Showing posts with label ‎ παιδί. Show all posts
Showing posts with label ‎ παιδί. Show all posts

Thursday, October 17, 2019

Μανούλα


Λες πως δεν ζω, μα κοίτα, τέσσερα αριθμώ μέλη.
Στο κόσμο που αρνείσαι να με φέρεις, ο Θεός με θέλει.
Δεν αναπνέω μόνο μου ακόμα, αλλά αναπνέω μέσα από εσένα
Δυο υπάρξεις, δυο καρδιές σε σώμα που λέγεται ένα.
Αποφασίζεις πως είναι για καλό μου, μα δεν ρώτησες μανούλα για το δίκιο το δικό μου;
Σε ακούω, σε νιώθω, μυρίζω τα αισθήματα σου κάθε σκέψη και κραυγή καθώς δακρύζουν τα όμματα σου.
Ποιος άνθρωπος μαμά αποφασίζει για εμένα;
Ποια μοίρα, ποιος θνητός πέρα από εσένα;
Πόσο μια ψυχή μπορεί να αντέξει στο κρύο;
Σε μια στιγμή το ιατρείο γίνεται σφαγείο.
Θεέ μου ας ήμουνα σπουργίτι και να μπορούσα να πετάξω
στου ουρανού την αγκαλιά για λίγο να λουφάξω.
Ακούω τον γιατρό να μπαίνει και η ψύχη σου μένει μόνη ο Θεός εκπληρώνει την ευχή μου και απ’ τον πόνο με λυτρώνει.
Πετάω ψηλά σε Εκείνον και χαράζω νέο δρόμο αν και θα ήθελα το βράδυ να κοιμάμαι στον δικό σου ώμο.
Καθώς ανεβαίνω μαμά βλέπω πολλά σπουργίτια στον αέρα ξεκινούν από κάθε γωνιά της Γης και κάθε απώλεια σκοτεινιάζει λίγο την ημέρα.
Μαμά πες στις άλλες μανούλες τα σπουργίτια να μην φήσουν γιατί κάποια στιγμή απ’ τις απώλειες ο ήλιος και τα άστρα μας θα σβήσουν …
Τίτλος: Τα αγέννητα σπουργίτια
Μαρία Τσάλλα

Saturday, March 2, 2019

Τα παιδιά δεν θέλουν καταπίεση


Να βλέπομε τον Θεό στο πρόσωπο των παιδιών και να δώσομε την αγάπη του Θεού στα παιδιά. Να μάθουν και τα παιδιά να προσεύχονται. Για να προσεύχονται τα παιδιά, πρέπει να έχουν αίμα προσευχομένων γονέων. Εδώ πέφτουν έξω μερικοί και λένε: «Εφόσον οι γονείς προσεύχονται, είναι ευσεβείς, μελετούν την Αγία Γραφή και τα παιδιά τα ανάθρεψαν “έν παιδεία και νουθεσία Κυρίου” (Εφ. 6,4). επόμενο είναι να γίνουν καλά παιδιά». Ορίστε. όμως, που βλέπομε αντίθετα αποτελέσματα λόγω της καταπιέσεως. Δεν είναι αρκετό να είναι οι γονείς ευσεβείς. Πρέπει να μην καταπιέζουν τα παιδιά, για να τα κάνουν καλά με τη βία. Είναι δυνατό να διώξομε τα παιδιά απ’ τον Χριστό, όταν ακολουθούμε τα της θρησκείας με εγωισμό. Τα παιδιά δεν θέλουν καταπίεση. Μην τα εξαναγκάζετε να σας ακολουθήσουν στην εκκλησία. Μπορείτε να πείτε: «Όποιος θέλει, μπορεί να έλθει τώρα μαζί μου ή αργότερα». Αφήστε να μιλήσει στις ψυχές τους ο Θεός. Η αιτία που μερικών ευσεβών γονέων τα παιδιά, όταν μεγαλώσουν, γίνονται ατίθασα κι αφήνουν και την Εκκλησία κι όλα και τρέχουν αλλού να ικανοποιηθούν είναι αυτή η καταπίεση που τους ασκούν οι «καλοί» γονείς. Οι τάχα «ευσεβείς» γονείς, που είχαν τη φροντίδα να κάνουν τα παιδιά τους «καλούς χριστιανούς», μ’ αυτή την αγάπη τους, την ανθρώπινη, τα καταπίεσαν κι έγινε το αντίθετο. Πιέζονται, δηλαδή, όταν είναι μικρά τα παιδιά κι όταν γίνουν δεκαέξι χρονών δεκαεφτά ή δεκαοχτώ, φθάνουν στο αντίθετο αποτέλεσμα. Αρχίζουν από αντίδραση να πηγαίνουν με παλιοπαρέες και να λένε παλιόλογα.

Tuesday, February 12, 2019

Πες μια καλή κουβέντα στο παιδί σου.


Αναρωτιέσαι γιατί βγαίνει συνέχεια έξω.
Ξέρεις γιατί;
Γιατί έξω τον βλέπουν οι φίλοι του και του λένε: «Γεια σου, ρε μεγάλε». Γι’ αυτό.
Ενώ εσύ δεν του λες: «Γεια σου, μεγάλε». Εσύ του λες: «Είσαι άχρηστος.
Θα μείνεις στουρνάρι.
Πίσω θα πας στη ζωή.
Ανεπρόκοπος.
Μια ζωή πληρώνουμε για σένα και τίποτε δεν κάνεις.
Τσάμπα τα φροντιστήρια
Μας αρρώστησες.
Μας καταξόδεψες».
Άκου λόγια! Δες ενθάρρυνση. Κάνουμε το παιδί σκουπίδι και μετά λέμε: «Γιατί δεν μ’ αγαπάει το παιδί; Γιατί το παιδί με βλέπει και τρέχει μακριά μου; Και τρέχει σε πλατείες κι άλλα στέκια, και πάει με τους φίλους του, και πάει σε ξένα σπίτια;»

Friday, August 22, 2014

Ήμουν κάποτε κι εγώ παιδί


Κάπως έτσι αρχίζει το παραμύθι μας
κάπως έτσι αρχίζει η ιστορία αυτή
κι έτσι συνεχίζει το ταξίδι μας 

σ' ένα χρόνο ψεύτη που λέγεται ζωή

μη μιλάς μη λες τίποτα
ψέμα θα 'ναι ότι κι αν πεις
μη μιλάς όλα ανύποπτα 

αλλάζουνε πριν καν το σκεφτείς

Θυμάμαι ήμουν κάποτε κι εγώ παιδί
θύμωνα γιατί μου λέγαν πάντα μη
θυμάμαι όσα έζησα σε μια στιγμή
σαν μια ανάμνηση καλή
Θυμάμαι ήσουν πάντα δίπλα μου Εσύ
Παναγιά μου βράδυ πρωί
θυμάμαι όλα όσα σου είχα υποσχεθεί
σαν τη γλυκιά τη προσευχή

Κάπου εδώ τελειώνει και τ' όνειρο αυτό
κάπου εδώ τελειώνει έμεινε μισό
κι έτσι μεγαλώνει της θλίψης το κενό
μέσα της όμως βρήκα τον άλλο μου εαυτό

Friday, June 17, 2011

Ήταν κάποτε ένα παιδί με πολύ κακούς τρόπους. Ο πατέρας του του έδωσε ένα σακούλι με καρφιά και του είπε ότι κάθε φορά που θα φέρεται άσχημα θα πρέπει να καρφώνει ένα καρφί στο φράχτη. Την πρώτη μέρα το παιδί κάρφωσε έξη καρφιά. Όμως, καθώς... περνούσαν οι εβδομάδες, όλο και κατάφερνε να χαλιναγωγεί τη συμπεριφορά του, και τα καρφιά ολοένα λιγόστευαν. Είχε καταλάβει ότι του ήταν προτιμότερο να ελέγχει τις τάσεις του παρά να τρέχει να καρφώνει καρφιά στο φράχτη. Και τελικά έφτασε η μέρα που το παιδί δεν έχασε καθόλου την ηρεμία του. Το είπε λοιπόν στον πατέρα του, και τότε εκείνος του είπε ότι τώρα θα έπρεπε να ξεκαρφώνει ένα καρφί για κάθε μέρα που δεν θα ξεσπούσε σε οργή. Οι μέρες πέρασαν και ο νεαρός τελικά είπε στον πατέρα του ότι είχε βγάλει όλες τις πρόκες. Τότε ο πατέρας πήρε το γιό του απ’ το χέρι και τον πήγε κοντά στο φράχτη, κι εκεί του είπε, «πολύ καλά τα κατάφερες γιέ μου, για δες όμως τις τρύπες στο φράχτη. Ποτέ πια ο φράχτης μας δεν θα είναι όπως πρίν. Οταν είσαι θυμωμένος και λές λόγια, αυτά αφήνουν πληγές σαν και τούτες. Μπορείς να μαχαιρώσεις κάποιον, και μετά να τραβήξεις το μαχαίρι, αλλά, όσες φορές κι αν θα ζητήσεις συγγνώμη, η πληγή θα μείνει εκεί. Κι ένα τραύμα με λόγια είναι τόσο κακό όσο κι ένα τραύμα στο σώμα.»

Tuesday, June 14, 2011

10 υπέροχα πράγματα για να πείτε στο παιδί σας !

1. «Ήσουν πάντα ένα συν στη ζωή μου».Εξηγήστε στο παιδί σας πόσο σημαντική είναι η παρουσία του για σας καθημερινά. Είναι ό.τι πια υπέροχο μπορεί ν’ ακούσει. Το να ξέρει ένα παιδί πως είναι ό,τι καλύτερο συνέβη στη ζωή σας, βάζει τα θεμέλιαγια να μεγαλώσει με όμορφα συναισθήματα για τον εαυτό του.


2. «Είναι καλό να μιλάς»Όταν ένα παιδί παραπονιέται για κάτι, συνήθως δεν λέει …παραμύθια, αλλά ζητά να μάθει με ποιον τρόπο να χειριστεί μια δυσάρεστη κατάσταση. Αντί, λοιπόν, να του Πείτε «σταμάτα να λες παραμύθια», δοκιμάστε το «έλα να δούμε μαζί τι θα κάνουμε». Αυτό θα δείξει στο παιδί τις στρατηγικές με τις οποίες θα μπορεί στο μέλλον να αντιμετωπίσει αντίστοιχα προβλήματα, αλλά και Θα του δώσει να καταλάβει ότι ενδιαφερόσαστε για το τι του συμβαίνει.

3. «Είμαι πολύ περήφανος/η για εσένα. Τα κατάφερες πολύ καλά»Το να γνωρίζει ένα παιδί πόσο υπερήφανοι είναι οι γονείς του για κάτι που έκανε - απλό η περισσότερο σύνθετο - του δίνει κίνητρα για να δοκιμάσει περισσότερο τις δυνάμεις του. Έτσι, δεν χρειάζεται να φοβόσαστε να επαινείτε συχνά το παιδί σας, ακόμη και για τις πιο μικρές κατακτήσεις του.

4. «Είπα, όχι»Τα παιδιά έχουν ανάγκη τα όρια και την καθοδήγηση. Είναι σημαντικό να συμπεριφέρεστε με σεβασμό στα παιδιά, όμως χρειάζονται και την ωριμότητά σας για να γνωρίσουν τα μονοπάτια τη υπεύθυνης συμπεριφοράς. Τα παιδιά που δεν γνωρίζουν περιορισμούς, αισθάνονται ανασφαλή.

5. «Δεν πειράζει να κλαις ή να νιώθεις στενοχωρημένος»Η πιο κοινή απάντηση σ’ ένα παιδί που κλαίει, είναι: «Έλα, έλα τώρα μην κλαις». Αυτό όμως περνά στο παιδί το μήνυμα πως είναι αδυναμία το να κλαίει κανείς και πως είναι καλύτερο να κλειδώσει μέσα του τα συναισθήματά του. Αν το παιδί πονάει ή είναι στενοχωρημένο, δοκιμάστε να του πείτε: «Αν σε πονάει, κλάψε μέχρι να σου περάσει». Δίνοντάς του την άδεια να κλάψει, του δίνετε τη δυνατότητα να αναμετρηθεί το ίδιο με τα συναισθήματά του και όχι με το πώς νομίζετε εσείς πως Θα πρέπει να νιώθει.

6. «Δεν είσαι υποχρεωμένος να κάνεις οτιδήποτε»Τα παιδιά σήμερα έχουν πολύ φορτωιιένο πρόγραμμα. Όλο και με κάτι ασχολούνται: μπαλέτο, μαθήματα μουσικής, αθλητισμό. Αρκεί να το πουν οι γονείς και τα παιδιά είναι έτοιμα να κάνουν τα πάντα. Ξεχνάμε, όμως, πως ακριβώς όπως και οι μεγάλοι, έτσι και τα παιδιά έχουν ανάγκη από χρόνο χωρίς να κάνουν τίποτε, να ξεκουραστούν και να ονειροπολήσουν. Ο υπερβολικός προγραμματισμός καταστρέφει τη δημιουργικότητα του παιδιού, αλλά και το Παιχνίδι που χρειάζεται.

7. «Δεν πειράζει να κάνεις λάθη»Ίσως είναι πάνω από τις δυνάμεις σας το να μείνετε ήρεμοι, όταν το παιδί σας αδειάσει τις κόκκινες νερομπογιές του πάνω στο αγαπημένο σας λευκό τραπεζομάντιλο. Δεν είναι, όμως. τόσο δύσκολο το να το βοηθήσετε να μάθει Πως όλοι κάνουν λάθη. Όλα τα παιδιά έχουν ατυχήματα, καθώς μεγαλώνουν. Το να τα κρατάτε σε απόσταση ή το να φοβούνται μήπως κάνουν κάτι λάθος, σε καμιά περίπτωση δεν τα βοηθά να νιώσουν αυτοπεποίθηση, να μεγαλώσουν νιώθοντας ικανά να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους.

8. «Είσαι πολύ έξυπνος, που τα κατάφερες»Δίνοντας στο παιδί την ευκαιρία να φτιάχνει μόνο του κάτι ή να λύνει δύσκολα παιχνίδια, το κάνει να νιώθει αυτοπεποίθηση.Αν πάλι αποτύχει, μπορείτε νιτ πείτε: «Μπράβο σου, που προσπάθησες». Αν πάλι το κάνει με επιτυχία, έχετε μια πολύ καλή ευκαιρία να το επαινέσετε.

9. «Μου αρέσεις, γιατί είσαι εσύ»Την άνευ όρων αγάπη την έχουμε ανάγκη όλοι. Ένα παιδί χρειάζεται πολύ περισσότερο να ξέρει και να αισθάνεται πως είναι πολύ καλά όπως είναι εκείνη τη στιγμή. Λέγοντάς του κάτι τέτοιο, του λέτε ταυτόχρονα πως δεν χρειάζεται να σας αποδείξει τίποτα: αρκεί που βρίσκεται εκεί για σας.

10. «Σ’ αγαπώ»Είναι σι πιο όμορφες λέξεις που Θα μπορούσε ν’ ακούσει ένα παιδί. Ως γονείς, οφείλουμε να τις χρησιμοποιούιιε τουλάχιστον μία φορά την ημέρα.

kesyp-thessaly.gr

http://synodoiporia.blogspot.com/2011/02/10_08.html?spref=fb

Friday, June 10, 2011

Χωρίς φιλοσοφίες, χωρίς επιχειρήματα...

Στον π.Παϊσιο πήγε ένα παιδί και του λέει: "Είμαι ένας αλήτης. Εγώ δεν σώζομαι".

Και του λέει ο π.Παϊσιος: " Θα κάνω εγώ προσευχή στον Θεό και θα γίνεις το πιο καλό παιδί του κόσμου!"

-του λέει. "Πάτερ εγώ δεν σώζομαι ούτε με σφαίρες!".

"Βρε, θα κάνω εγώ προσευχή και θα γίνεις το πιο καλό παιδί. Ξέρεις τι καλό παιδί που είσαι; Άντε, γεια σου" και έφυγε. Και από κείνη την ημέρα -λέει- άρχιζε να νιώθει ν'αλλάζει κάτι μέσα του. Σεισμός. Σεισμός. Η ψυχή του... Κάτι, κάτι γίνεται... "Εγώ ήθελα αμαρτίες. Τώρα δεν θέλω. Εγώ είχα το μυαλό μου, ήτανε καζάνι από σκέψεις και από την θολούρα, τώρα ξαστέρωσα. Τι γίνεται;". Μια προσευχή τον συνόδευε. Χωρίς λόγια, χωρίς επιχειρήματα, χωρίς φιλοσοφίες, χωρίς αναλύσεις!

(απόσπασμα από ομιλία του π.Ανδρέα Κονάνου -www.atheataperasmata.com) http://aoratigonia.blogspot.com/2011/05/blog-post_31.html

Saturday, June 4, 2011

Γράµµατα που έγραψαν μικρά παιδιά στο Θεό

Αυτά τα γράµµατα τα έγραψαν µικρά παιδιά στο Θεό...Eίναι απλά υπέροχα... Aπολαύστε τα!!!!

Με συγχωρείς που δεν σου έγραψα νωρίτερα. Μόλις αυτή τη ßδοµάδα έµαθα να γράφω.

Μάρθα

Αγαπητέ Θεέ, γιατί πρέπει να προσεύχοµαι αφού έτσι κι αλλιώς ξέρεις τι θέλω; Αν όµως σ' ευχαριστεί αυτό θα προσεύχοµαι.

Σιού

Αγαπητέ Θεέ, αν ζούµε µετά το θάνατό µας, τότε γιατί να πεθάνουµε;

Ρόν

Αγαπητέ Θεέ, το αντρόγυνο στο διπλανό διαµέρισµα τσακώνεται για τα καλά όλη την ώρα. Θα έπρεπε ν' αφήνεις να παντρεύονται µόνο οι πολύ καλοί φίλοι.

Νάν

Αγαπητέ Θεέ, πώς έγινε και δεν εφεύρες κανένα καινούργιο ζώο τελευταία; Έχουµε πάντα τα ίδια τα παλιά.

Τζόννυ

Αγαπητέ Θεέ, ξέρω που λέει να γυρίζεις και το άλλο σου µάγουλο. Tι γίνεται όµως αν η αδερφή σου σε χτυπήσει στο µάτι;

Με αγάπη Τζέρεσσο

Αγαπητέ Θεέ, αν δεν πάρεις πίσω το µωρό, δε θα καθαρίσω το δωµάτιό µου!

Τζόυ

Αφού δεν θέλεις οι άνθρωποι να λένε κακά λόγια, γιατί τα εφεύρες;

Ευγένιος

Αγαπητέ Θεέ, ο Ντόναλντ έσπασε τη γυάλα, όχι εγώ. Τώρα πια το έχεις και γραφτό.

Τζαίην

Αγαπητέ Θεέ, ήθελες πράγµατι η καµηλοπάρδαλη να είναι έτσι, ή µήπως έκανες λάθος;

Νόρµα

Αγαπητέ Θεέ, θα µπορούσες να γράψεις µερικές ακόµα ιστορίες; Τις διαßάσαµε όλες αυτές που έγραψες και τις ξαναρχίσαµε.

Με ευγνωµοσύνη

Έµιλυ

Διαßάσαµε ότι ο Θωµάς Έντισον ανακάλυψε το φως. Εγώ νόµιζα ότι το είχες ανακαλύψεις εσύ.

Ντόνα

Αγαπητέ Θεέ, είσαι πλούσιος ή µόνο διάσηµος;

Στήßεν

Πώς ήξερες ότι ήσουνα Θεός;

Τσάρλυ

Αγαπητέ Θεέ, στις απόκριες θα ντυθώ διάßολος. Σε πειράζει;

Μάρνιε

Αγαπητέ Θεέ, η δασκάλα λέει ότι οι µέρες άλλοτε µικραίνουν

κι άλλοτε µεγαλώνουν. Δεν µπορείς να καταλήξεις σε µια απόφαση;

Μίντυ

Αντί ν' αφήνεις τους ανθρώπους να πεθαίνουν και να φτιάχνεις άλλους, γιατί δεν κρατάς αυτούς που έχεις τώρα;

Τζέην

Αγαπητέ Θεέ, είναι καλύτερα τ' αγόρια από τα κορίτσια; Ξέρω πως

είσαι αγόρι,αλλά προσπάθησε να είσαι δίκαιος.

Σύλßια

Αγαπητέ Θεέ, ελπίζω να µην έχουν καµιά ιδιαίτερη αξία τα µυρµήγκια, γιατί τα πατάω όλη την ώρα.

Ντένις

Friday, June 3, 2011

Σοφές πατρικές νουθεσίες του μακαριστού Πνευματικού Γέροντος ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ, Αγιορείτου Ρουμάνου

«Πολλές οικογένειες ταλαιπωρούνται, διότι υπάρχει εγωισμός, ο όποιος πνίγει την αγάπη και την πετάει μα­κριά! Δεν κάνουν οι σύζυγοι υπομονή. Δεν εκτιμά ο άν­δρας την γυναίκα, η γυναίκα τον άνδρα και ταλαιπωρού­νται και βασανίζονται και κάνουν δυστυχισμένα τα παι­διά τους. Μα, αυτός - αυτή που πήρες από την Εκκλη­σία δεν είναι; Γιατί μονίμως αυτό το ξεχνάς; Γιατί; Φθά­νουν στο σημείο να χωρίζουν. Αυτό είναι το χειρότερο. Τι να πω; Άνθρωποι με δύο και τρία και τέσσερα παιδά­κια διαλύουν το μεγάλο Μυστήριο του Γάμου. Πω, πω, πω! Φοβερό, φοβερό! Τι πόνος σ' αυτά τα ταλαίπωρα παιδιά, τι καημός, τι οδύνη!... Τους εξασφαλίζουμε μια μαύρη ζωή. Προσοχή. Άλλο η μάνα κι άλλο η δεύτερη γυναίκα ή οι συγγενείς που τα βοηθούν. Μέσα στην κά­θε οικογένεια γίνεται -πρέπει να γίνεται- θεία Λειτουρ­γία, αφού «κατ' οίκον εκκλησία» είναι. Πώς, εσύ πατέ­ρα, πώς, εσύ μάνα, θα καταστρέψεις το Μυστήριον αυτό; Όσο καλή και όμορφη είναι η άλλη, όσο καλός και ό­μορφος είναι ο άλλος, αυτός είναι ο σύζυγος που σου έ­δωσε η Εκκλησία, αυτή είναι η σύζυγος που σου έδωσε ο Θεός, «δόξη και τιμή». T' άλλα, άφησέ τα. Να κάνου­με υπομονήν. Αυτός είναι ο σταυρός μας. Υπομονήηηη! Αχ, δουλεύει συνεχώς ο σατανάς...».

(Από το βιβλίο «ΑΘΩΝΙΤΑΙ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ», σελ. 221-222).

Ο όσιος φιλόθεος της Πάρου, τεύχος 31 Ιανουάριος Απρίλιος 2011. Θεσ/νίκη

εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη

Thursday, June 2, 2011

Η αγωγή των παιδιών, Γέροντος Πορφυρίου

Η αγωγή των παιδιών αρχίζει απ' την ώρα της συλλήψεως τους. Το έμβρυο ακούει κι αισθάνεται μέσα στην κοιλιά της μητέρας του. Ναι ακούει και βλέπει με τα μάτια της μητέρας. Αντιλαμβάνεται τις κινήσεις και τα συναισθήματά της, παρόλο που ο νους του δεν έχει αναπτυχθεί. Σκοτεινιάζει το πρόσωπο της μάνας, σκοτεινιάζει κι αυτό. Νευριάζει η μάνα, νευριάζει κι αυτό. Ό,τι αισθάνεται η μητέρα, λύπη, πόνο, φόβο, άγχος κλπ. τα ζει κι αυτό. Αν η μάνα δεν το θέλει το έμβρυο αν δεν το αγαπάει, αυτό το αισθάνεται και δημιουργούνται τραύματα στην ψυχούλα του, που το συνοδεύουν σ' όλη του τη ζωή.

Αισθάνεσαι ότι πεινάεις, ότι άμα δεν φάεις, σε πιάνει μία λιγούρα, μια τρεμούλα. Φοβάσαι ότι θ' αδυνατίσεις. Είναι κάτι ψυχολογικό, που έχει εξήγηση. Μπορεί ας πούμε να μην εγνώρισες πατέρα, να μην εγνώρισες μητέρα, να είσαι υστερημένος και πεινασμένος, φτωχός κι αδύνατος. Κι αυτό από πνευματικό γεγονός, εκδηλώνεται αντανακλαστικώς ως αδυναμία του σώματος.

Γίνετε άγιοι και δεν θα έχετε κανένα πρόβλημα με τα παιδιά σας. Η αγιότητα των γονέων απαλλάσσει τα παιδιά απ' τα προβλήματα.... Κι όταν κάνουν αταξίες να παίρνετε κάποια παιδαγωγικά μέτρα, αλλά να μην τα πιέζετε. Κυρίως να προσεύχεσθε. Το παιδί θέλει κοντά του ανθρώπους θερμής προσευχής. Όχι ν' αρκείται η μητέρα στο αισθητό χάδι για το παιδί της, αλλά να προσφέρει συγχρόνως και το χάδι της προσευχής.

πηγή: Κραυγή ζωής: Σας ικετεύω μη μας σκοτώνετε!

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΤΡΩΣΕΙΣ

Αντικειμενική ενημέρωση για όσα πρέπει να γνωρίζουμε

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη" Τηλ: 2310212659

Wednesday, June 1, 2011

Ένα μισοτελειωμένο ημερολόγιο

Οι ενέργειες και οι πράξεις των ανθρώπων γίνονται πάντοτε κατόπιν σκέψεως. Όταν κανείς ενεργεί χωρίς μυαλό ή ευρίσκεται εκτός εαυτού, τότε απαλλάσσεται.
Θέματα ή προβλήματα που μας απασχολούν όχι μόνο ωρισμένες στιγμές ή ώρες, αλλά ολόκληρους μήνες, που τα σκεπτόμαστε και τα ξαναμετράμε, όπως είναι, το αν θ' αφήσουμε να έλθει στη ζωή το έμβρυο, που κρατιέται στα σπλάχνα της μητέρας, ή θα το εκτελέσουμε εν ψυχρώ και μάλιστα τόσο σφικτά φυλακισμένο, που δεν έχει τη δυνατότητα ούτε ν' αμυνθεί, ούτε να καλέσει σε βοήθεια, ούτε καθ' οποιονδήποτε τρόπο ν' αντιδράσει, είναι φρικτό και αποτρόπαιο το έγκλημα.

Το ΕΝΑ ΜΙΣΟΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ που ακολουθεί, ας ευχηθούμε όπως προβληματίσει αρκετά όσους θα το διαβάσουν και όπως βοηθήσει σε ορθές ενέργειες σύμφωνες με το θέλημα του Θεού.
5 Οκτωβρίου: Σήμερα η ζωή μου αρχίζει. Οι γονείς μου δεν το γνωρίζουν ακόμη. Είμαι μικρούτσικο, μικρότερο και από ένα σπόρο μήλου, αλλά ήδη είμαι κάτι. Πρόκειται να γίνω κοριτσάκι, θα έχω ξανθά μαλλάκια και θ' αγαπώ τα άνθη.
19 Οκτωβρίου: Έχω μεγαλώσει λιγάκι, αλλά ακόμη είμαι πολύ μικρό για να φροντίσω τον εαυτό μου. Η μητέρα κάμνει τα πάντα για μένα. Το αστείο είναι ότι εκείνη δεν γνωρίζει τη μικρή μου ύπαρξη, ότι ζω κάτω από την καρδιά της και ότι τρέφομαι με το αίμα της.
23 Οκτωβρίου: Το στόμα μου μόλις αρχίζει να σχηματίζεται. Σκέπτομαι πως ύστερα από ένα έτος θα γελώ, αργότερα θα μπορώ να μιλώ. Ξέρω ποια θα είναι η πρώτη μου λέξη: ΜΑΝΑ.
27 Οκτωβρίου: Η καρδούλα μου αρχίζει να κτυπά. Από σήμερα και πέρα θα κτυπά για όλη μου τη ζωή χωρίς να ξεκουράζεται ποτέ. Ύστερα από πολλά χρόνια, θα ξεκουρασθεί και θα σταματήσει. Αλλά γιατί να σκέπτομαι το τέλος, αφού είμαι ακόμη στην αρχή;
2 Νοεμβρίου: Κάθε ημέρα μεγαλώνω και λιγάκι. Τα χέρια μου και τα πόδια μου αρχίζουν να παίρνουν μορφή. Θα πρέπει όμως να περιμένω πολύ πριν τα μικρά μου πόδια με οδηγήσουν τρέχοντας στης μανούλας την αγκαλιά και πριν τα μικρά μου χέρια μπορέσουν ν' αγκαλιάσουν τον πατέρα.
12 Νοεμβρίου: Τώρα τα μικροσκοπικά μου δακτυλάκια αρχίζουν να σχηματίζονται. Πόσο αστεία είναι, μα πόσο όμορφα θα γίνουν. Ίσως κάποτε μάθουν να ζωγραφίζουν.
20 Νοεμβρίου: Σήμερα ο γιατρός είπε στη μητέρα για τη μικρή μου ύπαρξη. Δεν είσαι ευτυχισμένη μητέρα;
25 Νοεμβρίου: Οι γονείς μου δεν ξέρουν ότι είμαι ένα κοριτσάκι. Ίσως να περιμένουν αγόρι ή και δίδυμα ακόμη μα εγώ θα τους εκπλήξω με την παρουσία μου. Θα ήθελα να μού δώσουν το ωραίο όνομα Αικατερίνη.
10 Δεκεμβρίου: Το πρόσωπό μου έχει εντελώς σχηματισθεί. Πόσο θέλω να μοιάζω της μανούλας!
15 Δεκεμβρίου: Τώρα είμαι ικανή να βλέπω, μα όλα γύρω μου είναι σκοτεινά. Γρήγορα όμως τα ματάκια μου θ' ανοίξουν στον κόσμο του ήλιου, των λουλουδιών και των μικρών παιδιών.
24 Δεκεμβρίου: Μανούλα: μπορώ ν' ακούω τους κτύπους της καρδιάς σου. Αναλογίζομαι αν και εσύ ακούς τους ψιθύρους της δικής μου καρδιάς. Είναι τόσο συχνοί, τικ-τακ, τικ-τακ. Ύστερα από λίγο θα έχεις, μια γερή και όμορφη ΚΟΡΗ, μανούλα! Ξέρω, πως μερικά μωρά φθάνουν δύσκολα στον κόσμο, αλλά υπάρχουν καλοί γιατροί, που βοηθούν τις μητέρες και τα μωρά... Ξέρω επίσης μερικές μητέρες, που δεν θέλουν τα μωρά τους. Αλλά εγώ με λαχτάρα περιμένω να βρεθώ στην αγκαλιά σου, να αγγίξω το πρόσωπό σου, να κοιτάξω τα μάτια σου, να σε φιλώ συνέχεια, να σε βοηθώ. Με περιμένεις κι εσύ, μητέρα, δεν είναι έτσι;
28 Δεκεμβρίου: Μανούλα γιατί; Γιατί τους άφησες να διακόψουν τη ζωούλα μου; Το τόλμησες κι εσύ; Το άντεξες; Γιατί; Γιατί; Θα ήμαστε τόσο ευτυχισμένοι μαζί, τόσο ευτυχισμένοι. Αχ, γιατί; Πού με στέλνεις, Μάνα; Γνωρίζεις; Εσύ τώρα θα ησυχάσεις ποτέ;
***
Και συ, που εμπορεύεσαι, «γιατρέ», την επιστήμη, τον Ιπποκράτη πρόδωσες, ποιος τώρα θα σε κρίνη; Πήγες και σπούδασες γιατρός, αρρώστιες να γιατρεύης· μ' αντί γι' αυτό τ' αγέννητα μ' αργύρια τα φονεύεις!
Διονύσιος Μουστόγιαννης
πηγή: Καρυγή ζωής: Σας ικετεύω μη μας σκοτώνετε!
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΤΡΩΣΕΙΣ
Αντικειμενική ενημέρωση για όσα πρέπει να γνωρίζουμε
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
Τηλ: 2310212659

Tuesday, May 31, 2011

Ένα παραμύθι. Ιστορίες για τον πόνο της ξενιτιές

Ήταν έτσι κρύο χειμωνιάτικο. . .Σούρουπο. . . κι’ ο βοριάς «που τα’ αρνάκια παγώνει» από νωρίς άρχισε τη δουλειά του. . .Ξερός και άγριος έκλεισε τον κόσμο, νωρίς, νωρίς στα σπίτια του.
… Έλα γιαγιά πες μας ένα παραμύθι. . .γκρινιάζαμε όλοι. . .κι’ αυτή σαν είδε και αποεΐδε πως δεν μπορεί να αποφύγει, γλυκοκάθισε στη θέση της κι’ άρχισε με τη χωριάτικη προφορά της να διηγείται την ιστορία της.
… Όταν είσαι πετράδι να είσαι διαμάντι . . .
… Όταν είσαι σιδερικό να είσαι χρυσός. . .
… Και όταν είσαι άνθρωπος να είσαι καλός. . . να είσαι σωστός. . . γεμάτος αγάπη για όλους. . .
… Ακούστε λοιπόν την ιστορία αυτή:
… Μια φορά κι’ έναν καιρό ήταν ένας νοικοκύρης σαν τον παππού καληώρα, που δεν τα ‘βγαζε πέρα και τόσο καλά στα οικονομικά του. Ήταν φτωχός. Η Τουρκιά μας είχε ρουφίζει το αίμα απ’ τον καιρό που έπεσε η ρωμιοσύνη στα χέρια της. . . Μαύρες μέρες, άσχημη ζωή. Πήρε λοιπόν των οματιών του ο δυστυχής και ξενιτεύτηκε κατά πέρα. . . Απέναντι στην Ανατολή. . . Χτίστης ήταν, μάστορας καλός, τα χέρια του έπιαναν και βρήκε εύκολα δουλειά.
Έπιασε δουλειά σ’ έναν αγά, μεγάλο και τρανό, εκεί στη Σμύρνη. Η Σμύρνη τότε άνθιζε κι’ έδενε με τον ελληνισμό της. . .
… Εκεί που λέτε δούλεψε πολλά χρόνια ατέλειωτα, κι’ απέραστα. . .
. . .Ε, άμα καζάντισε πια και σηκώθηκε να φύγει γιατί άφησε πίσω σπιτικό και παιδί βυζανιάρικο, του λέει ο αγάς.
Ώρα καλή σου γκιαούρ πρωτομάστορα, μα πριν φύγεις θα μας δώσεις πέντε μιτζίτια να σου πω μια συμβουλή.
Αυτός σαν καλόβουλος που ήταν του λέει καλά.
Το λοιπόν λέει ο αγάς. Όπου κι’ αν είσαι τον ίσιο δρόμο να τραβάς! ! !
Ύστερα όμως του λέει, άλλα πέντε μιτσίτια να σου πω μιαν άλλη συμβουλή. Καλά του λέει αυτός και του ‘δωσε κι’ αυτά.
Και του ‘πε ο αγάς .Ότι βλέπεις στη ζωή σου θα λες όλα καλά! !
Αλλά ο αγάς δεν τον άφηνε να φύγει.
Θα μου δώσεις του λέει άλλα πέντε να σου πω άλλη μια συμβουλή.
Το θυμό σου θα τον κρατάς για αύριο.
Καλά του λέει ο άνθρωπος μας και μαζεύει τα μπογαλάκια του να φύγει, γιατί στο μεταξύ αυτό, του έμειναν μόνο λίγα μιτσίτια πια. . .
Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει φτάνει σ’ ένα σταυροδρόμι. . . Εκεί βρίσκει άλλους τρεις συγχωριανούς του που του λένε, έλα να κόψουμε λίγο δρόμο για πιο γρήγορα. Μα αυτός θυμήθηκε τη συμβολή του αγά, τον ίσιο δρόμο να τραβάς. Και τράβηξε ίσια το δρόμο του.
Άμα πήγε καμιά δεκαριά μίλια συνάντησε τον ένα από τους τρεις συγχωριανούς του να τον περιμένει.
Άστα του λέει: Το και το: μας λήστεψαν οι Τούρκοι στο κοντοδρόμι και τους άλλους δυο τους σκότωσαν. . .
Τότε ο άνθρωπός μας δόξασε τον Θεό και προχώρησε το δρόμο του.
Πήγαινε, πήγαινε, πήγαινε και σε καμιά δεκαριά μέρες συνάντησε έναν πύργο μεγάλο. . .
Χτυπά την πόρτα μπαίνει μέσα, και τι να δει, νεκροκεφαλές και σκελετοί παντού κρεμασμένα! ! ! Μα αυτός τσιμουδιά. Όλα καλά έλεγε πάντα, σαν τον ρωτούσαν. . .
Αργά το βράδυ λοιπόν τον κάλεσε ο οικοδεσπότης για φαγητό και κάθισαν στο τραπέζι .
Ο άνθρωπός μας τσιμουδιά. . .
Όταν βράδιασε και απόφαγαν πήγαν να κοιμηθούν . Το πρωί ο οικοδεσπότης τον φώναξε κοντά του και τον ρωτά, Καλά δεν βλέπεις τίποτα παράξενα εδώ μέσα. Όχι λέει ο φίλος μας. Όλα καλά! ! ! Θυμήθηκε την δεύτερη συμβουλή του αγά .
Βρε από δω , βρε από κει, τίποτα. Όλα καλά! ! ! Και σηκώνεται να φύγει. . .
Του λέει τότε ο ιδιοκτήτης του πύργου. Τα κεφάλια που βλέπεις εδώ και οι σκελετοί ήταν επισκέπτες φιλοπερίεργοι που τους έκοβα τα κεφάλια για την περιέργεια τους. Εσύ όμως επειδή ήσουνα καλός δε σου πήρα το κεφάλι. . .
Κι’ από πάνω φωνάζει τους υπηρέτες του και τους διατάζει να του δώσουν το καλύτερο άλογο για τον δρόμο του, φορτωμένο με χίλια χρυσά μιτσίτια ! ! !
… Ευχαριστεί που λες ο άνθρωπος μας τον ιδιοκτήτη του πύργου, καβαλά το άτι και δρόμο για το χωριό του. . .
* * * * * * * * * * * * * * * *
Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, κι’ ύστερα από είκοσι τόσες μέρες, φθάνει στο χωριό του.
Όπως πλησίαζε λοιπόν στα πρώτα σπίτια από μακριά βλέπει το σπίτι του με τα παράθυρα φωτισμένα και δυο σκιές να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται μέσα στο φως πίσω από τις κουρτίνες και τα τζάμια του παραθύρου. . .
… Θολώνει το μυαλό του καημένου, τραβάει τη χαντζάρα και τρέχει ολόισια να σφάξει την γυναίκα του και «το φίλο της» γιατί νόμιζε πως τον απατούσε! !
… Όμως κείνη την στιγμή αμέσως θυμήθηκε τη Τρίτη συμβουλή του αγά: Το θυμό για αύριο! !
… Άιντε να δώσουμε τόπο στην οργή. Γυρίζει το χαλινάρι του αλόγου και με τη σκέψη να σκοτώσει την «άπιστη γυναίκα» αύριο, τραβά ίσα να κοιμηθεί σ’ ένα χάνι. . .
… Την επαύριο λοιπόν πια ολόισια στο σπίτι κι’ άμα μπήκε μέσα βλέπει να κατεβαίνει απ’ τη σκάλα, στο χαγιάτι σφιχταγκαλιασμένη την γυναίκα του, με τον «φίλο της» . . .
… Πριν προλάβει όμως ν’ ανοίξει το στόμα του ο καλός μας παρατάει «το φίλο» η γυναίκα του και τρέχει να αγκαλιάσει τον άνδρα της! ! !
Γιατί βέβαια αμέσως τον γνώρισε, παρ’ ότι πέρασαν είκοσι χρόνια! ! !
Καλώς τον, καλώς τον, τον άνδρα μου, έλεγε εκείνη και τον αγκάλιαζε! ! ! Από πίσω «ο φίλος της, έμεινε να χάσκει με ανοιχτό το στόμα».
… Τρέχει που λες κι’ αυτός κοντά, κι αυθόρμητα αγκαλιάζει τον καινούριο επισκέπτη. . . με φωνές χαράς και κλάμα. . .
Πατέρα. . Πατέρα. . . έλεγε και ξανάλεγε μέσα στα αναφιλητά του αφού τον καταφίλαγε και τον αγκάλιαζε σφιχτά. . . Καλώς ήρθες πατέρα μου και τον ψηλάφιζε να δει αν ήταν πράγματι εκείνος ζωντανός, γιατί τον είχαν ξεγραμμένο.
… Πεθαμένο. . .
… Κείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν γράμματα και ταχυδρόμοι! ! !
… Ήταν που λέτε ο γιος του αυτός! ! !
Από το βιβλίο του Παναγιώτη Ψωμά: «Ιστορίες για τον πόνο της ξενιτιές και άλλα διηγήματα». Cape Town , South Africa

Monday, May 30, 2011

ΣΤΗ ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ «ΡΗΝΕΛ»

Κείνα τα χρόνια, του μεταπολέμου, σαν έπιανε να χειμωνιάζει και σαν ο βοριάς ξερός και ανελέητος ξύριζε δέντρα και ανθρώπους, όταν κατέβαινε από τις πλαγιές του Όλυμπου, εκεί κοντά την Αγιάσο, γεμάτος χιονόνερο και βούιζε πάνω στα σύρματα του τελέγραφου, με το μονότονο σφύριγμά του. . .

… Έπαιρνε μαζί του κάθε χαρά και δύναμη ανθρώπινη, γέμιζε στο πέρασμα του κρύο τσουχτερό και χιόνι παγωμένο. . .

… Τότε εμείς μωρά παιδιά επτά-οχτώ χρονών, μαζευόμασταν δίπλα στο σπίτι της θείας μου και δεν ξεκολλούσαμε πάνω απ΄ το μαγκάλι, που φρεσκογιάλιζαν τα κάρβουνα, από μοσχοβολημένα κούτσουρα λιόδεντρου! ! !

… Εκεί οι ξαδέλφες μας, σαν άρχισε να χωνεύει λίγο η φλόγα, από τα ξύλα, έριχναν μια σχάρα πάνω απ’ τη φωτιά και αρχίζαν να ψήνουν το χωριάτικο ψωμί με τυρί κασέρι από πάνω, για με κεφαλοτύρι. . .

Αλλά από κάτω, κατακρέατα στα κάρβουνα, έβαζαν κάστανα Αγιασώτικα, που μοσχοβόλαγε ο αγέρας στο δωμάτιο, και τα πρόσωπα έπιαναν να ροδοκοκκινίζουν. . .

… Και ο βοριάς απέξω δεν ξεχνούσε το σκοπό του. . . μανιασμένος και μονότονος, με μίσος και λύσσα θαρρείς, πήγαινε να παγώσει ό,τι έβρισκε μπροστά του. . . και να τρυπώσει στο σπίτι, απ’ τις χαραμάδες της πόρτας κι’ απ’ τα παράθυρα. . .

… Τότε η γιαγιά, ακουμπισμένη στο «μιντέρι» της χαρχάλιαζε τα μαγκάλι κι’ αναγάλλιαζε από χαρά που μας κοίταζε όλους αγαπημένους και μονιασμένους, γύρω από τη φωτιά του χειμώνα. . . Ανασάλευσε τη νησιώτικη βράκα της και μας απαλοκοίταζε όλους με κρυφό καμάρι. .

-- Έλα γιαγιά θα μας πεις κανά παραμύθι; Και παρακαλούσαμε εμείς με τα μάτια υγρά από αγάπη και λαχτάρα για την πολυαγαπημένη μας γιαγιούλα! ! !

…Ήταν δεν ήταν στα ογδόντα της, τότε, εκείνη.

Ξεροκόκαλη νησιώτα, σαν έμεινε μικροχήρα, μόνη μεγάλωσε τις τέσσερις κόρες τις, τιμή και καμάρι του χωριού, και τις καλοπάντρεψε.

… Και τώρα, μαραμένη κι’ όλο ρυτίδες στο σχεδόν κουτσουριασμένο πρόσωπο της, μα με δυο ολοζώντανα γαλανά μάτια, που γυαλίζαν γλυκά κι όλο αγάπη μεσ’ τις βαθιές κόνχες τους. . .

… Μας κοίταζε όλους σαν να ‘θελε να μας χαρίσει όλο το μέλι της γεροντικής αγάπης της και τη ζεστασιά της μεγαλομάνας! ! !

… Μας καλολόγιαζε και μας καμάρωνε. .

… Το παιδί του παιδιού μου δυο φορές παιδί μου! ! Έλεγε και ξανά ‘λεγε. Ξέρεις τι είναι αγάπη μουρέλιμ; μου ‘λεγε εμένα και με γλυκοτράβαγε κοντά, στη σουριασμένη της βράκα. . .

-- Τι ξέρω ‘γω γιαγιά τι μου λες τώρα εσύ; Της ανταπαντούσα εγώ και χωνόμουνα στην αγκαλιά της τη ζεστή και χανόμουν μες τη βράκα της! ! !

. . .Εκείνη με χάιδευε απαλά με τα κοκαλιάρικα χέρια της, όπως ήξερε να μας χαϊδεύει όλα τα εγγόνια της, και χασμουριόταν σαν τη γατούλα μας τη «η ψαρή» που εκεί στη γωνιά δίπλα μας μισοκοιμόταν. . .

Καημένη μου γιαγιά . . . σαν σε θυμάμαι τώρα, μόνο δάκρυα γεμίζουν τα μάτια μου για τον χαμό σου, που δεν είσαι πια κοντά μας, παρ’ ότι έφυγες εκατό τόσο χρονών από τον κόσμο τούτο, γεμάτη αγάπη και ευχές για μας και τις κόρες σου.

... Μας κοίταξε και μας καμάρωνε. . .

…Μεσ’ τα βαθιά τα μάτια της πελάγη απέραντα έκρυβε τη συλλογή της και τον πόνο μιας ολόκληρης ζωής. . . Μιας ζωής γεμάτης έγνοιες και πίστη στο δημιουργό της, στο Θεό, για τη δύναμη που τις έδινε να μη λυγά ποτέ. . .

Και πράγματι ποτέ δεν λύγισε τούτη η γριά . . . η νησιώτισσα. . . από νέα. . . Χοντροκόκαλη, κι’ αδάμαστη στον κάθε λογής καημό και πόνο, στάθηκε όρθια, μα και ταπεινή όλο αγάπη και δέος για την οικογένεια της κι’ ακόμα , κι’ ακόμα για τον πόνο του διπλανού της του γείτονα. . . Πόσοι πόνοι κείνα τα χρόνια του μεταπολέμου. . . Ο κόσμος πούλαγε και τα κρεβάτια του ακόμα, για μια μπουκιά ψωμί. . .

… Μας κοίταζε που λες και μας καμάρωνε. . .

. . .Κι’ έτσι άρχιζε τις ιστορίες της, που πάντα τελειωμό δεν είχαν. . .

… Εκείνη πάντα μας έλεγε, κι’ εμείς όλο ακούγαμε. Πότε νυσταγμένα, απ’ τα παιχνίδια της ημέρας, και πότε με λαχτάρα και περιέργεια όλο την ακούγαμε. . .

… Ένα βράδυ της λέω: γιατί γιαγιά τα χέρια σου είναι ζαρωμένα; Κι’ εκείνη μ’ απαλοκοίταξε χαμογέλασε και ψιθύρισε. . . «Εκεί που είσαι ήμουνα κι’ εκεί που είμαι θα ‘ρθεις» Που να ξέρω για το τι μου ‘λεγε η γιαγιά μου τότε. . . Μα θυμόμουν τα λόγια της πάντοτε όμως χωρίς νόημα. . . Τώρα όμως που τα χρόνια πέρασαν και τα χιόνια άρχισαν να πέφτουν στα μαλλιά κατάλαβα, πια τι ήθελε να μου πει! ! !

… Μα η γιαγιά τώρα έχει φύγει. . .Και μόνο το δάκρυ σαν έρθει απαλό στη θύμηση της ….. μου θολώνει το μάτι και μου γεμίζει τα μάγουλα υγρές σταγόνες. . .

Και στην καρδιά ο πόνος γίνεται μάρτυρας, για κείνη, που ήταν η αγάπη ολόκληρη! !Καημένη γιαγιούλα μου. . .

Εσύ ρώταγες αν ξέρουμε τι είναι αγάπη και δεν το ‘ξερες πως με τις πράξεις σου ήσουν η αγάπη σκέτη. . .

… Ένα βράδυ σαν κι’ εκείνο, μαζευτήκαμε πάλι όλα τα εγγόνια και την παρακαλέσαμε να μας πει μια ιστορία . Ένα παραμύθι.

Ήταν έτσι κρύο χειμωνιάτικο. . .Σούρουπο. . . κι’ ο βοριάς «που τα’ αρνάκια παγώνει» από νωρίς άρχισε τη δουλειά του. . .Ξερός και άγριος έκλεισε τον κόσμο, νωρίς, νωρίς στα σπίτια του.

… Έλα γιαγιά πες μας ένα παραμύθι. . .γκρινιάζαμε όλοι. . .κι’ αυτή σαν είδε και αποεΐδε πως δεν μπορεί να αποφύγει, γλυκοκάθισε στη θέση της κι’ άρχισε με τη χωριάτικη προφορά της να διηγείται την ιστορία της.

… Όταν είσαι πετράδι να είσαι διαμάντι . . .

… Όταν είσαι σιδερικό να είσαι χρυσός. . .

… Και όταν είσαι άνθρωπος να είσαι καλός. . . να είσαι σωστός. . . γεμάτος αγάπη για όλους. . .

… Ακούστε λοιπόν την ιστορία αυτή:

… Μια φορά κι’ έναν καιρό ήταν ένας νοικοκύρης σαν τον παππού καληώρα, που δεν τα ‘βγαζε πέρα και τόσο καλά στα οικονομικά του. Ήταν φτωχός. Η Τουρκιά μας είχε ρουφίζει το αίμα απ’ τον καιρό που έπεσε η ρωμιοσύνη στα χέρια της. . . Μαύρες μέρες, άσχημη ζωή. Πήρε λοιπόν των οματιών του ο δυστυχής και ξενιτεύτηκε κατά πέρα. . . Απέναντι στην Ανατολή. . . Χτίστης ήταν, μάστορας καλός, τα χέρια του έπιαναν και βρήκε εύκολα δουλειά.

Έπιασε δουλειά σ’ έναν αγά, μεγάλο και τρανό, εκεί στη Σμύρνη. Η Σμύρνη τότε άνθιζε κι’ έδενε με τον ελληνισμό της. . .

… Εκεί που λέτε δούλεψε πολλά χρόνια ατέλειωτα, κι’ απέραστα. . .

. . .Ε, άμα καζάντισε πια και σηκώθηκε να φύγει γιατί άφησε πίσω σπιτικό και παιδί βυζανιάρικο, του λέει ο αγάς.

Ώρα καλή σου γκιαούρ πρωτομάστορα, μα πριν φύγεις θα μας δώσεις πέντε μιτζίτια να σου πω μια συμβουλή.

Αυτός σαν καλόβουλος που ήταν του λέει καλά.

Το λοιπόν λέει ο αγάς. Όπου κι’ αν είσαι τον ίσιο δρόμο να τραβάς! ! !

Ύστερα όμως του λέει, άλλα πέντε μιτσίτια να σου πω μιαν άλλη συμβουλή. Καλά του λέει αυτός και του ‘δωσε κι’ αυτά.

Και του ‘πε ο αγάς .Ότι βλέπεις στη ζωή σου θα λες όλα καλά! !

Αλλά ο αγάς δεν τον άφηνε να φύγει.

Θα μου δώσεις του λέει άλλα πέντε να σου πω άλλη μια συμβουλή.

Το θυμό σου θα τον κρατάς για αύριο.

Καλά του λέει ο άνθρωπος μας και μαζεύει τα μπογαλάκια του να φύγει, γιατί στο μεταξύ αυτό, του έμειναν μόνο λίγα μιτσίτια πια. . .

Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει φτάνει σ’ ένα σταυροδρόμι. . . Εκεί βρίσκει άλλους τρεις συγχωριανούς του που του λένε, έλα να κόψουμε λίγο δρόμο για πιο γρήγορα. Μα αυτός θυμήθηκε τη συμβολή του αγά, τον ίσιο δρόμο να τραβάς. Και τράβηξε ίσια το δρόμο του.

Άμα πήγε καμιά δεκαριά μίλια συνάντησε τον ένα από τους τρεις συγχωριανούς του να τον περιμένει.

Άστα του λέει: Το και το: μας λήστεψαν οι Τούρκοι στο κοντοδρόμι και τους άλλους δυο τους σκότωσαν. . .

Τότε ο άνθρωπός μας δόξασε τον Θεό και προχώρησε το δρόμο του.

Πήγαινε, πήγαινε, πήγαινε και σε καμιά δεκαριά μέρες συνάντησε έναν πύργο μεγάλο. . .

Χτυπά την πόρτα μπαίνει μέσα, και τι να δει, νεκροκεφαλές και σκελετοί παντού κρεμασμένα! ! ! Μα αυτός τσιμουδιά. Όλα καλά έλεγε πάντα, σαν τον ρωτούσαν. . .

Αργά το βράδυ λοιπόν τον κάλεσε ο οικοδεσπότης για φαγητό και κάθισαν στο τραπέζι .

Ο άνθρωπός μας τσιμουδιά. . .

Όταν βράδιασε και απόφαγαν πήγαν να κοιμηθούν . Το πρωί ο οικοδεσπότης τον φώναξε κοντά του και τον ρωτά, Καλά δεν βλέπεις τίποτα παράξενα εδώ μέσα. Όχι λέει ο φίλος μας. Όλα καλά! ! ! Θυμήθηκε την δεύτερη συμβουλή του αγά .

Βρε από δω , βρε από κει, τίποτα. Όλα καλά! ! ! Και σηκώνεται να φύγει. . .

Του λέει τότε ο ιδιοκτήτης του πύργου. Τα κεφάλια που βλέπεις εδώ και οι σκελετοί ήταν επισκέπτες φιλοπερίεργοι που τους έκοβα τα κεφάλια για την περιέργεια τους. Εσύ όμως επειδή ήσουνα καλός δε σου πήρα το κεφάλι. . .

Κι’ από πάνω φωνάζει τους υπηρέτες του και τους διατάζει να του δώσουν το καλύτερο άλογο για τον δρόμο του, φορτωμένο με χίλια χρυσά μιτσίτια ! ! !

… Ευχαριστεί που λες ο άνθρωπος μας τον ιδιοκτήτη του πύργου, καβαλά το άτι και δρόμο για το χωριό του. . .

* * * * * * * * * * * * * * * *

Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, κι’ ύστερα από είκοσι τόσες μέρες, φθάνει στο χωριό του.

Όπως πλησίαζε λοιπόν στα πρώτα σπίτια από μακριά βλέπει το σπίτι του με τα παράθυρα φωτισμένα και δυο σκιές να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται μέσα στο φως πίσω από τις κουρτίνες και τα τζάμια του παραθύρου. . .

… Θολώνει το μυαλό του καημένου, τραβάει τη χαντζάρα και τρέχει ολόισια να σφάξει την γυναίκα του και «το φίλο της» γιατί νόμιζε πως τον απατούσε! !

… Όμως κείνη την στιγμή αμέσως θυμήθηκε τη Τρίτη συμβουλή του αγά: Το θυμό για αύριο! !

… Άιντε να δώσουμε τόπο στην οργή. Γυρίζει το χαλινάρι του αλόγου και με τη σκέψη να σκοτώσει την «άπιστη γυναίκα» αύριο, τραβά ίσα να κοιμηθεί σ’ ένα χάνι. . .

… Την επαύριο λοιπόν πια ολόισια στο σπίτι κι’ άμα μπήκε μέσα βλέπει να κατεβαίνει απ’ τη σκάλα, στο χαγιάτι σφιχταγκαλιασμένη την γυναίκα του, με τον «φίλο της» . . .

… Πριν προλάβει όμως ν’ ανοίξει το στόμα του ο καλός μας παρατάει «το φίλο» η γυναίκα του και τρέχει να αγκαλιάσει τον άνδρα της! ! !

Γιατί βέβαια αμέσως τον γνώρισε, παρ’ ότι πέρασαν είκοσι χρόνια! ! !

Καλώς τον, καλώς τον, τον άνδρα μου, έλεγε εκείνη και τον αγκάλιαζε! ! ! Από πίσω «ο φίλος της, έμεινε να χάσκει με ανοιχτό το στόμα».

… Τρέχει που λες κι’ αυτός κοντά, κι αυθόρμητα αγκαλιάζει τον καινούριο επισκέπτη. . . με φωνές χαράς και κλάμα. . .

Πατέρα. . Πατέρα. . . έλεγε και ξανάλεγε μέσα στα αναφιλητά του αφού τον καταφίλαγε και τον αγκάλιαζε σφιχτά. . . Καλώς ήρθες πατέρα μου και τον ψηλάφιζε να δει αν ήταν πράγματι εκείνος ζωντανός, γιατί τον είχαν ξεγραμμένο.

… Πεθαμένο. . .

… Κείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν γράμματα και ταχυδρόμοι! ! !

… Ήταν που λέτε ο γιος του αυτός! ! !

* * * * * * * * * * * * * * *

… Η γιαγιά ξεχαρχάλεψε τη φωτιά που στο μεταξύ αυτό έμεινε στάχτη με μικρά μισόσβιστα καρβουνάκια και φώναξε τη μάνα μας.

Βασιλική! ! !Έλα. . .

… Έλα να πάρεις τα παιδιά να τα βάλεις στο στρώμα τους… Γιατί εμείς πια μισοκοιμόμασταν στα πόδια της γιαγιάς γύρω-γύρω στο μαγκάλι.

Η μάνα μου πολυάσχολη όπως πάντα έτρεξε απ’ τη κουζίνα, μας μάζεψε όλους σαν τα αρνάκια και μας απόθεσε, απαλά, απαλά, τον καθένα στη θέση του μέσα στο στρώμα. . .

Κι’ εμείς κάτω απ’ το πάπλωμα χουχουλίζαμε τα χέρια μας να ζεσταθούμε, μα το μυαλό μας ξαναγύριζε στο παραμύθι της γιαγιάς! ! !

… Που να σκεφτώ εγώ τότε, πως ύστερα από πενήντα τόσα χρόνια θα μου ‘ρχοταν στο μυαλό τούτος ο μύθος της γιαγιάς ! ! ! Που πια στο λαμπικαρισμένο μυαλό, δεν ήταν καθόλου παραμύθι ούτε ένας λόγος ξεκάρφωτος! ! !

Μα συμβουλή χρυσή. . . διαμάντι. . . για κείνον που θέλει πραγματικά να ζήσει μια κατά Θεό ζωή! ! !

… Μα η γιαγιά έχει φύγει. . .

Μόνο κάπου-κάπου, μου έρχεται στο όνειρο, με το γλυκό της πρόσωπο και τα καθάρια γαλανά μάτια της, τόσο αιθέρια, μα και τόσο ζωντανή , που θαρρείς είναι τώρα που κάθεται εκεί στο κατώγι , κοντά στο μαγκάλι του χειμώνα και που έξω ο βοριάς δεν σφυρίζει πια μανιασμένα μα θαρρείς γλυκά, μ’ ένα λαφρύ κι’ όμορφο μελτεμάκι, σαν σε όνειρο, σαν πραγματικότητα! ! ! Και είναι σαν να μας ψιθυρίζει τα λόγια της γιαγιάς. Να τραβάς τον ίσιο δρόμο της ζωής σου! ! ! Να μην είσαι γκρινιάζεις και στις αναποδιές της ζωής να λες πάντα «όλο καλά». Δόξα τω Θεώ! ! !

… Και πως άμα θυμώνεις να μην εκφράζεσαι αλλά να κρατάς τον θυμό σου για αύριο! ! !

… Αύριο ο Θεός θα ξημερώσει μιαν άλλη καλή μέρα! ! !

* * * * * * * * * * * * *

Ευλογημένη γιαγιά μου. . . γιαγιούλα μου. Αγιασμένα τα κοκαλάκια σου εκεί που κείτονται. . .

… Παλιοί άνθρωποι, παλιές ιδέες. . . μα τόσο καινούριες. . . Αγιασμένες ψυχές «από κοιλίας μητρός».

Από το βιβλίο του Παναγιώτη Ψωμά: «Ιστορίες για τον πόνο της ξενιτιές και άλλα διηγήματα». Cape Town , South Africa , Μάρτιος 1999


Wednesday, May 25, 2011

Ο σατανάς θέλει φασαρία μέσα στο σπίτι. Γέροντας Πορφύριος

Για τις σχέσεις του ανδρογύνου ;Πώς να συμπεριφέρεσαι; Τι σου έλεγε;

- Μου έλεγε πολλά . Έλεγε, δηλαδή, ότι πρέπει να συνεννοούμαστε ,να προσευχόμαστε μαζί. Αυτό μου τόνισε πολλές φορές. Η προσευχή πρέπει να είναι κοινή. Όταν τα παιδιά μου ήταν φοιτητές, του έλεγα ότι προσεύχομαι για να περάσουν τις εξετάσεις. Μάλιστα, μια φορά, ο γιός μου, αν και ήταν καλός φοιτητής, σε κάποιες εξετάσεις δυσκολευόταν ∙ τότε μου είπε ο Γέροντας: «δε θα περάσει τις εξετάσεις». Πράγματι δεν τις πέρασε.

Και όταν ξαναπήγα, μου είπε: «Δε θα περάσει γιατί του φωνάζεις και να, ο σατανάς θέλει να κάνει φασαρία μέσα στο σπίτι και είσαι συ το όργανό του. Να μη μιλάς».
«Να σου πω και κάτι άλλο» μου ‘λεγε. «Όταν γίνεται η προσευχή από κοινού, τότε να δεις πως γίνεται το θαύμα». Και του λέω: «Μα να πω στον άντρα μου, έλα να γονατίσουμε να κάνουμε προσευχή να περάσουν τα προβλήματα;». – «Σου είπα εγώ έτσι; Εγώ σου είπα να κάνετε προσευχή. Απ’ εκεί και πέρα βρέστε τα μόνοι σας».
- Το να μη φωνάζετε στα παιδιά σας το τοποθετούσε ειδικά στην περίοδο των εξετάσεων;
- Πάντα. Και για τη νηστεία και για την προσευχή και για έξω που βγαίνανε.
- Καμιά παρατήρηση.

- Όχι, όχι.

- Πες μου, κυρία Ξένια, για το θέμα του σατανά, που σας είπε ότι γίνεστε όργανό του κάποτε. Τον ερώτησες τίποτε;

- Έλεγε ότι ο σατανάς δεν μπορεί να βλέπει τις οικογένειες να ‘ναι γαλήνιες και να περνούν καλά και σε συνεννόηση μεταξύ τους. Βρίσκει έναν απ’ όλους, έναν που να μπορεί να τον παρασύρει.

- Έναν ευάλωτο, ας πούμε.

- Ναι. Και σ’ αυτή την περίπτωση «εσύ είσαι», μου είπε. Και για το παιδί του έλεγα: «Αφού τον βλέπω ότι τα παρατάει και φεύγει». Μου απάντησε: «Είδες τι κάνει ο σατανάς; βάζει εσένα να κάνεις καβγά και να ευχαριστηθεί αυτός».
Ύστερα, όταν επρόκειτο να τελειώσει ο γιός μου τις σπουδές του και να πάρει το πτυχίο του, μου είπε: «Τώρα θα περάσει, τώρα θα περάσει ∙ είδες τώρα που δεν μιλάς;
Τώρα θα περάσει».

http://pistos.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=25652%3A2011-05-21-15-41-28&catid=9%3Ademones&Itemid=36&lang=el

Thursday, May 19, 2011

"Αν Ήμουν..."

Μια ιστορία για τη χαρά της εγκυμοσύνης και τη στενοχώρια της έκτρωσης. Ένας νέος συναντά ένα πρωινό μια καλή του φίλη, που κυοφορεί, η οποία του λέει με πόνο πως μετά από εξετάσεις το έμβρυο της έχει διαγνωστεί με σύνδρομο ντάουν και σκέφτεται πολύ σοβαρά να το ρίξει. Ο νέος αυτός, την επόμενη μέρα, συναντιέται με μια ομάδα συνομήλικων του και τους αναφέρει την κατάσταση. Μια κοπέλα από την ομάδα περιγράφει με τη σειρά της μια περίπτωση ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης από το άμεσο οικογενειακό της περιβάλλον. Έτσι όλη η ομάδα αποφασίζει να βρει κάποιο τρόπο να αλλάξει γνώμη στις δύο αυτές γυναίκες, αλλά να δώσει και ένα γενικότερο κοινωνικό μήνυμα.

"Αν Ήμουν..." from anaplastiki on Vimeo.

Thursday, December 30, 2010

The Polar Express (ΤΟ ΠΟΛΙΚΟ ΕΞΠΡΕΣ )

(ΤΟ ΠΟΛΙΚΟ ΕΞΠΡΕΣ ) 1/2

(ΤΟ ΠΟΛΙΚΟ ΕΞΠΡΕΣ ) 2/2

Ένα αγόρι που δεν πιστεύει στον Αϊ Βασίλη ξυπνά την παραμονή των Χριστουγέννων από ένα τρομερό θόρυβο. Έξω από το σπίτι του έχει σταματήσει ένα τρένο με προορισμό το Βόρειο Πόλο. Ο ελεγκτής το καλεί να επιβιβαστεί. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ο μικ...