Στα κακοτράχαλα τα βουνά με το σουραύλι και το ζουρνά,
πάνω στην πέτρα την αγιασμένη χορεύουν τώρα τρεις ανδρειωμένοι.
Ο Νικηφόρoς κι ο Διγενής και ο γιος της Άννας της Κομνηνής.
Δική τους είναι μια φλούδα γης μα εσύ Χριστέ μου τους ευλογείς
για να γλυτώσουν αυτή τη φλούδα απ’ το τσακάλι και την αρκούδα.
Δες πως χορεύει ο Νικηταράς και αηδόνι γίνεται ο ταμπουράς.
Από την Ήπειρο ως το Μοριά κι απ’ το σκοτάδι στη λευτεριά,
το πανηγύρι κρατάει χρόνια στα μαρμαρένια του χάρου αλώνια.
Κριτής κι αφέντης είν’ ο θεός και δραγουμάνος του ο λαός.
http://istologio.org/?p=1466
Κάπως
έτσι αρχίζει το παραμύθι μας κάπως
έτσι αρχίζει η ιστορία αυτή κι
έτσι συνεχίζει το ταξίδι μας σ' ένα
χρόνο ψεύτη που λέγεται ζωή
μη
μιλάς μη λες τίποτα ψέμα
θα 'ναι ότι κι αν πεις μη
μιλάς όλα ανύποπτα αλλάζουνε
πριν καν το σκεφτείς
Θυμάμαι
ήμουν κάποτε κι εγώ παιδί θύμωνα
γιατί μου λέγαν πάντα μη θυμάμαι
όσα έζησα σε μια στιγμή σαν
μια ανάμνηση καλή Θυμάμαι
ήσουν πάντα δίπλα μου Εσύ Παναγιά
μου βράδυ πρωί θυμάμαι
όλα όσα σου είχα υποσχεθεί σαν τη
γλυκιά τη προσευχή
Κάπου
εδώ τελειώνει και τ' όνειρο αυτό κάπου
εδώ τελειώνει έμεινε μισό κι
έτσι μεγαλώνει της θλίψης το κενό μέσα
της όμως βρήκα τον άλλο μου εαυτό
Φουρτούνιασεν η θάλασσα
και βουρκωθήκαν τα βουνά,
είναι βουβά τ' αηδόνια μας
και τα ουράνια σκοτεινά
κι η δόλια μου ματιά θολή,
παιδί μου, ώρα σου καλή!
Βουίζει το κεφάλι μου
σαν του χειμάρρου τη βοή,
ξηράθηκαν τα χείλη μου
και μου εκόπηκ' η πνοή
σ' αυτό το ύστερο φιλί,
παιδί μου, ώρα σου καλή!
Να σε παιδέψει ο πλάστης μου,
καταραμένη ξενιτιά,
μας παίρνεις τα παιδάκια μας
και μας αφήνεις στην φωτιά,
και πίνουμε τόση χολή
όταν τα λέμ' "ώρα καλή!".
Ποίηση: Γεώργιος Βιζυηνός
Μουσική: Γιάννης Σπανός
Ερμηνεία: Γιάννης Πουλόπουλος
Καλημέρα Ελλάδα,
Σου μιλάει ο Νίβο
όλα σου τα λέω τίποτα δεν κρύβω
πολύ με υποτίμησες, εγώ μονάχα λίγο
Σκέφτηκα Ελλάδα να σ’ αφήσω, να φύγω
Δεν το ‘βαλα κάτω και προσπάθησα κι άλλο
ν’ ανεβάσω σαν κι εσένα πιο πολύ το καβάλο
Να πετάξω καπέλα και το rap ντύσιμό
μου
Και ν’ αλλάξω τη ζωή και το φέρσιμό μου
Καλημέρα Ελλάδα
Να μου ζήσεις για πάντα
Να τιμάς με παρελάσεις το έπος του 40
Να κρατάς το κεφάλι ψηλά στον αγώνα
Και να βγάζεις για κυβέρνηση το ίδιο κόμμα
Να μου ζήσεις Ελλάδα
και όλοι οι βουλευτές σου
Με τ’ αυθαίρετά τους όλοι στις ακρογιαλιές σου Με τους Χριστιανούς σου που κάνουν
νηστεία και ό,τι περισσεύει στέλνουν στην
Ελβετία
Ελλάδα συγγνώμη αν
θες ν’ αλλάξω γνώμη πρέπει και συ να μάθεις ν’ αγαπάς
Πάψε να με παιδεύεις και να με κοροϊδεύεις
Και τα όνειρά μου Ελλάδα μη σκορπάς
Καλημέρα Ελλάδα,
Νίβο στο μικρόφωνο
Στα λέω μέσα στους δίσκους
Στα λέω και στο ραδιόφωνο
Στα ‘πα απ’ την καλή
Στα λέω και απ’ την ανάποδη
Σου ‘χω μαζέψει άπλυτα από δω μέχρι τη Νάπολη
Κύριοι υπουργοί,
κύριοι βουλευταί
Πριν πάτε στο γραφείο, σας κάνω εγώ σεφτέ
Διαλέγω ένα τραγούδι αντί να στέλνω γράμματα
Δε ψάχνω για μ***, δεν περιμένω θαύματα
Παράτα και γραφείο και χαρτοφυλάκιο
Ελάτε μια βόλτα μέχρι τη Βαρβάκειο
Κατέβα στο λιμάνι, μίλα στους εργάτες σου
Πάρε την ευθύνη μια φορά πάνω στις πλάτες σου
Ποια δημοκρατία, μου
μιλάτε, ποια προγράμματα;
Ποια πανεπιστήμια, ποια Ευρώπη, και ποια γράμματα;
Πού είναι η παιδεία, πού είναι η υγεία σας;
Κύριε υπουργέ… τα υπουργεία σας
Ελλάδα συγγνώμη αν
θες ν’ αλλάξω γνώμη
πρέπει και συ να μάθεις ν’ αγαπάς
Πάψε να με παιδεύεις και να με κοροϊδεύεις
Και τα όνειρά μου Ελλάδα μη σκορπάς
Κύριε Πρόεδρε,
Παίρνω το θάρρος σήμερα
Αφού όλα τα προβλήματα είναι θέματα εφήμερα
Προκαταβολικά συγγνώμη μα έχω όνειρα
Σαν αυτά που κάποιοι ονομάζανε ανώνυμα
Εγώ τους δίνω όνομα και δεν κάθομαι φρόνημα
Γιατί εγώ κι εσύ διαφέρουμε στο φρόνημα
Ζητάω τα προβλεπόμενα, δεν τα ζητιανεύω
Σ’ αντίθεση με σας έχω μάθει να δουλεύω
Ελλάδα σε βιάζουν
και συ φτιάχνεις τα νύχια σου
Όχι να αμυνθείς
ή για να βρεις τα δίκια σου
Αυτοί σε ξεπουλάνε όση ώρα καλλωπίζεσαι
Είστε μια παρέα και μονάχη ξεφτιλίζεσαι
Καληνύχτα Ελλάδα,
Σ’ αφήνω πάω για ύπνο
Όσο εσύ μ’ αυτούς ετοιμάζεσαι για δείπνο
Εγώ θα κάνω στίχους, κάθε σκέψη στο τετράδιο
Και θα στ’ αφιερώσω απ’ το ράδιο μάλλον αύριο
Ελλάδα συγγνώμη αν θες ν’ αλλάξω γνώμη
πρέπει κι εσύ να μάθεις ν’ αγαπάς
Πάψε να με παιδεύεις και να με κοροϊδεύεις
Και τα όνειρά μου Ελλάδα μη σκορπάς
Γιατί πουλί μου δεν κελαηδάς Πως κελαηδούσες πρώτα Πως μπορώ μπορώ να κελαηδώ Με κόψαν τα φτερούδια μου Με πήραν τη λαλιά μου Πήρανε την πόλη μας Και την Αγιά Σοφιά μας Κλαίει πικρά η παναγιά
Ο Χρόνης Αηδονίδης γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1928, στην Καρωτή, ένα χωριό κοντά στο Διδυμότειχο. Γιος του ιερέα Χρήστου και της Χρυσάνθης Αηδονίδη, είναι ο δεύτερος από τα πέντε αδέλφια του. Στην Καρωτή, περνά τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια κι εκεί είναι που μαθαίνει τα πρώτα του τραγούδια και μυείται στον κόσμο της παραδοσιακής μουσικής, πρώτα από τη μητέρα του, κι έπειτα απ' τους ντόπιους μουσικούς που έπαιζαν στα πανηγύρια του χωριού του.
Μέσα στο κέφι του γλεντιού και στου κρασιού τη ζάλη ένας μικρός εμίλησε μ’ αποκοτιά μεγάλη: «Ξένε, ό,τι είχες να μας πεις, όλα θαρρώ μας τα ‘πες, γύρισες όταν έχασες, όνειρα και αγάπες».
Πιότερο τον επίκρανε κι απ’ τη ντροπή του νόστου που ο μικρός δε γνώρισε πως ήταν αδερφός του. Σαν τέλειωσε η ξεφάντωση, πήγε στην καμαρά του που ‘χανε βάψει οι τοίχοι της από τα όνειρά του.
Κι όπως εξετυλίγονταν τα όνειρα τα πρώτα, ο αδερφός του χτύπησε της κάμαρας την πόρτα, και το ‘πε πως από καιρό τον τυρρανά η σκέψη, μ’ απόψε τ’ αποφάσισε άλαργο να μισέψει.
Επόνεσε όπως πονεί παλιά πληγή π’ ανοίγει και του διπλοπαράγγελνε τι πρέπει ν’ αποφύγει. «Εκεί στα ξένα που θα πας, μην πιεις νερό αδερφέ μου, τση λησμονιάς και μαραθείς, ανθέ και καντιφέ μου.
Κάμε σαίτα την καρδιά να σκίσει τον αέρα, να φτάσεις όπου έφτασα κι ακόμη παραπέρα. Και το στερνό που θα σου πω πριν από τη φυγή σου, πρόσεξε στο ταξίδι σου μη χάσεις την ψυχή σου».
Μέσα στη νύχτα μείνανε για ώρα αγκαλιασμένοι και νιώθαν πως μ’ αόρατο σκοινί ήτανε δεμένοι. Κι όπως τον συναπόβγανε και μάκραινε η σκιά του, έπεσε στο προσκέφαλο κι έκλαψ’ απ’ την καρδιά του.