Showing posts with label Γέροντες. Show all posts
Showing posts with label Γέροντες. Show all posts

Tuesday, August 7, 2018

Κατάληψις της Ελλάδος από ξένο κράτος δεν θα γίνει ποτέ!


Aποφθέγματα του γέροντος Αμβροσίου Λάζαρη.
Κατάληψις της Ελλάδος από ξένο κράτος δεν θα γίνει ποτέ! Τόση δύναμη δίνει στην Ελλάδα ο Κύριος τον καιρό του πολέμου, που δεν λέγεται. Δεν θα έρθουν αυτοί μέσα. Το σώμα της Ελλάδος δεν μπορεί να το πάρει κανένα κράτος και να το πάει όπου θέλει. Είναι από πάνω γραμμένα αυτά, δεν είναι από ανθρώπους.

Thursday, June 14, 2012

Δεν είναι εδώ η πατρίδα μας. Εδώ είμαστε περαστικοί.

Aποφθέγματα του γέροντος Αμβροσίου Λάζαρη.
 Δεν είναι εδώ η πατρίδα μας. Εδώ είμαστε περαστικοί. Ήλθαμε, είδαμε και παρήλθαμε. Αλλά πρέπει εδώ να αφήσουμε κάποιο σημάδι στο πέρασμά μας. Όλοι μας! Και ποιό είναι αυτό το σημάδι, παιδιά μου; Είναι η μεταξύ μας αγάπη, η ειλικρίνεια, η πίστη, η αλήθεια και η δικαιοσύνη. Γιατί, βλέπετε, μέσα σ’ αυτό το πέρασμα έχουμε και έναν εχθρό του ανθρωπίνου γένους, που έρχεται και προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις να κατακτήσει τη Γη. Η Γη είναι του Ουρανού και του Θεού, αλλά για ένα διάστημα θα κυριαρχήσει κι αυτός, θα περάσει από τη Γη και αλίμονο στους ανθρώπους; που θα βρεθούνε την εποχή εκείνη. Ναι, έρχεται αυτός και μας σερβίρει ένα καινούριο νόμο.

Δεν υπάρχει άνθρωπος, ούτε πλούσιος ούτε φτωχός, που να μην έχει δοκιμασίες.

Aποφθέγματα του γέροντος Αμβροσίου Λάζαρη.
 Τα βράδια φεύγω με το πνεύμα μου και περιφέρομαι γύρω από όλο τον κόσμο και δεν υπάρχει άνθρωπος -κανένας, μ’ ακούς- που να μην έχει δοκιμασίες. Θα πληρώσουμε σ’ αυτή τη ζωή όλοι, γιατί ο Θεός μας θέλει καθαρούς στην επόμενη, θέλει να μας μειώσει τις αμαρτίες.

Να ξέρετε ότι αοράτως πολλοί άγιοι κατεβαίνουν και μας βοηθούν.

Aποφθέγματα του γέροντος Αμβροσίου Λάζαρη.
 Να ξέρετε ότι αοράτως πολλοί άγιοι κατεβαίνουν και μας βοηθούν. Δεν επιτρέπει ο Θεός να τους δούμε, αλλά καθημερινώς έχουμε πολλούς Αγίους κοντά μας.

Tuesday, June 5, 2012

Η πίστης είναι σαν την φωτιά και η απιστία σαν τον πάγο.

Αποφθέγματα του γέροντος Αμβροσίου Λάζαρη.
Ο πιστός είναι σαν τη φωτιά και ο άπιστοι σαν τον πάγο. Η φωτιά, που είναι η αγάπη, τον λιώνει τον πάγο, ενώ ο πάγος δεν μπορεί να λιώσει ή να κάψει τη φωτιά. Αυτή τη φλόγα που έχουμε πρέπει να τη μεγαλώσουμε και όχι να τη σβήσουμε. Πώς; Με την προσευχή. Και θα βλέπουμε όλους τους ανθρώπους σαν να είναι εικόνες Θεού.

Friday, June 1, 2012

Την Ελλάδα ο Θεός την έχει σπίτι δικό Του.

Aποφθέγματα του γέροντος Αμβροσίου Λάζαρη.
 Την Ελλάδα ο Θεός την έχει σπίτι δικό Του. Η Ελλάδα είναι το καλύτερο μέρος του κόσμου. Είμαστε ευλογημένοι. Αλλά οι κυβερνήτες τα μπερδεύουν μερικές φορές. Οι κυβερνήτες πρέπει να είναι χριστιανοί εν επιγνώσει, γιατί αλλιώς μπερδεύουν το κράτος. 

Thursday, May 31, 2012

Για τον σκανδαλισμό από μοναχούς και γενικά από κληρικούς.


 Aποφθέγματα του γέροντος Αμβροσίου Λάζαρη
- Γέροντα, λέγονται κάποιες φορές ιστορίες δυσάρεστες για μερικούς μοναχούς στο Άγιον Όρος. Τι γνώμη έχεις;
- Παιδί μου, οι μοναχοί είναι άνθρωποι. Υπάρχουν και καλοί και κακοί. Εμείς θα έχουμε πυξίδα στη ζωή μας τους καλούς, σαν τον Γέροντα Παΐσιο, τον Γέροντα Πορφύριο, τον Γέροντα Ιάκωβο. Δεν είμαστε άξιοι να κρίνουμε κανέναν, ούτε τους κακούς. Μπορεί ένας αμαρτωλός να πει αύριο ένα «ήμαρτον» και να τον συγχωρήσει ο Θεός και να πάει πιο γρήγορα στον Παράδεισο από σένα. Γι’ αυτό, μην κρίνεις.

H αξία για τα μνημόσυνα, τα Τριήμερα. . .



Aποφθέγματα του γέροντος Αμβροσίου Λάζαρη
Έλεγε ότι τα μνημόσυνα για τα Τριήμερα, τα Εννιάμερα, τα Σαράντα, τα Εξάμηνα, τα Εννιάμηνα και τον Χρόνο πρέπει να γίνονται πάντοτε, το ίδιο και τα μνημόσυνα του δεύτερου και του τρίτου χρόνου. Μετά είναι προαιρετικά. Ακόμη, είχε πει ότι με τα Τρισάγια βοηθούνται οι ψυχές και ανακουφίζονται, ενώ καμία φορά από τα Σαρανταλείτουργα και τα Τρισάγια μπορούν να μπαίνουν στην «αναμονή».

Wednesday, May 30, 2012

Η μόνιμος πατρίδα μας .



Αποφθέγματατου γέροντος Αμβροσίου Λάζαρη
-Εσύ, παιδί μου, κλείσε τούς φεγγίτες σου γρήγορα.
- Τι εννοείτε, Γέροντα;
- Τα μάτια σου! Βλέπω δράκοντα μέσα!
- Ναι, Πάτερ μου, έχετε δίκαιο. Κοιτάζω εκεί που δεν πρέπει, παραδέχθηκε αυτός με ειλικρίνεια.
 - Από που είσαι;
- Από την τάδε πόλη της Βόρειας Ελλάδας.
- Δεν είναι αυτή η πατρίδα σου. Αλλού είναι, του είπε και έδειξε ψηλά. θα ζήσεις ογδόντα χρόνια. και να ξέρεις ότι σε δέκα χρόνια από τώρα θα έρθει κρίση στην Ελλάδα, που θα εξελιχθεί σε πείνα, κι εσύ θα βοηθήσεις κόσμο...

H αξία του Εσπερινού του Σαββάτου.


Aποφθέγματα του γέροντος Αμβροσίου Λάζαρη
 Έλεγε πώς έχει μεγάλη αξία να πηγαίνουμε στον ναό για τον Εσπερινό του Σαββάτου, που είναι η πρώτη ακολουθία της καινούριας ημέρας, και να ξεκινάμε έτσι με δοξολογία προς τον Κύριο και με αγάπη προς τον Άγιο της ημέρας, Ή, αν δεν μπορούμε, να ανοίγουμε το ραδιόφωνο και να ακούμε. Και αυτό, γιατί το Σάββατο μετά τον Εσπερινό φεύγουν όλοι οι Άγγελοι και πηγαίνουν επάνω, στον Κύριο, για να επανέλθουν κατά τη θεία Λειτουργία της Κυριακής. Τόνιζε ότι τον Χριστό Τον ευχαριστεί, όταν οι άνθρωποι πάμε στον ναό με δική μας θέληση. Είμαστε τότε υψωμένοι στον θρόνο του Θεού. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε σοβαροί, να είμαστε παρόντες και να παρακολουθούμε προσεκτικά τη θεία Λειτουργία, να μη μιλάμε και να προσευχόμαστε νοερά. Ο πονηρός κάνει πολύ μεγάλο πόλεμο να μας αποσπάσει, ώστε να μην προσευχηθούμε, να μη ζητήσουμε, να μην είμαστε σωστοί, να μην είμαστε όπως πρέπει μπροστά στον Θεό. Στο «Πρόσχωμεν» θα ζητάμε από τον Κύριο, γιατί εκείνη τη στιγμή βγαίνει στην Ωραία Πύλη και περιμένει να του ζητήσουμε, ώστε να μας βοηθήσει. Το Πιστεύω καλύτερα να το λέμε από μέσα μας, να μην ενοχλούμε τούς άλλους. Επίσης να μην ψέλνουμε μαζί με τούς ψάλτες, γιατί κάποιος δίπλα μας μπορεί εκείνη την ώρα να έχει πόνο και να ζητάει κάτι από τον Κύριο, Αλλά να μην το καταφέρνει, γιατί εμείς του αποσπάμε την προσοχή. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και να σεβόμαστε τούς διπλανούς μας. (σελ. 115-116)

H αξία της βραδινής προσευχής του Αποδείπνου.


Aποφθέγματα του γέροντος Αμβροσίου Λάζαρη
 Έλεγε ότι το Απόδειπνο είναι μία ομπρέλα, η οποία ανοίγει και σκεπάζει όλη την οικογένεια από τα κακά πνεύματα που υπάρχουν τη νύχτα, ότι απωθεί και τούς κλέφτες ακόμη, και σε θωρακίζει ο Θεός μέσα στο ίδιο σου το σπίτι. Σε μία γυναίκα, μάλιστα, είχε επιμείνει όχι μόνο στην πρωινή προσευχή, τότε που είμαστε ξεκούραστοι, Αλλά και στη βραδινή, παρά την κόπωση της ημέρας που προηγήθηκε. Της τόνισε: - Το Απόδειπνο θα προσπαθείς να το λες κάθε βράδυ με τα παιδιά σου, και πάντα θα διαβάζει ο ένας δυνατά, ενώ οι άλλοι θα συνοδεύουν... Ήταν όμως με κατανόηση προς τον άλλο. Έτσι, όταν η ίδια τον ρώτησε τι να κάνει με τα παιδιά της, αφού λόγω της ηλικίας και των μαθημάτων τους δεν μπορούσαν να συμμετέχουν, της είπε: - Τότε ας το κάνει ο καθένας μόνος του, προκειμένου να μη γίνεται καθόλου. Και αν δεν μπορείτε να κάνετε όλο το Απόδειπνο, τότε πείτε τον 50ό ψαλμό του Δαβίδ («Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα ελεός Σου...»).

Wednesday, April 18, 2012

Πονώ και αγω­νιώ για την πορεία του ελληνικού Έθνους


1. Ο Γέροντας Επιφάνιος έλεγε: «Πονώ και αγω­νιώ για την πορεία του ελληνικού Έθνους, το όποιο συνε­χώς αφελληνίζεται, αποχριστιανίζεται, αποχρωματίζεται, αποκόπτεται από τις ρίζες του και χάνει τα στοιχεία της ταυτότητας του».

2. «Η χώρα μας, έλεγε ο Γέροντας Αμφιλόχιος, είναι σκεπασμένη με τους πάγους του υλισμού και της αθεΐας και καλούμαστε όλοι να συμβάλουμε στη διάλυση τους. Μόνο όταν φύγουν οι πάγοι αυτοί, θα μπορέσουμε να βρούμε και να χαρούμε ξανά τη γη εκείνη την πραγμα­τική, την όποια καλλιέργησαν αποστολικά άροτρα και την πότισαν αίματα Μαρτύρων και ιδρώτες Όσιων. Τότε μόνο ο νοητός ήλιος θα θερμάνει την ελληνική γη και αμέσως θα βλαστήσει, θα ανθίσει και θα καρποφορήσει, όπως και άλλοτε, προς δόξαν Θεού».
3. «Το μπαστούνι του Θεού για μας τους Έλληνες, όταν φεύγουμε από το δρόμο του και πέφτουμε στην ασέ­βεια και αμαρτία, είναι οι Τούρκοι», έλεγε ο Γέροντας της Αίγινας Ιερώνυμος.
4. Κάποιος ρώτησε το Γέροντα Πορφύριο τι πρέπει να ψηφίσει στις βουλευτικές εκλογές κι εκείνος του απάν­τησε παραβολικά: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι σαν την κλώσσα. Κάτω από τα φτερά της σκεπάζει και άσπρα πουλάκια και μαύρα πουλάκια και κίτρινα και κάθε χρώ­ματος πουλάκια». Και άλλοτε είπε για τους πολιτικούς: «Τι να σου κάνουν και οι πολιτικοί; Είναι μπερδεμένοι με τα ψυχικά τους πάθη. Όταν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του, πώς θα μπορέσει να βοηθήσει τους άλλους; Φταίμε και εμείς για την κατάσταση αυτή. Αν ήμασταν αληθινοί χριστιανοί, θα μπορούσαμε να στείλουμε στη βουλή, όχι βέβαια χριστιανικό κόμμα, αλ­λά χριστιανούς πολιτικούς και τα πράγματα θα ήταν δια­φορετικά».

Monday, April 16, 2012

Αφιέρωμα στον π. Αμφιλόχιο Μακρή

Για την εκπομπή ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ επισκεφθήκαμε το νησί Πάτμος, στην καρδιά των δωδεκανήσων (στην Ελλάδα). Σε αυτό το νησί ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος και Ευαγγελιστής είχε το όραμα της Αποκάλυψης. Εδώ έζησε και ένας μεγάλος πνευματικός πατέρας των καιρών μας, ο Αρχιμανδρίτης Αμφιλόχιος Μακρής.
Επισκεφθήκαμε το Μοναστήρι του ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ, γυναικεία Μονή την οποία ίδρυσε ο ίδιος.

Saturday, February 4, 2012

Ποια είναι η αρετή που απαιτεί την πιο μεγάλη προσπάθεια;

“Οι αδελφοί ρώτησαν τον Αββά Αγάθωνα: Πάτερ, ανάμεσα σ’ όλες τις διάφορες δραστηριότητές μας, ποια είναι η αρετή που απαιτεί την πιο μεγάλη προσπάθεια; Εκείνος απάντησε: «Συγχωρέστε με, αλλά νομίζω ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερος μόχθος από το να προσεύχεσαι στο Θεό. Γιατί κάθε φορά που ένας άνθρωπος θέλει να προσευχηθεί, οι εχθροί του οι δαίμονες προσπαθούν να τον εμποδίσουν• γιατί ξέρουν ότι τίποτε δεν τους είναι μεγαλύτερο εμπόδιο από την προσευχή στο Θεό. Σ’ οτιδήποτε άλλο αναλάβει ο άνθρωπος, αν επιμείνει, θα μπορέσει να ξεκουραστεί. Αλλά για να προσευχηθεί κανείς πρέπει να παλεύει ως την τελευταία του αναπνοή».”
anastasiosk.blogspot

Wednesday, October 26, 2011

Δυο μέρες για δυο ισάγγελους γέροντες



«Το 1968 είχε προαισθανθή πια τον θάνατο του, γιατί συνέχεια ανέφερε για τον θάνατο. Τον είχαν εγκαταλείψει και οι λίγες σωματικές του δυνάμεις. Μετά της Παναγίας(τον Δεκαπενταύγουστο) είχε πέσει στο κρεβάτι και έπινε μόνο νερό, γιατί καιγόταν εσωτερικά. Παρόλο πού βρισκόταν σ΄ αυτή την κατάσταση, πάλι δεν ήθελε να μένη άνθρωπος κοντά του, για να μη τον περισπά στην αδιάλειπτη προσευχή του.
Όταν είχε πλησιάσει η τελευταία εβδομάδα της ζωής του επί της γης, τότε μου είπε να καθήσω κοντά του, γιατί θα αποχωριζόμασταν πια, αφού θα έφευγε εκείνος για την αληθινή ζωή. Ακόμη και αυτές τις δέκα ήμερες δεν με άφηνε να μένω συνέχεια κοντά του, αλλά μου έλεγε να πηγαίνω στο διπλανό κελλάκι, για να προσεύχωμαι κι εγώ μετά από την μικρή βοήθεια πού του πρόσφερα. Φυσικά, δεν είχα τα απαιτούμενα για να τον ανακουφίσω όσο έπρεπε, αλλά, επειδή δεν είχε ανακουφισθή ποτέ το ταλαιπωρημένο του σώμα, και ή ελάχιστη βοήθεια του φαινόταν πολύ μεγάλη. 

Μια μέρα, είχα οικονομήσει δύο λεμόνια και του έκανα μια λεμονάδα. Μόλις ήπιε λίγο δροσίστηκε και με κοιτούσε παράξενα. 
-Πά-πά-πά, παιδί μου! αυτό το νερό είναι πολύ καλό! Που το βρήκες; Ό Χριστός να σου δώση σαράντα χρυσά στεφάνια.
Φαίνεται δεν είχε πιή ποτέ λεμονάδα ή είχε πιή, όταν ήταν πολύ μικρός, και είχε ξεχάσει την γεύση της.

Monday, October 24, 2011

Το πλύσιμο του ποτηριού.(Διήγηση Στάρετς Βαρσανούφιου)


Δόκιμος ακόμα, μια καλοκαιριάτικη νύχτα περπατούσα ανάμεσα στους κήπους της Σκήτης. Μόνος με μόνο τον Θεό. Πλησιάζοντας την μεγάλη λίμνη βλέπω τον μεγαλόσχημο π. Γεννάδιο. Από τότε πού πέρασε τον κατώφλι της Σκήτης είχαν περάσει 62 ολόκληρα χρόνια. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του δεν έβγαινε καθόλου από την Σκήτη. Είχε λησμονήσει εντελώς τον κόσμο. Στεκόταν ακίνητος με τα μάτια καρφωμένα στο νερό. Με τρόπο διακριτικό, για να μην τον τρομάξω, έκαμα αισθητή την παρουσία μου. Τον πλησίασα, και τον ερώτησα:
- Τι κάνεις εδώ, πάτερ;
- Κοιτάζω το νερό.
- Και τι βλέπεις;
- Εσύ, δεν βλέπεις τίποτα;
- Απολύτως, τίποτα.
- Μέσα από τον νερό βλέπω την σοφία του Θεού. Γνωρίζεις πολύ καλά, πώς είμαι άνθρωπος ολιγογράμματος. Το μόνο που κατάφερα και έμαθα στην ζωή μου είναι να διαβάζω τον Ψαλτήρι. Ο Κύριος όμως, δεν με αφήνει στο σκοτάδι, αλλά μου φανερώνει τον άγιο θέλημά Του· σε μένα, τον ταπεινό δούλο Του. Πολλές φορές εκπλήσσομαι πού άνθρωποι μορφωμένοι δεν κατανοούν μερικά απλά θέματα της πίστεως. Βλέπεις; Όπως όλος αυτός ο ουρανός με τα άστρα αντικαθρεφτίζεται μέσα στο νερό, έτσι και ο Κύριος, όχι μόνο αντικαθρεφτίζεται μέσα στην καθαρή καρδιά, αλλά την κάνει και κατοικία Του. Ένα πράγμα σου λέω. Η χαρά και η μακαριότητα πού αισθάνεται η ψυχή του ανθρώπου πού φρόντισε να καθαρίσει την καρδιά του, δεν περιγράφεται. Τα λόγια τού Χριστού «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία» δεν είναι τυχαία! Ανάμεσα και γνωρίζω πόσο απαραίτητο είναι στον άνθρωπο να έχει καρδιά καθαρή, όμως, τόσα χρόνια αγωνίζομαι και ακόμη δεν τον έχω κατορθώσει. Μήπως, μπορείς εσύ να μού εξηγήσεις, τι σημαίνει καρδιά καθαρή;

Friday, September 30, 2011

Ξύπνα παιδί μου πριν σε ξυπνήσει ο Χάρος… (Γέροντας Μακάριος ο Σπηλαιώτης)

Τελείωνε πια το προσκύνημά μας. Τις παραμονές του μισεμού πήρα τον ανήφορο μοναχός, ν’ ανέβω στ’ άγρια ησυχαστήρια, ανάμεσα στους βράχους αψηλά απάνω από τη θάλασσα, στα Καρούλια. Τρυπωμένοι μέσα σε σπηλιές, ζουν εκεί και προσεύχουνται για τις αμαρτίες του κόσμου, καθένας μακριά από τον άλλο, για να μην έχουν και την παρηγοριά να βλέπουν ανθρώπους, οι πιο άγριοι, οι πιο άγιοι ασκητές του Αγίου Όρους. Ένα καλαθάκι έχουν κρεμασμένο στη θάλασσα, κι οι βάρκες που τυχαίνει κάποτε να περνούν ζυγώνουν και ρίχνουν μέσα λίγο ψωμί, ελιές, ότι έχουν, για να μην αφήσουν τους ασκητές να πεθάνουν της πείνας. Πολλοί από τους άγριους αυτούς ασκητές τρελαίνουνται. Θαρρούν πώς έκαμαν φτερά, πετούν απάνω από τον γκρεμό και γκρεμίζουνται. Κάτω ο γιαλός είναι γεμάτος κόκκαλα.
Ανάμεσα στους ερημίτες τούτους ζούσε τα χρόνια εκείνα, ξακουστός για την αγιοσύνη του, ο Μακάριος ο Σπηλαιώτης. Αυτόν κίνησα να δω. Από τη στιγμή που πάτησα στο ιερό βουνό, είχα πάρει την απόφαση να πάω να τον δω, να σκύψω να του φιλήσω το χέρι και να του ξομολογηθώ. Όχι τα κρίματά μου, δεν πίστευα να χα κάμει ως τότε πολλά, όχι τα κρίματά μου παρά την εωσφορική αλαζονεία που συχνά μ’ έσπρωχνε να μιλώ με αναίδεια για τα εφτά μυστήρια και τις δέκα εντολές και να θέλω να χαράξω δικό μου δεκάλογο.
Σα να χε φτάσει κιόλας η Δευτέρα Παρουσία και ξεπρόβαλε ο σκελετός αυτός από τη γης και δεν είχε ακόμα προφτάσει να ντυθεί όλες τις σάρκες του. Φόβος κι αηδία με κυρίεψε, και συνάμα κρυφός ανομολόγητος θαμασμός. Δεν τόλμησα να τον ζυγώσω, τον ρώτησα από μακριά. Άπλωσε το ξεραμένο μπράτσο, αμίλητος, και μου δείξε μια μαύρη σπηλιά αψηλά στα χείλια του γκρεμού.
 Πήρα ν’ ανεβαίνω πάλι τους βράχους, με καταξέσκισαν τα αγκρίφια τους, έφτασα στη σπηλιά. Έσκυψα να δω μέσα. Μυρωδιά χωματίλα και λιβάνι, σκοτάδι βαθύ. Σιγά-σιγά διέκρινα ένα σταμνάκι δεξά, σε μια σκισμάδα του βράχου, τίποτα άλλο. Έκαμα να φωνάξω, μα η σιωπή μέσα στο σκοτάδι ετούτο μου φάνηκε τόσο ιερή, τόσο ανησυχαστική, που δεν τόλμησα. Σαν αμαρτία, σαν ιεροσυλία μου φάνηκε εδω η φωνή του ανθρώπου.
Είχαν πια συνηθίσει τα μάτια μου στο σκοτάδι, κι ως τα γούρλωνα και κοίταζα, ένας φωσφορισμός απαλός, ένα πρόσωπο χλωμό, δυό χέρια σκελεθρωμένα κουνήθηκαν στο βάθος της σπηλιάς κι ακούστηκε γλυκιά ξεπνεμένη φωνή:
– Καλώς τον!
Έκαμα κουράγιο, μπήκα στη σπηλιά, προχώρησα κατά τη φωνή. Κουλουριασμένος χάμω, είχε σηκώσει το κεφάλι ο ασκητής, και διέκρινα στο μεσόφωτο το πρόσωπό του άτριχο, φαγωμένο από τις αγρύπνιες και την πείνα, με αδειανούς βολβούς, να γυαλίζει βυθισμένο σε ανείπωτη μακαριότητα. Τα μαλλιά του είχαν πέσει, έλαμπε το κεφάλι του σαν κρανίο.
– Ευλόγησον, πάτερ, είπα κι έσκυψα να του φιλήσω το κοκαλιασμένο χέρι.
Κάμποση ώρα σωπαίναμε. Κοίταζα με απληστία την ψυχή τούτη που είχε εξαφανίσει το κορμί της, αυτό βάραινε τις φτερούγες της και δεν την άφηνε ν’ ανέβει στον ουρανό. Ανήλεο, ανθρωποφάγο θεριό η ψυχή που πιστεύει. Κρέατα, μάτια, μαλλιά, όλα του τα χε φάει.
Δεν ήξερα τι να πω, από που ν’ αρχίσω. Σαν ένα στρατόπεδο ύστερα από φοβερή σφαγή μου φάνταζε το σαράβαλο κορμί μπροστά μου. Ξέκρινα απάνω του τις νυχιές και τις δαγκωματιές του Πειρασμού.
Αποκότησα τέλος:
– Παλεύεις ακόμα με το Διάβολο, πάτερ Μακάριε; τον ρώτησα.
- Όχι πια, παιδί μου. Τώρα γέρασα, γέρασε κι αυτός μαζί μου. Δεν έχει δύναμη. Παλεύω με το Θεό.
– Με το Θεό! έκαμα ξαφνιασμένος κι ελπίζεις να νικήσεις;
– Ελπίζω να νικηθώ, παιδί μου. Μου απόμειναν ακόμα τα κόκαλα. Αυτά αντιστέκουνται.
– Βαριά η ζωή σου, γέροντά μου. Θέλω κι εγώ να σωθώ, δεν υπάρχει άλλος δρόμος;
– Πιο βολικός; έκαμε ο ασκητής και χαμογέλασε με συμπόνια.
– Πιο ανθρώπινος, γέροντά μου.
– Ένας μονάχα δρόμος.
– Πώς τον λέν;
– Ανήφορο. Ν’ ανεβαίνεις ένα σκαλί. Από το χορτασμό στην πείνα, από τον ξεδιψασμό στη δίψα, από τη χαρά στον πόνο. Στην κορφή της πείνας, της δίψας, του πόνου κάθεται ο Θεός. Στην κορφή της καλοπέρασης κάθεται ο Διάβολος διάλεξε.
– Είμαι ακόμα νέος. Καλή ναι η γης, έχω καιρό να διαλέξω.
Aπλωσε ο ασκητής τα πέντε, κόκαλα του χεριού του, άγγιξε το γόνατό μου, με σκούντηξε:
- Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πριν σε ξυπνήσει o Χάρος.
Ανατρίχιασα.
– Είμαι νέος, ξανάπα για να κάμω κουράγιο.
- Ο Χάρος αγαπάει τους νέους. Η Κόλαση αγαπάει τους νέους. Η ζωή ναι ένα μικρό κεράκι αναμμένο, εύκολα σβήνει, έχε το νου σου, ξύπνα!
Σώπασε μια στιγμή, και σε λίγο:
– Είσαι έτοιμος; μου κάνει.
Αγανάχτηση με κυρίεψε και πείσμα.
– Όχι! φώναξα.
– Αυθάδεια της νιότης! Το λες και καυχιέσαι, μη φωνάζεις. Δε φοβάσαι;
– Ποιος δε φοβάται; Φοβούμαι. Κι ελόγου σου, πάτερ άγιε, δε φοβάσαι; Πείνασες, δίψασες, πόνεσες, κοντεύει να φτάσεις στην κορφή της σκάλας, φάνηκε ! πόρτα της Παράδεισος. Μα θ’ ανοίξει η πόρτα αυτή να μπεις; Θ’ ανοίξει; είσαι σίγουρος;
Δύο δάκρυα κύλησαν από τις κόχες των ματιών του. Αναστέναξε. Και σε λίγο:
- Είμαι σίγουρος για την καλοσύνη του Θεού. Αυτή νικάει και συχωρνάει τις αμαρτίες του ανθρώπου.
– Κι εγώ είμαι σίγουρος για την καλοσύνη του Θεού. Αυτή λοιπόν μπορεί να συχωρέσει και την αυθάδεια της νιότης.
– Αλίμονο να κρεμόμαστε μονάχα από την καλοσύνη του Θεού. Η κακία τότε κι η αρετή θα μπαίναν αγκαλιασμένες στην Παράδεισο.
– Δεν είναι, θαρρείς, γέροντά μου, ! καλοσύνη του Θεού τόσο μεγάλη;
Κι ως το πα, άστραψε στο νου μου ο ανόσιος, μπορεί, μα, ποιος ξέρει, μπορεί ο τρισάγιος στοχασμός, πώς θα ρθει καιρός της τέλειας λύτρωσης, της τέλειας φίλιωσης, θα σβήσουν οι φωτιές της Κόλασης, κι ο Ασωτος Υιός, ο Σατανάς, θ’ ανέβει στον ουρανό, θα φιλήσει το χέρι του Πατέρα και δάκρυα θα κυλήσουν από τα μάτια του: «Ήμαρτον!» θα φωνάξει, κι ο Πατέρας θ’ ανοίξει την αγκάλη του: «Καλώς ήρθες» θα του πει «καλώς ήρθες, γιε μου. Συχώρεσε με που σε τυράννησα τόσο πολύ!».
Μα δεν τόλμησα να ξεστομίσω το στοχασμό μου. Πήρα ένα πλάγιο μονοπάτι να του το πω.
– Έχω ακουστά, γέροντά μου, πώς ένας άγιος, δε θυμάμαι τώρα ποιός, δεν μπορούσε να βρει ανάπαψη στην Παράδεισο. Ακουσε ο Θεός τους στεναγμούς του, τον κάλεσε: «Τί έχεις κι αναστενάζεις;» τον ρώτησε. «Δεν είσαι ευτυχής;
Πώς να μαι ευτυχής, Κύριε;» του αποκρίθηκε ο άγιος. Στη μέση μέση της Παράδεισος ένα σιντριβάνι και κλαίει.
Τί συντριβάνι;
Τα δάκρυα των κολασμένων».
Ο ασκητής έκαμε το σημάδι του σταυρού, τα χέρια του έτρεμαν.
– Ποιος είσαι; έκαμε με φωνή ξεψυχισμένη. Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά!
Έκαμε πάλι το σταυρό του τρεις φορές, έφτυσε στον αέρα:
– Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά, ξανάπε, κι ! φωνή του τώρα είχε στερεώσει.
Αγγιξα το γόνατό του που γυάλιζε γυμνό στο μεσόφωτο. Το χέρι μου πάγωσε.
– Γέροντά μου, του κάνω, δεν ήρθα εδώ να σε πειράξω, δεν είμαι ο Πειρασμός. Είμαι ένας νέος που θέλει να πιστέψει απλοϊκά, χωρίς να ρωτάει, όπως πίστευε ο παππούς μου ο χωριάτης θέλω, μα δεν μπορώ.
– Αλίμονο σου, αλίμονο σου, δυστυχισμένε. Το μυαλό θα σε φάει, το εγώ θα σε φάει. Ο αρχάγγελος Εωσφόρος, που εσύ υπερασπίζεσαι και θες να τον σώσεις, ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στην Κόλαση; Όταν στράφηκε στx Θεό κι είπε: Εγώ. Ναι ναι, άκου, νεαρέ, και βάλ’ το καλά στo νου σου:
– Ένα μονάχα πράμα κολάζεται στην Κόλαση, το εγώ. Το εγώ, ανάθεμά το!
Τίναξα το κεφάλι πεισματωμένος:
– Με το εγώ αυτό ξεχώρισε ο άνθρωπος από το ζώο, μην το κακολογάς, πάτερ Μακάριε.
– Με το εγώ αυτό ξεχώρισε από το Θεό. Πρώτα όλα ήταν ένα με το Θεό, ευτυχισμένα στον κόρφο του. Δεν υπήρχε εγώ και συ κι εκείνος δεν υπήρχε δικό σου και δικό μου, δεν υπήρχαν δυό, υπήρχε ένα. Το Ένα, ο Ένας. Αυτός είναι ο Παράδεισος που ακούς, κανένας άλλος. Από κει ξεκινήσαμε, αυτόν θυμάται και λαχταρίζει ! ψυχή να γυρίσει. Βλογημένος ο θάνατος! τί ναι ο θάνατος, θαρρείς; Ένα μουλάρι, το καβαλικεύουμε και πάμε.
Μιλούσε, κι όσο μιλούσε το πρόσωπό του φωτίζουνταν. Γλυκό, ευτυχισμένο χαμόγελο ξεχύνουνταν από τα χείλια του κι έπιανε όλο του το πρόσωπο. Ένιωθες βυθίζουνταν στην Παράδεισο.
– Γιατί χαμογελάς, γέροντά μου;
– Είναι να μη χαμογελώ; μου αποκρίθηκε είμαι ευτυχής, παιδί μου. Κάθε μέρα, κάθε ώρα, γρικώ τα πέταλα του μουλαριού, γρικώ το Χάρο να ζυγώνει.
Είχα σκαρφαλώσει τα βράχια για να ξομολογηθώ στον άγριο τούτον απαρνητή της ζωής. Μα είδα ήταν ακόμα πολύ ενωρίς. Η ζωή μέσα μου δεν είχε ξεθυμάνει, αγαπούσα πολύ τον ορατό κόσμο, έλαμπε o Εωσφόρος στο μυαλό μου, δεν είχε αφανιστεί μέσα στην τυφλωτική λάμψη του Θεού. Αργότερα, συλλογίστηκα, σα γεράσω, σαν ξεθυμάνω, σαν ξεθυμάνει μέσα μου κι o Εωσφόρος.
Σηκώθηκα. Ασκωσε ο γέροντας το κεφάλι.
– Φεύγεις; έκαμε άε στο καλό. Ο Θεός μαζί σου.
Και σε λίγο, περιπαιχτικά:
– Χαιρετίσματα στον κόσμο.
– Χαιρετίσματα στον ουρανό, αντιμίλησα. Και πες στο Θεό, δε φταίμε εμείς, φταίει αυτός που έκαμε τον κόσμο τόσο ωραίο.

N.Kαζαντζάκη: Η συνάντηση του με τον γέροντα Μακάριο τον σπηλαιώτη ασκητή των Καρουλίων του Αγίου Όρους

Wednesday, August 31, 2011

Ἐμπειρίες ἑνὸς ταπεινοῦ λευΐτη, παπα-Δημήτριος Γκαγκαστάθης

π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης (1902-1975), νας πλοϊκς κα γιος κληρικς το αἰῶνα μας, ταν λειτουργοσε εχε θεες θεωρίες κα μπειρίες. Διηγεται διος: Κάποτε, στ μεγάλη εσοδο, κι ν πλησίαζα στν ραία πύλη, εδα ριστερά μου να μορφο παιδάκι, πο χάθηκε σν σκιά. Συγχρόνως κούστηκε κρότος π τ καντήλι τς Παναγίας, πο ρχισε ν κουνιέται μέχρι τ τέλος τς λειτουργίας. Σ μία νυχτεριν λειτουργία μου στ να τν Ταξιαρχν, εδα τν ρα τς δοξολογίας τ διο κενο παιδάκι ν στέκεται μπροστ στν προσκομιδή, κα ν ξαφανίζεται πάλι σν καπνός.

νήμερα το γίου Πνεύματος λειτούργησα στν ερ μον γίας Τριάδος Μετεώρων. Τί ελογία Θεο! κείνη λειτουργία θ μο μείνει λησμόνητη· στ μεγάλη εσοδο κατέβηκε π ριστερ μία γυναίκα, π δεξι νας νδρας μ᾿ να μικρ παιδί, ν πλθος π λλα παιδάκια κολουθοσαν τ τίμια Δρα.

Κάτι νάλογο συνέβη στς 8 Αγούστου 1954· στς 5 τ πρω ξεκίνησα γι τ χωρι ρδάνι. Περπατοσα κι ψαλλα κατανυκτικος μνους γι ν εχαριστήσω τν Κύριο κα τ Θεοτόκο. Φτάνοντας στν κκλησία το χωριο, ρχισα τν ρθρο, κα στ συνέχεια μπκα στ θεία λειτουργία μ πνευματικ εφροσύνη κα γαλλίαση. συνέβη τότε τ ξς θαυμαστό: σα παιδι π 12 τν κα κάτω βρίσκονταν στ ναό, βλεπαν στ ερ δύο μεγάλες σκάλες, πάνω στς ποες νέβαιναν κα κατέβαιναν παιδάκια λουσμένα στ Φς. ταν διάβαζα τ Εαγγέλιο, γέμισε π παιδάκια γία τράπεζα· τν ρα τς μεγάλης εσόδου νεωκόρος εδε ν κατεβαίνει π τν ριστερ σκάλα μία γυναίκα κι π τ δεξι νας νδρας μ᾿ να μικρ παιδί, ν πλθος παιδάκια κολουθοσαν τ μεταφορ τν τιμίων Δώρων.

Μερικς φορς παπα-Δημήτρης, τν ρα τς θείας λειτουργίας, εχε νοχλήσεις π τος δαίμονες: Κάποτε, διηγεται, ν λειτουργοσα, κούω ξω θορύβους. Βγαίνω, κα τί ν δ! Ο σατανάδες χτίζανε πολυκατοικία. λλος κρατοσε μυστρί, λλος φτυάρι... Τος σταύρωσα, κι λα ξαφανίστηκαν. λλοτε, ν λειτουργοσα τ νύχτα, μπκαν στν κκλησία κι ρχισαν ν᾿ ναποδογυρίζουν τς καρέκλες. ρχηγός τους μάλιστα μπκε στ ερό, κλεισε τ παραθυράκι κα μ᾿ πιασε π᾿ τ λαιμ ν μ πνίξει. πικαλέστηκα τος γιους Ταξιάρχες, κι μέσως χάθηκαν.

Ο δαίμονες, μ παραχώρηση Θεο, μπαίνουν μέσα στν κκλησία κα βάζουν λογισμος στος πιστούς. Μόλις μως πον ο ψάλτες τ χερουβικ κα βγε ερέας γι τ μεγάλη εσοδο, μέσως φεύγουν. Τν Δεκέμβριο το 1968, ν λειτουργοσε παπα-Δημήτρης, νάμεσα στ κκλησίασμα ταν κι να κορίτσι 14 τν, πο τ βασάνιζε σατανς. Τν ρα το χερουβικο βγαλε ξαφνικ μία τρομερ κραυγ κι πεσε κάτω σν νεκρό. Ο πιστο νησύχησαν. Σ λίγα λεπτ μως τ σήκωσαν σ καλ κατάσταση, σωφρονισμένο. Στ τέλος μάλιστα τς θείας λειτουργίας γινε Παράκληση, κα τ κορίτσι φυγε π τν κκλησία πολ διαφορετικό.

Κάθε φορ πο παπα-Δημήτρης λειτουργοσε στ να το χωριο του, τος γίους Ταξιάρχες, γία τράπεζα εωδίαζε. Ατ συνέβαινε μερικς φορς κα σ λλους ναούς. εωδία παρουσιαζόταν κυρίως μετ τ μεγάλη εσοδο, ταν τοποθετοσε τ χραντα Μυστήρια πάνω στν γία τράπεζα. λλοτε παρουσιαζόταν τν ρα τς πικλήσεως το γίου Πνεύματος, στ «τ σ κ τν σν... ».

Συχν βαζε βαμβάκι κάτω π τ ντιμήνσιο πρν ρχίσει θεία λειτουργία, κα τελειώνοντας, τ βαμβάκι μυροβολοσε. Τ γεγονς ατ τ μαρτυρον πολλοί, πο συγκλονίστηκαν κα τονώθηκαν στν πίστη. Τ ρωμα τς γίας τραπέζης δυνάμωνε τ λειτουργ κα τν νακούφιζε. Κάποτε βγαινε τόσο φθονο, στε δυσκολευόταν ν᾿ ναπνεύσει. Μία φορ μάλιστα εωδία βγαινε σν νας μικρς στύλος καπνο κα πλημμύρισε λη τν κκλησία.

ταν παπα-Δημήτρης ζήτησε κα τ γνώμη το π. Φιλόθεου Ζερβάκου, κενος πάντησε: Δν πρέπει ν᾿ μφιβάλλουμε τι πρόκειται γι να παράδοξο θαμα. τ πι βέβαιο εναι πς εωδία προέρχεται π τ θυσία το ησο Χριστο, πο σν μνς σφαγιάζεται πάνω στν γία τράπεζα γι τς μαρτίες μας. Πιθανν μως ν προέρχεται κα π τ για λείψανα πο βρίσκονται κάτω π τν για τράπεζα κα π τ γκαίνια.