα με την προβειά. Αλλά τέτοιον υψηλόν άνθρωπο δεν είδα άλλον στη ζωή μου. Μα τι να σου ειπώ! Άνδρας πελώριος, γίγαντας.
– Σε πιστεύω, του λέγω, διότι και ο Χριστός μας λέγει στο Ευαγγέλιο ότι «ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου του Βαπτιστού», αγκαλά [αν και] πρωτίστως υπονοείται δια το πλήθος των αρετών του και την μεγάλη του αγιωσύνην. Όμως ισχύει αυτό και διά τη σωματικήν του διάπλασιν, διότι τα λόγια του Κυρίου και τα δύο περιλαμβάνουν.
Από το βιβλίο του Μοναχού Λάζαρου Διονυσιάτου, “Διονυσιάτικαι Διηγήσεις”.