Showing posts with label παραμύθι. Show all posts
Showing posts with label παραμύθι. Show all posts

Sunday, July 29, 2018

H Αλήθεια και το Ψέμα


Ένας θρύλος του 19ου αιώνα λέει ότι η Αλήθεια και το Ψέμα συναντήθηκαν κάποτε. Το Ψέμα καλημέρισε την Αλήθεια της είπε «Ωραία μέρα σήμερα». Η Αλήθεια για να βεβαιωθεί κοίταξε γύρω και τον ουρανό και όντως η μέρα ήταν ωραία.
Περπάτησαν για λίγο ώσπου έφτασαν σε ένα μεγάλο πηγάδι γεμάτο νερό. Το Ψέμα βούτηξε το χέρι του στο νερό και γυρίζοντας στην Αλήθεια της είπε «Ωραίο και ζεστό το νερό. Θες να κολυμπήσουμε μαζί»? Και πάλι η Αλήθεια ήταν καχύποπτη. Δοκίμασε όμως με το χέρι της το νερό και πράγματι ήταν ζεστό. Μπήκαν λοιπόν και οι δυο τους στο νερό και κολυμπούσαν για αρκετή ώρα, όταν ξαφνικά το Ψέμα, βγήκε από το πηγάδι, φόρεσε τα ρούχα της Αλήθειας και εξαφανίστηκε.
Η Αλήθεια θυμωμένη βγήκε γυμνή τρέχοντας παντού ψάχνοντας για το Ψέμα να πάρει τα ρούχα της. Ο κόσμος που την έβλεπε γυμνή, γύριζε το βλέμμα του αλλού είτε από ντροπή είτε από θυμό. Η φτωχή Αλήθεια ντροπιασμένη γύρισε στο πηγάδι και χώθηκε εκεί για πάντα.
Έκτοτε το Ψέμα γυρίζει ανενόχλητο ντυμένο σαν Αλήθεια ικανοποιώντας τα τερτίπια του κόσμου, ο οποίος με κανένα τρόπο δεν θέλει να δει τη γυμνή Αλήθεια.

Monday, July 9, 2012

Η ιστορία του μικρού Ανδρέα (παιδικό παραμύθι)


Κάποτε ήταν ένα μικρό παιδάκι που τον έλεγαν Ανδρέα. Ο Ανδρέας ήταν ένα πολύ χαρούμενο παιδί, και οι γονείς του τον αγαπούσαν ολόψυχα.
Ο Ανδρέας μπορούσε να παίζει ελεύθερα, να τρέχει, να πηδάει, και να παίζει παντού, σε όλους τους χώρους του σπιτιού..... εκτός από ένα χώρο : το καθιστικό.
Ένας μόνο κανόνας υπήρχε στο σπίτι του Ανδρέα : «Ού παίξεις μέσα στο καθιστικό»
Ο Ανδρέας ήταν κατά βάση ένα ευχαριστημένο παιδί, όμως, περισσότερο από κάθε τι στον κόσμο, είχε μέσα του την επιθυμία να παίξει μέσα στο καθιστικό.
Κάθε φορά που περνούσε από κοντά, η επιθυμία του να παίξει εκεί μέσα μεγάλωνε. Όλο και περισσότερο, μεγάλωνε η εμμονή του να παίξει μέσα στον απαγορευμένο χώρο...
Μια μέρα, όταν απουσίαζαν οι γονείς του σε γειτονικό σπίτι, ο Ανδρέας άρπαξε την ευκαιρία!
Μπήκε μέσα στο απαγορευμένο δωμάτιο. Έτρεξε γύρω-γύρω. Πηδούσε εδώ και εκεί. Πεταγόταν από πολυθρόνα σε καναπέ και πίσω πάλι. Πόσο πολύ διασκέδαζε! Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί του απαγορευόταν τόσο απόλυτα να παίζει εκεί μέσα. Μα, αυτό ήταν το πιό διασκεδαστικό δωμάτιο του σπιτιού τους!
Και σε μια στιγμή, συνέβη.
ΚΡΑΑΑΑΤΣ !!!
Το πανάκριβο, αγαπημένο βάζο.... σπασμένο.... θρύψαλα.... σκορπισμένα τα κομμάτια του στο πάτωμα....
Ο Ανδρέας σταμάτησε το παιχνίδι. Μη ξέροντας τι να κάνει, έσπρωξε γρήγορα-γρήγορα τα θραύσματα του βάζου κάτω από τα καλύμματα της μεγάλης πολυθρόνας.
Μετά από λίγη ώρα, επέστρεψαν οι γονείς του. Διαισθάνθηκαν πως κάτι δεν πήγαινε καλά με το παιδί τους, αλλά εκείνο τους είπε πως όλα είναι εντάξει.
Δεν πέρασε πολύς καιρός, και ο Ανρέας σταμάτησε εντελώς το παιχνίδι.
Σταμάτησε να παίζει στο χωλ, στον κήπο, ακόμα και στο δωμάτιο παιχνιδιού. Ελάττωσε και τα υπαίθρια παιχνίδια με τους φίλους του.
Σταμάτησε τελείως και το τρέξιμο, και έπεσε σε μελαγχολία. Οι ώμοι του άρχισαν να γέρνουν. Δεν χαμογελούσε πιά. Έπαψε να είναι εκείνο το χαρούμενο, ευχαριστημένο παιδί που ήταν κάποτε.
Όταν τον ρωτούσαν για την κακοκεφιά του, το μόνο που τους έλεγε ήταν: «Όλα είναι μιά χαρά».
Τα μάτια του δεν κυττούσαν πλέον προς το καθιστικό με την ίδια φλέγουσα επιθυμία, αλλά με ένα θλιμμένο και έντρομο δέος. Εκεί, κάτω από την επίσημη πολυθρόνα του πατέρα του, ήξερε πως βρίσκονταν κρυμμένα τα θραύσματα ενός ακριβού βάζου....
Πέρασαν εβδομάδες. Μήνες. Η προσωπικότητα του Ανδρέα βυθιζόταν όλο και περισσότερο, κάτω από το βάρος της ενοχής....
Και τότε συνέβη.
Μια μέρα, καθώς έσερνε τα βήματά του στο χωλ του σπιτιού, είδε την μητέρα του να βγαίνει από το φρικτό εκείνο δωμάτιο.
Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν.
Εκείνος κατάλαβε..... Εκείνη κατάλαβε......
Ωχχχχ. Πάγωσε από τον τρόμο.
Μέχρι που είδε την μητέρα του να χαμηλώνει προς το μέρος του, και να του ανοίγει ορθάνοιχτα την αγκαλιά της ...
Και μετά συνέβη... Τα δάκρυα μετανοίας άρχισαν να κυλούν σαν ποτάμι στα μάγουλά του, και έτρεξε να χωθεί μέσα στην αγκαλιά της μητέρας του.
«Γιατί;» του είπε με παράπονο. «Γιατί δεν μου το είπες;»
Δεν χρειάστηκε να της πει περισσότερα. Η μητέρα του είχε ήδη δει τον φόβο και την θλίψη στα μάτια του. Και εκείνη την στιγμή, έμαθε και τον λόγο της μελαγχολίας του παιδιού της. Αλλά εκείνη την στιγμή, γνώρισε και ο Ανδρέας για πρώτη φορά το ''θαύμα της συγχωρητικής αγάπης''

Tuesday, May 31, 2011

Ένα παραμύθι. Ιστορίες για τον πόνο της ξενιτιές

Ήταν έτσι κρύο χειμωνιάτικο. . .Σούρουπο. . . κι’ ο βοριάς «που τα’ αρνάκια παγώνει» από νωρίς άρχισε τη δουλειά του. . .Ξερός και άγριος έκλεισε τον κόσμο, νωρίς, νωρίς στα σπίτια του.
… Έλα γιαγιά πες μας ένα παραμύθι. . .γκρινιάζαμε όλοι. . .κι’ αυτή σαν είδε και αποεΐδε πως δεν μπορεί να αποφύγει, γλυκοκάθισε στη θέση της κι’ άρχισε με τη χωριάτικη προφορά της να διηγείται την ιστορία της.
… Όταν είσαι πετράδι να είσαι διαμάντι . . .
… Όταν είσαι σιδερικό να είσαι χρυσός. . .
… Και όταν είσαι άνθρωπος να είσαι καλός. . . να είσαι σωστός. . . γεμάτος αγάπη για όλους. . .
… Ακούστε λοιπόν την ιστορία αυτή:
… Μια φορά κι’ έναν καιρό ήταν ένας νοικοκύρης σαν τον παππού καληώρα, που δεν τα ‘βγαζε πέρα και τόσο καλά στα οικονομικά του. Ήταν φτωχός. Η Τουρκιά μας είχε ρουφίζει το αίμα απ’ τον καιρό που έπεσε η ρωμιοσύνη στα χέρια της. . . Μαύρες μέρες, άσχημη ζωή. Πήρε λοιπόν των οματιών του ο δυστυχής και ξενιτεύτηκε κατά πέρα. . . Απέναντι στην Ανατολή. . . Χτίστης ήταν, μάστορας καλός, τα χέρια του έπιαναν και βρήκε εύκολα δουλειά.
Έπιασε δουλειά σ’ έναν αγά, μεγάλο και τρανό, εκεί στη Σμύρνη. Η Σμύρνη τότε άνθιζε κι’ έδενε με τον ελληνισμό της. . .
… Εκεί που λέτε δούλεψε πολλά χρόνια ατέλειωτα, κι’ απέραστα. . .
. . .Ε, άμα καζάντισε πια και σηκώθηκε να φύγει γιατί άφησε πίσω σπιτικό και παιδί βυζανιάρικο, του λέει ο αγάς.
Ώρα καλή σου γκιαούρ πρωτομάστορα, μα πριν φύγεις θα μας δώσεις πέντε μιτζίτια να σου πω μια συμβουλή.
Αυτός σαν καλόβουλος που ήταν του λέει καλά.
Το λοιπόν λέει ο αγάς. Όπου κι’ αν είσαι τον ίσιο δρόμο να τραβάς! ! !
Ύστερα όμως του λέει, άλλα πέντε μιτσίτια να σου πω μιαν άλλη συμβουλή. Καλά του λέει αυτός και του ‘δωσε κι’ αυτά.
Και του ‘πε ο αγάς .Ότι βλέπεις στη ζωή σου θα λες όλα καλά! !
Αλλά ο αγάς δεν τον άφηνε να φύγει.
Θα μου δώσεις του λέει άλλα πέντε να σου πω άλλη μια συμβουλή.
Το θυμό σου θα τον κρατάς για αύριο.
Καλά του λέει ο άνθρωπος μας και μαζεύει τα μπογαλάκια του να φύγει, γιατί στο μεταξύ αυτό, του έμειναν μόνο λίγα μιτσίτια πια. . .
Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει φτάνει σ’ ένα σταυροδρόμι. . . Εκεί βρίσκει άλλους τρεις συγχωριανούς του που του λένε, έλα να κόψουμε λίγο δρόμο για πιο γρήγορα. Μα αυτός θυμήθηκε τη συμβολή του αγά, τον ίσιο δρόμο να τραβάς. Και τράβηξε ίσια το δρόμο του.
Άμα πήγε καμιά δεκαριά μίλια συνάντησε τον ένα από τους τρεις συγχωριανούς του να τον περιμένει.
Άστα του λέει: Το και το: μας λήστεψαν οι Τούρκοι στο κοντοδρόμι και τους άλλους δυο τους σκότωσαν. . .
Τότε ο άνθρωπός μας δόξασε τον Θεό και προχώρησε το δρόμο του.
Πήγαινε, πήγαινε, πήγαινε και σε καμιά δεκαριά μέρες συνάντησε έναν πύργο μεγάλο. . .
Χτυπά την πόρτα μπαίνει μέσα, και τι να δει, νεκροκεφαλές και σκελετοί παντού κρεμασμένα! ! ! Μα αυτός τσιμουδιά. Όλα καλά έλεγε πάντα, σαν τον ρωτούσαν. . .
Αργά το βράδυ λοιπόν τον κάλεσε ο οικοδεσπότης για φαγητό και κάθισαν στο τραπέζι .
Ο άνθρωπός μας τσιμουδιά. . .
Όταν βράδιασε και απόφαγαν πήγαν να κοιμηθούν . Το πρωί ο οικοδεσπότης τον φώναξε κοντά του και τον ρωτά, Καλά δεν βλέπεις τίποτα παράξενα εδώ μέσα. Όχι λέει ο φίλος μας. Όλα καλά! ! ! Θυμήθηκε την δεύτερη συμβουλή του αγά .
Βρε από δω , βρε από κει, τίποτα. Όλα καλά! ! ! Και σηκώνεται να φύγει. . .
Του λέει τότε ο ιδιοκτήτης του πύργου. Τα κεφάλια που βλέπεις εδώ και οι σκελετοί ήταν επισκέπτες φιλοπερίεργοι που τους έκοβα τα κεφάλια για την περιέργεια τους. Εσύ όμως επειδή ήσουνα καλός δε σου πήρα το κεφάλι. . .
Κι’ από πάνω φωνάζει τους υπηρέτες του και τους διατάζει να του δώσουν το καλύτερο άλογο για τον δρόμο του, φορτωμένο με χίλια χρυσά μιτσίτια ! ! !
… Ευχαριστεί που λες ο άνθρωπος μας τον ιδιοκτήτη του πύργου, καβαλά το άτι και δρόμο για το χωριό του. . .
* * * * * * * * * * * * * * * *
Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, κι’ ύστερα από είκοσι τόσες μέρες, φθάνει στο χωριό του.
Όπως πλησίαζε λοιπόν στα πρώτα σπίτια από μακριά βλέπει το σπίτι του με τα παράθυρα φωτισμένα και δυο σκιές να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται μέσα στο φως πίσω από τις κουρτίνες και τα τζάμια του παραθύρου. . .
… Θολώνει το μυαλό του καημένου, τραβάει τη χαντζάρα και τρέχει ολόισια να σφάξει την γυναίκα του και «το φίλο της» γιατί νόμιζε πως τον απατούσε! !
… Όμως κείνη την στιγμή αμέσως θυμήθηκε τη Τρίτη συμβουλή του αγά: Το θυμό για αύριο! !
… Άιντε να δώσουμε τόπο στην οργή. Γυρίζει το χαλινάρι του αλόγου και με τη σκέψη να σκοτώσει την «άπιστη γυναίκα» αύριο, τραβά ίσα να κοιμηθεί σ’ ένα χάνι. . .
… Την επαύριο λοιπόν πια ολόισια στο σπίτι κι’ άμα μπήκε μέσα βλέπει να κατεβαίνει απ’ τη σκάλα, στο χαγιάτι σφιχταγκαλιασμένη την γυναίκα του, με τον «φίλο της» . . .
… Πριν προλάβει όμως ν’ ανοίξει το στόμα του ο καλός μας παρατάει «το φίλο» η γυναίκα του και τρέχει να αγκαλιάσει τον άνδρα της! ! !
Γιατί βέβαια αμέσως τον γνώρισε, παρ’ ότι πέρασαν είκοσι χρόνια! ! !
Καλώς τον, καλώς τον, τον άνδρα μου, έλεγε εκείνη και τον αγκάλιαζε! ! ! Από πίσω «ο φίλος της, έμεινε να χάσκει με ανοιχτό το στόμα».
… Τρέχει που λες κι’ αυτός κοντά, κι αυθόρμητα αγκαλιάζει τον καινούριο επισκέπτη. . . με φωνές χαράς και κλάμα. . .
Πατέρα. . Πατέρα. . . έλεγε και ξανάλεγε μέσα στα αναφιλητά του αφού τον καταφίλαγε και τον αγκάλιαζε σφιχτά. . . Καλώς ήρθες πατέρα μου και τον ψηλάφιζε να δει αν ήταν πράγματι εκείνος ζωντανός, γιατί τον είχαν ξεγραμμένο.
… Πεθαμένο. . .
… Κείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν γράμματα και ταχυδρόμοι! ! !
… Ήταν που λέτε ο γιος του αυτός! ! !
Από το βιβλίο του Παναγιώτη Ψωμά: «Ιστορίες για τον πόνο της ξενιτιές και άλλα διηγήματα». Cape Town , South Africa

Saturday, May 21, 2011

Το αηδόνι του αυτοκράτορα.

“Στο ωραιότερο παλάτι του κόσμου, κάπου στην Κίνα, ζεί ένας μελαγχολικός αυτοκράτορας.

Το παλάτι του, είναι φτιαγμένο από πορσελάνη, μα, παρ’ όλη την ομορφιά του παλατιού, ο αυτοκράτορας μας, συνεχίζει να ζεί μέσα στην μελαγχολία.

Κάποιο βράδυ, ένα αηδόνι μαγεμένο απο την ομορφιά του παλατιού, άρχισε να τραγουδάει στον κήπο του.

Αυτό γινόταν κάθε βράδυ… το εξαίσιο κελάηδημά του, έφερνε δάκρυα στα μάτια σε όποιον το άκουγε.

Τραγουδούσε για την αγάπη, την ειρήνη, τις ομορφιές της φύσης και της μάνας γης.

Μαγεμένος από το τραγούδι του, ο αυτοκράτορας άρχισε να χαμογελά και πάλι…αποφασίζει να φυλακίσει το αηδόνι…κι έτσι διατάζει να κλείσουν το αηδόνι σε ένα κλουβί, αφήνοντάς το όμως ελεύθερο, δύο φορές την ημέρα και μία τη νύχτα.

Όλη η χώρα μιλούσε για το όμορφο αηδόνι και τη μαγική φωνή του.

Η φήμη του αηδονιού, μάλιστα, ξεπέρασε τα σύνορα της Κίνας και ταξίδεψε και σε άλλες χώρες.

Κάποια μέρα, ο αυτοκράτορας δέχεται ένα δώρο. Είναι ένα μηχανικό αηδόνι, τόσο όμορφο όσο και το αληθινό, που τραγουδάει το ίδιο μαγικά με το αληθινό και είναι στολισμένο με διαμάντια, ρουμπίνια και ζαφείρια. Ένα σημείωμα πάνω στο δώρο έγραφε: «Το αηδόνι του αυτοκράτορα της Κίνας δεν είναι τίποτα μπροστά σε αυτό του αυτοκράτορα της Ιαπωνίας».

Ο αυτοκράτορας βάζει τα δύο πουλιά να τραγουδήσουν μαζί.

Φυσικά, αυτό δεν γινόταν αφού το αληθινό τραγουδούσε με φυσικό τρόπο.

Το μηχανικό, αντίθετα, τραγουδούσε συνέχεια, χωρίς σταματημό.

Έτσι ο Αυτοκτράτορας κράτησε το μηχανικό αηδόνι,και άφησε ελεύθερο το άλλο.

Στενοχωρημένο, το αληθινό αηδόνι επέστρεφε, χωρίς να το αντιληφθούν οι αυλικοί, στον κήπο.

O αυτοκράτορας θυμωμένος το εξόρισε από τη χώρα, ενώ την επομένη κιόλας παρουσίασε το μηχανικό αηδόνι στο λαό.

Ένας χρόνος πέρασε έτσι, όταν μια μέρα το μηχανικό αηδόνι χάλασε.

Ο αυτοκράτορας αρρώστησε βαριά, χωρίς τη μουσική που τόσο αγαπούσε.

Πέρασαν άλλα πέντε χρόνια, κι ο Θάνατος ήρθε να τον πάρει, θυμίζοντάς του ταυτόχρονα ό,τι καλό και κακό είχε κάνει.

Τότε, ακούστηκε ένα όμορφο τραγούδι απ’ έξω. Ήταν το αληθινό αηδόνι που ήρθε να του δώσει ελπίδα. Ο Θάνατος έφυγε κι ο αυτοκράτορας έγινε καλά. Από τότε, κάθε βράδυ το αηδόνι τραγουδά έξω απ’ το παράθυρό του”…

Monday, December 27, 2010

ΤΑ ΤΡΙΑ ΔΕΝΤΡΑ.


Είναι μια φαινομενικά απλοϊκή ιστορία. Ένα παραμύθι. Έχει όμως ένα βαθύ και μεγάλο δίδαγμα.
+++++++++++++++++
Ήταν μια φορά σ' ένα δάσος τρία δέντρα.
Το καθένα από αυτά είχε για τον εαυτό του έναν οραματισμό - μια προοπτική.

Το πρώτο επιθυμούσε να αξιωθεί να γίνει κάποια στιγμή ένα πολύτιμο μπαούλο ξυλόγλυπτο όμορφα σκαλισμένο, που μέσα του θα φυλάσσεται ένας πολύτιμος θησαυρός. Αυτό ήταν το όραμα του και η προοπτική

Το δεύτερο δένδρο ήθελε να αξιωνόταν να γίνει στα χέρια ενός κάλου ναυπηγού ένα μεγάλο καράβι γερό σκαρί' όμορφο, μεγαλόπρεπο- που θα μετέφερε βασιλιάδες και επίσημα πρόσωπα που θα έκανε ταξίδια υψηλών προσώπων.

Το τρίτο δένδρο έλεγε ότι το μόνο που θα ήθελε ήταν να είχε γίνει το πιο ψηλό και πιο δυνατό δένδρο του δάσους έτσι ώστε οι άνθρωποι, που θα βλέπουν το ύψος του στην κορυφή του λόφου, να σκέπτονται τον Ουρανό και τον θεό.

Όμως πέρασαν τα χρόνια. Και τα πράγματα εξελίχθηκαν κάπως αλλιώς.

Πήγαν υλοτόμοι.

Και έκοψαν το πρώτο δένδρο. Και ενώ σχεδίαζε και ποθούσε να γίνει όμορφο ξυλόγλυπτο μπαούλο για θησαυρούς, ο ξυλουργός το έκαμε δοχείο για την τροφή των ζώων παχνί για τα άχυρα των ζώων.

Το δεύτερο δένδρο, που ήθελε να γίνει ωραίο καράβι, για να μεταφέρει βασιλιάδες, έγινε ένα μικρό ψαροκάικο, που το είχαν φτωχοί ψαράδες να ψαρεύουν.

Το τρίτο δένδρο, που ήθελε να μείνει το ψηλότερο του δάσους το έκοψε κάποιος ξυλοκόπος και το έβαλε στην αποθήκη του.

Περνούσαν χρόνια. Και τα δέντρα, απογοητευμένα από την εξέλιξη των πραγμάτων, ξέχασαν ακόμα και τα όνειρά τους.

Όμως κάποια μέρα ένας άνδρας και μια γυναίκα ήλθαν στον στάβλο, που ήταν εκείνο το ξύλινο παχνί με τα άχυρα και εκεί η γυναίκα γέννησε ένα αγοράκι και το τοποθέτησαν στο παχνί που είχε φτιαχτεί από το πρώτο δένδρο. Ήταν ο Ιωσήφ και η Παναγία Θεοτόκος. Και απόθεσαν σ' εκείνο το ξύλινο παχνί όχι απλώς διαμάντια και χρυσάφια, αλλά τον ίδιο τον θεό, που είχε γίνει άνθρωπος για μας. Έτσι αξιώθηκε αυτό το παχνί, η φάτνη, να δεχτή μέσα της το θησαυρό των θησαυρών, τον ίδιο τον Θεό.

Στο μικρό ψαροκάικο -που είχε γίνει από το δεύτερο δένδρο- μετά από χρόνια μπήκαν κάτι ψαράδες ένας απ' αυτούς κουρασμένος ξάπλωσε να κοιμηθεί. Είχαν ανοιχθεί στη θάλασσα. Και ξέσπασε μια μεγάλη τρικυμία. Και το ψαροκάικο δεν ήταν αρκετά δυνατό για να κρατήσει. Οι άλλοι τότε ξύπνησαν εκείνον που κοιμόταν. Και εκείνος τότε σηκώθηκε. Και διέταξε την φουρτουνιασμένη θάλασσα: «Σιώπα πεφίμωσο». Και η θάλασσα ειρήνεψε αμέσως. Ήταν ο Χριστός μαζί με τους μαθητές του στη λίμνη Γεννησαρέτ. Έτσι και το δεύτερο δένδρο, που είχε φιλοδοξήσει να γίνει μεγάλο πλοίο, που θα μετέφερε υψηλά πρόσωπα και βασιλιάδες, αξιώθηκε να μεταφέρει τον βασιλέα των βασιλέων, τον ίδιο τον Χριστό με τους μαθητές Του!


Και το τρίτο δένδρο, που ήταν στην αποθήκη του ξυλουργού, μια μέρα το πήραν και έκαναν ένα σταυρό' Και σ' αυτόν τον σταυρό σταύρωσαν τον Χριστό. Έτσι το δένδρο αυτό έγινε πιω ψηλό από ότι είχε επιθυμήσει. Έφθασε στον ουρανό και στον θεό! Έγινε, όπως λέμε σε ένα τροπάριο, ουρανού Ισοστάσιο.


Τελικά, το κάθε ένα από τα δένδρα της ιστορίας μας απόκτησε όχι μόνο αυτό που ήθελε και ποθούσε, αλλά ασυγκρίτως περισσότερα όχι όμως με τον τρόπο που φανταζόταν και σχεδίαζε.

Η ιστορία αυτή μας λέει:
Δεν γνωρίζουμε ποιο είναι το θέλημα του θεού για μας. Πρέπει όμως να μην ξεχνάμε ποτέ, ότι εκείνο που μας ετοιμάζει ο Θεός, είναι πάντα προτιμότερο και ωφελιμότερο για μας.

Εμείς πρέπει να κάνουμε όνειρα. Για το καλό. Πρέπει όμως να μην ξεχνάμε και ότι τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως εμείς θα θέλαμε. Και ότι ο Θεός οικονομεί και γίνονται καλύτερα από ότι εμείς φανταζόμαστε.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Ας έχουμε πίστη, Πίστη και εμπιστοσύνη στον Θεό
ΦΙΛΟΙ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΟΣ 4ο