Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Μι­κρά Ἀ­σί­α

­ταν 29 Μα­ΐ­ου το 1453, ­ταν ­κού­στη­κε σπα­ρα­κτι­κή κραυ­γή: «­ά­λω Πό­λις Σου, Θε­ο­τό­κε». ­μέ­σως ­μως λα­ός μας, πα­ρη­γο­ρών­τας τό «Ρό­δον τό ­μά­ραν­το» τς ρ­θο­δο­ξί­ας, ρί­χνον­τας καί τόν σπό­ρο τς ν­τί­στα­σης καί τς ­νά­στα­σης το Γέ­νους, δι­α­λα­λε: «Σώ­πα­σε κυ­ρά-Δέ­σποι­να καί μήν πο­λυ­δα­κρύ­ζεις πά­λι μέ χρό­νους μέ και­ρούς πά­λι δι­κά μας θά ‘ναι». Καί ρ­θα­νε χρό­νοι δί­σε­κτοι: 400 χρό­νι­α, 500 γιά τόν βό­ρει­ο καί ­κε­θεν του Α­γαί­ου λ­λη­νι­σμό κρα­τ αχ­μα­λω­σί­α, θη­ρι­ώ­δης σκλα­βιά.
­πι­βί­ω­σε ­μως λα­ός μας, ο ­ρω­ϊ­κοί ρα­γιά­δες. Πς; Χά­ρις στήν λ­λη­νο­σώ­τει­ρα κ­κλη­σί­α μας. «Τό ρά­σο στά­θη­κε ­θνι­κή ση­μαί­α τς λ­λά­δος στά χρό­νι­α της σκλα­βις», θά γρά­ψει Μυ­ρι­βή­λης. Γι’ α­τό καί τό λά­βα­ρο τς ­γι­α­σμέ­νης ­πα­νά­στα­σης το ’21 τό ­ψώ­νει ­νας ­πί­σκο­πος. Γι’ α­τό καί ­πο­στο­μω­τι­κή, πρός τούς τω­ρι­νούς κ­κλη­σι­ο­μά­χους, κραυ­γή το Κο­λο­κο­τρώ­νη: «­ταν ­πι­ά­σα­με τά ρ­μα­τα ε­πα­με πρ­τα ­πέρ Πί­στε­ως καί ­πει­τα ­πέρ Πα­τρί­δος».
Καί ­γί­να­με Κρά­τος, πού με­τά τήν δο­λο­φο­νί­α το ­γί­ου της πο­λι­τι­κς, ­ω­άν­νη Κα­πο­δί­στρι­α, κα­ταν­τ μπαί­γνι­ο τν Με­γά­λων Δυ­νά­με­ων, πα­λι­ο­ψά­θα τν ­θνν, κα­τά τόν πα­τρι­δο­φύ­λα­κα στρα­τη­γό Μα­κρυ­γι­άν­νη.
ρ­χέ­γο­νες ­μως κοι­τί­δες το λ­λη­νι­σμο μέ­νουν σκλά­βες «Κι ­να στό­μα ­καρ­τε­ρο­σαν / ­λα πά­λι, νά τούς πε». Μα­κε­δο­νί­α, Θρά­κη, Κρή­τη, Μι­κρά ­σί­α μέ τήν Σμύρ­νη, Πόν­τος μέ τήν Τρα­πε­ζον­τα καί ο λ­λες ξα­κου­στές πο­λι­τε­ες τς Ρω­μιο­σύ­νης. Ε­δό­κη­σεν Κύ­ρι­ος καί ρ­θε τό πλή­ρω­μα το χρό­νου. Καί πρ­τα ­δ στή Μα­κε­δο­νί­α μας. ­ρω­ϊ­κοί Μα­κε­δο­νο­μά­χοι, ­τρό­μη­τες δα­σκά­λες, πα­πά­δες μέ ντου­φέ­κια – ποι­μέ­νες κα­λοί – σώ­ζουν τήν Μα­κε­δο­νί­α, σώ­ζουν τήν λ­λά­δα κα­τά τήν ­ραί­α ρή­ση το ­δι­κο­χα­μέ­νου ­ω­να Δρα­γού­μη. Γι’ α­τό λέ­με σή­με­ρα ­μες ο Μα­κε­δό­νες σ’ ­λους τους ­πί­βου­λους τς πα­τρί­δας – ν­τός καί ­κτός συ­νό­ρων: ,­τι κερ­δή­θη­κε μέ α­μα δέν μπο­ρε νά ξε­που­λη­θε μέ τό με­λά­νι μί­ας ­πο­γρα­φς. ­στο­ρί­α ε­ναι φω­νή νε­κρν δι­δά­σκου­σα τούς ζν­τας, κα­νείς δέν ­χει τό δι­καί­ω­μα νά πα­ρα­δώ­σει ­νο­μα. Τί θά πε Βό­ρει­α ­νω Μα­κε­δο­νί­α; Τί θά π ­γώ στούς μα­θη­τές μου, πς θά τούς ν­τι­κρί­σω στά μά­τια, ν τούς δι­δά­ξω τέ­τοιο ­νο­σι­ούρ­γη­μα; Πς δά­σκα­λος μέ στοι­χει­ώ­δη πνευ­μα­τι­κή ν­τι­μό­τη­τα θά δι­δά­ξει τό ­θλι­ούρ­γη­μα, τήν προ­δο­σί­α; Ντρο­πή, νά ντρο­πι­α­στο­με!! Τήν πε­ρί­ο­δο τς Τουρ­κο­κρα­τί­ας, ­ταν γεν­νι­ον­ταν ­να παι­δί, ο μά­νες το ε­χον­ταν νά μήν χά­σει τ’ ­νο­μά του, δη­λα­δή νά μήν λ­λα­ξο­πι­στή­σει, νά μήν τουρ­κέ­ψει. Α­τή πρέ­πει νά ε­ναι καί σή­με­ρα ε­χή, προ­σευ­χή μας: νά μήν χά­σου­με τό ­νο­μά μας, τήν Μα­κε­δο­νί­α μας.
     1912-13, λ­λά­δα δι­πλα­σι­ά­ζει τά φτε­ρά της, π’ τά κό­κα­λα βγαλ­μέ­νη τν λ­λή­νων στρα­τι­ω­τν τά ­ε­ρά ρ­χε­ται λευ­τε­ριά, ο Βαλ­κα­νι­κοί Πό­λε­μοι, συ­νέ­χει­α το ’21. Με­γά­λη ­δέ­α πραγ­μα­τώ­νε­ται. ς γνω­ρί­ζου­με ­τι τά ­θνη με­γα­λουρ­γον μέ με­γά­λες ­δέ­ες καί ­χι μέ τό κα­τά κε­φα­λήν ε­σό­δη­μα. Τό ν­τός της καρ­δί­ας ε­σό­δη­μα φτε­ρώ­νει τούς λα­ούς.
Ξε­σπ Α’ Π.Π. καί μα­ζί του, ­δ στήν λ­λά­δα, δι­χό­νοι­α δο­λε­ρή, πε­ρι­ώ­δυ­νος ­θνι­κός Δι­χα­σμός. Ταυ­τό­χρο­να στή Μι­κρά ­σί­α, ο γ­κλη­μα­τί­ες Νε­ο­τορ­κοι, καθ’ ­πό­δει­ξιν τν Γερ­μα­νν θέ­τουν σέ ­φαρ­μο­γή τό σα­τα­νι­κό σχέ­δι­ο. «Θά σς κό­ψου­με τά κε­φά­λια, θά σς ­ξα­φα­νί­σου­με. ­μες θά ­πι­ζή­σου­με ­σες» δή­λω­νε Τορ­κος πρω­θυ­πουρ­γός Σεκ­φκέτ πα­σάς στόν Πα­τρι­άρ­χη το Γέ­νους, ­ω­α­κείμ τόν Γ’. « Τουρ­κί­α δέν ­χει ο­δε­μί­αν ­σφά­λει­αν ο­τε δύ­να­ται νά ρ­γα­νω­θε ­λευ­θέ­ρως ες τό μέλ­λον, λό­γω τς πα­ρου­σί­ας τν λ­λή­νων» δη­λώ­νει Γερ­μα­νός πα­σάς Λί­μαν φόν Σάν­τερς. Καί γιά νά μήν προ­κλη­θε ν­τί­δρα­ση ­πό τόν λε­γό­με­νο «πο­λι­τι­σμέ­νο κό­σμο», προ­τεί­νει καί τόν τρό­πο ­ξόν­τω­σης τν Χρι­στια­νν, τήν «τε­λι­κή λύ­ση» πού ­χει λ­λο ­νο­μα στή Μι­κρά ­σί­α, λέ­γε­ται «λευ­κός θά­να­τος», ο ­ξον­τω­τι­κές ­κε­νες ­κτο­πί­σεις καί ­δοι­πο­ρί­ες μέ­σα στό χιό­νι τν γυ­ναι­κο­παί­δων καί τν γε­ρόν­των – ο ν­τρες ­πο­δε­κα­τί­ζον­ται στά τρο­με­ρά τάγ­μα­τα θα­νά­του, στά ΑΜΕΛΕ ΤΑΜΠΟΥΡΟΥ. ­ταν ­να ­ου­σβιτς ν ρο­, ο ν­θρω­ποι πέ­θαι­ναν καθ’ ­δόν. «Δέν περ­πα­το­σαν γιά νά φτά­σουν κά­που, ­χι, περ­πα­το­σαν γιά νά πε­θά­νουν ­πό τίς κα­κου­χί­ες, τήν πα­γω­νιά, τήν πεί­να, τόν ­ξευ­τε­λι­σμό το ν­θρώ­που. Δέν ­πρ­χε τέρ­μα, τό τα­ξί­δι πρός τόν θά­να­το ­ταν θά­να­τος», ση­μει­ώ­νει κάθ. Πν. ­νε­πε­κί­δης.
 ­πό τό 1914 ρ­χί­ζει τό μαρ­τύ­ρι­ο το Μι­κρα­σι­α­τι­κο λ­λη­νι­σμο, ­κα­τον­τά­δες χι­λιά­δες ο ­θ­οι νε­κροί. ς τό ­κού­σουν α­τό ­σοι ­πο­στη­ρί­ζουν ­τι Μι­κρα­σι­α­τι­κή κ­στρα­τεί­α ­ταν μ­πε­ρι­α­λι­στι­κή ­πι­χεί­ρη­ση. στρα­τός μς π­γε στή Σμύρ­νη, γιά νά σώ­σει καί νά ­πε­λευ­θε­ρώ­σει τά «Μα­τω­μέ­να Χώ­μα­τα» καί ­χι γιά νά κα­τα­κτή­σει καί νά σκλα­βώ­σει. Νά ση­μει­ω­θε πώς τήν ­πο­χή α­τή λ­λη­νι­σμός τς Μι­κρς ­σί­ας βρί­σκε­ται σέ λαμ­πρό πο­λι­τι­στι­κό, πνευ­μα­τι­κό καί ο­κο­νο­μι­κό ­πί­πε­δο, κα­τά πο­λύ ­νώ­τε­ρο ­πό τό κρα­τί­δι­ο τς ­ψό­γου στά­σε­ως. Νά ­να­φέ­ρω ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό γε­γο­νός, πού διά­βα­σα, καί τό λέ­ω πάν­το­τε τν μα­θη­τν μου: ­ταν ­πι­σκέ­πτον­ταν ­νας πε­ρι­η­γη­τής, ­νας ξέ­νος κά­ποιο χω­ριό τς Μι­κρς ­σί­ας, ο ρ­χον­τι­κοί ­κε­νοι Ρω­μιοί, τό πρ­το πράγ­μα πού το ­δει­χναν, ­ταν τό σχο­λε­ο καί τήν κ­κλη­σιά τους. ­ταν τά ­ραι­ό­τε­ρα κτί­σμα­τα το χω­ριο, γι’ α­τά κα­μά­ρω­ναν, ­πως στίς ρ­χα­ες λ­λη­νι­κές πό­λεις τά σε­βά­σμα­τα τν θε­ν. Τά ­χτι­ζαν ­λοι μα­ζί, λει­τουρ­γο­σε Κοι­νό­τη­τα, τό ­μες. Σή­με­ρα, τήν ­πο­χή το ­γώ, ­νί­ο­τε κα­τα­στρέ­φου­με τά σχο­λειά μας, μα­γα­ρί­ζου­με τίς κ­κλη­σιές μας καί μς ν­δι­α­φέ­ρει μό­νο τό κά­στρο τς με­γα­λαυ­χί­ας μας, τό σπί­τι μας, νά ξε­χω­ρί­ζει, νά προ­κα­λε τόν φθό­νο. Με­γά­λη ­δέ­α πλέ­ον με­γι­στο­ποί­η­ση τς κα­τα­να­λω­τι­κς ε­χέ­ρει­ας ­πο­χαύ­νω­σης, λ­λά « τίς τ­τη­ται, τού­τω καί δε­δού­λω­ται». ­λε­γε ­σι­α­κς μνή­μης γέ­ρον­τας Πα­ϊ­σι­ος ­γιο­ρεί­της: «Κλί­νου­με λά­θος τήν ν­τω­νυ­μί­α. Λέ­με ­γώ, ­σύ, α­τός, ­ν ­πρε­πε α­τός, ­σύ, ­γώ».
 Μά­ϊ­ος το 1919, ν­δο­ξος λ­λη­νι­κός στρα­τός ­πο­βι­βά­ζε­ται στήν ρ­χόν­τισ­σα τς ­ω­νί­ας, τή Σμύρ­νη. «Τά ­νει­ρά μας τα­ξι­δεύ­ουν στό Α­γα­ο». «Χτυ­π­στε ­μή­ρων ­ω­νι­κές ο λύ­ρες / Σμύρ­νη ξα­νά, γεν­νή­τρι­ες εν’ ο μο­ρες», ­να­κρού­ει Κω­στής Πα­λα­μς ­πό τήν ­θή­να. λ­λά τό ­μορ­φο ­θνι­κό ­νει­ρο ­πό δι­κά μας λά­θη καί πά­θη, θα­να­τη­φό­ρα σύ­νερ­γα στά χέ­ρια τν ρα­δι­ούρ­γων συμ­μά­χων μας, κρά­τη­σε τρί­α χρό­νι­α καί τρες μ­νες, ­σο καί λάμ­ψη τς λόγ­χης το στρα­το μας στά πο­λυ­νε­κρά μέ­τω­πα τν μα­χν. ­πει­τα; ­πει­τα τόν Α­γου­στο το ’22 ρ­θε ­πά­νω στά φτε­ρά μί­ας μαι­νό­με­νης κα­ται­γί­δας ­λέ­θρι­α συμ­φο­ρά. ­κού­γε­ται μί­α λ­λη ­γω­νι­ώ­δης κραυ­γή: Τό μέ­τω­πο ­πε­σε. Για­τί; Πς φτά­σα­με στή συμ­φο­ρά. Θυ­μ­μαι τόν Σο­λω­μό στούς «­λεύ­θε­ρους Πο­λι­ορ­κη­μέ­νους»: «­ρα­πι­ς ­τι, Γάλ­λου νος, βό­λι Τουρ­κις, τό­πι γ­γλου/ Πέ­λα­γο μέ­γα πο­λε­μ, βα­ρε τό κα­λυ­βά­κι».
 Πρ­τα ο κα­κουρ­γί­ες τν δ­θεν Συμ­μά­χων μας, πού δέν μπο­ρον νά ­νε­χθον ­να­σύ­στα­ση τς Βυ­ζαν­τι­νς Α­το­κρα­το­ρί­ας, τς Ρω­μα­νί­ας. Θέ­λουν μί­αν λ­λά­δα μι­κρά καί ν­τι­μο, ­πο­τε­λ στά κε­λεύ­σμα­τά τους. Καί τό πέ­τυ­χαν. Α­τί­α τς συμ­φο­ρς καί λ­λει­ψη ­μό­νοι­ας τν λ­λή­νων, ­παί­σχυν­τος κομ­μα­τι­σμός, γάγ­γραι­να πού κα­τα­τρώ­ει τά σω­θι­κά μας ­πό τήν ­μέ­ρα πού γί­να­με κρά­τος. Ε­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πώς ­ταν Βε­νι­ζέ­λος ­χα­σε τίς ­κλο­γές τόν Νο­έμ­βρι­ο το ’20, ν μι­ά νυ­κτί κ­δι­ώ­χτη­καν ­πό τήν στρα­τιά ο μ­πει­ρο­πό­λε­μοι ­ξι­ω­μα­τι­κοί πού προ­σκειν­ταν σ’ α­τόν. Καί δυ­στυ­χς ­στο­ρί­α, δι­δά­σκει πώς κα­νείς δέν δι­δά­σκε­ται π’ α­τήν. Βι­ώ­νου­με καί στίς μέ­ρες μας τό πυ­ορ­ρέ­ον α­τό τρα­μα το ­θνι­κο μας βί­ου. ­τσι φτά­σα­με στόν μα­ρο Α­γου­στο το ’22. Προ­σκυ­νο­με τά πά­θη το λα­ο μας. Με­γά­λη ­βδο­μά­δα το λ­λη­νι­σμο τς Μι­κρς ­σί­ας. Μέ­σα σέ λί­γες ­ρες κοι­τί­δα τν με­γά­λων φι­λο­σό­φων, τν με­γά­λων Πα­τέ­ρων τς κ­κλη­σί­ας, ­γι­ο­τό­κος καί ­ρω­ο­τό­κος Μι­κρά ­σί­α ξε­κλη­ρί­ζε­ται. Τό Γέ­νος χά­νει τόν ­να πνεύ­μο­νά του. Καί Σμύρ­νη φλέ­γε­ται, κρα­νί­ου τό­πος. Γρά­φει Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας ντ. Ντρι­ό: «Χι­λιά­δες δυ­στυ­χες ­πάρ­ξεις σω­ρευ­μέ­νες κα­τά μ­κος τς προ­κυ­μαί­ας ρί­χτη­καν στή θά­λασ­σα. Σέ με­γά­λο μ­κος το λι­μα­νιο ­κα­τον­τά­δες πτω­μά­των ε­χαν γε­μί­σει τήν θά­λασ­σα, ­στε νά μπο­ρε νά βα­δί­σει κα­νείς πά­νω σ’ α­τά. Τούς ­πι­πλέ­ον­τες τούς ­πο­τε­λεί­ω­ναν ο Τορ­κοι μέ ξύ­λα καί σπα­θιά. ­να­ρίθ­μη­τες  ­πάρ­ξεις προ­παν­τός γυ­να­κες, παι­διά καί γέ­ρον­τες ­σφά­γη­σαν μέ­σα σέ α­σχι­στες θη­ρι­ω­δί­ες». (Α­τός ε­ναι πε­ρί­φη­μος «συ­νω­στι­σμός» στό λι­μά­νι τς Σμύρ­νης, πού κά­ποιοι Γραι­κύ­λοι τς σή­με­ρον προ­σπα­θον νά πε­ρά­σουν στήν κ­παί­δευ­ση). ­λοι προ­σπα­θον νά φύ­γουν. ­νας μό­νο μέ­νει πι­στός ­χρι θα­νά­του:  ­γι­ος ­πί­σκο­πός της Σμύρ­νης, Χρυ­σό­στο­μος. «Πα­ρά­δο­σις το λ­λη­νι­κο κλή­ρου, λ­λά καί ­πο­χρέ­ω­σις το κα­λο ποι­μέ­νος ε­ναι νά πα­ρα­μεί­νει μέ τό ποί­μνι­ό του», ­παν­τ στίς προ­τρο­πές γιά φυ­γή. Καί ­μει­νε, κο­σμών­τας τό ε­κο­νο­στά­σι το Γέ­νους καί τς κ­κλη­σί­ας μς α­τός καί μα­ζί του δε­κά­δες ­κα­τομ­μύ­ρι­α Χρι­στια­νν λ­λή­νων. Νά ­να­φέ­ρω ­δ μί­α ­γνω­στη πτυ­χή τς τρα­γω­δί­ας. Σέ 300 χι­λιά­δες ­πο­λο­γί­ζον­ται ο πρό­σφυ­γες πού πέ­θα­ναν με­τά τήν ­φι­ξή τους στήν λ­λά­δα. ­πό τήν λύ­πη τους, ­πό τόν κα­η­μό τους γιά τήν α­μα­το­βαμ­μέ­νη πα­τρί­δα. Καί ­μως, ­κε­νες ο ρη­μαγ­μέ­νες ψυ­χές πού ­φτα­σαν στήν τα­λαί­πω­ρη πα­τρί­δα μας καί πού μο­σχο­βο­λο­σαν σάν τό Τί­μι­ο Ξύ­λο, ­πως θά ­λε­γε ­ϊ­βα­λι­ώ­της δά­σκα­λος το Γέ­νους Φ. Κόν­το­γλου, ­δω­σαν νέ­α πνο­ή σ’ α­τήν, πρό­κο­ψαν, πρό­κο­ψε μα­ζί τους καί τό λυμ­φα­τι­κό κρά­τος.
    Σή­με­ρα ε­ναι ­μέ­ρα μνή­μης τς Γε­νο­κτο­νί­ας το Μι­κρα­σι­α­τι­κο λ­λη­νι­σμο. Δέν μνη­σι­κα­κο­με. Ε­μα­στε Χρι­στια­νοί ρ­θό­δο­ξοι. μως ο γε­νο­κτό­νοι τν παπ­πού­δων μς Τορ­κοι καί πά­λι ­πει­λον καί πά­λι μαί­νον­ται. ς ε­ναι: «­χουν τά κόλ­λυ­βα στό ζω­νά­ρι τους», ­λε­γε γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σι­ος. Δέν ε­ναι α­τοί τό με­γά­λο πρό­βλη­μα το λ­λη­νι­σμο. ­χι. Μές στήν πό­λη ε­ναι ο ­χτροί. Πρέ­πει νά ν­τι­στα­θο­με σέ μί­α δεύ­τε­ρη γε­νο­κτο­νί­α, πο­λύ πι­ό ­που­λη, πού προ­σφυ­ς ­νο­μά­στη­κε Γε­νο­κτο­νί­α τς Μνή­μης. Μι­λον ­λοι γιά κρί­ση. Καί ν­νο­ον ο­κο­νο­μι­κή. λέ­ξη κρί­ση στή γλώσ­σα μς ση­μαί­νει δί­κη. «Νν  και­ρός κρί­σε­ώς ­στι». Δι­κά­ζε­ται καί κα­τα­δι­κά­ζε­ται ­να ­λό­κλη­ρο σύ­στη­μα πού θε­ω­ρε ­πέρ­τα­τη ­ξί­α τό χρ­μα.
Πάν­το­τε, μί­ας ­λι­κς κα­τάρ­ρευ­σης προ­η­γε­ται μί­α ­θι­κή κρί­ση, μί­α κρί­ση ­ξι­ν, μί­α κρί­ση τς Παι­δεί­ας. «κ τν γραμ­μά­των γεν­ν­ται προ­κο­πή καί λάμ­πουν τά ­θνη», ­λε­γε Ρ. Φε­ρα­ος. λ­λά ποι­ν γραμ­μά­των; Μς ­παν­τ Μα­κρυ­γι­άν­νης: «Α­τν πού δο­ξά­ζε­ται Θε­ός, πού γι­ο­μί­ζουν ο μα­θη­τές προ­κο­πή καί ­ρε­τή καί πό­νο στήν πα­τρί­δα». Καί τέ­τοια δέν ­χου­με. Δι­α­βά­ζω δύ­ο προ­φη­τι­κά κεί­με­να. Τό 1ο τν ­γιο­ρει­τν Πα­τέ­ρων, ­τος 1984: «­πό πολ­λά χρό­νι­α τώ­ρα γί­νε­ται προ­σπά­θει­α, δι­αρ­κς α­ξα­νο­μέ­νη νά πο­λε­μη­θε πί­στη. Νά βγε ­πό τά λ­λη­νι­κά σχο­λε­α Χρι­στός. Νά δι­α­στρε­βλω­θε ­στο­ρί­α μας. Νά ε­τε­λι­σθε ση­μα­σί­α τν με­γά­λων ­ορ­τν, πού τό­σο ζε λα­ός μας. Νά παύ­σει ρ­θό­δο­ξος κ­κλη­σί­α νά ­πη­ρε­ά­ζει τή ζω­ή το Γέ­νους μας. Νά μεί­νει λα­ός μς ­προ­στά­τευ­τος, κ­θε­τος, ­ναι­μι­κός, ­τοι­μη λεί­α καί τρο­φή ­ποι­ου­δή­πο­τε α­σθη­το νο­η­το θη­ρί­ου».
     Τό 2ο το Μι­κρα­σι­ά­τη νομ­πε­λί­στα μς ποι­η­τ Γ. Σε­φέ­ρη: «Στά χρό­νι­α μας πρέ­πει νά μήν τό ξε­χν­με, τό ζή­τη­μα δέν ε­ναι πιά, ν θά γρά­φου­με κα­θα­ρεύ­ου­σα δη­μο­τι­κή. Τό τρα­γι­κό ζή­τη­μα ε­ναι ν θά γρά­φου­με ­χι λ­λη­νι­κά». Στό δη­μο­τι­κό σχο­λε­ο δέν ­πάρ­χει σή­με­ρα στά πι­ό ση­μαν­τι­κά βι­βλί­α τς γλώσ­σας, μί­α προ­σευ­χή, κ­πα­ρα­θυ­ρώ­θη­καν ­πό τά νέ­α βι­βλί­α τά δη­μο­τι­κά μας τρα­γού­δια, δέν ­πάρ­χουν ο ­ρω­ες, ο ­γι­οι τά πρό­τυ­πα. Δι­δά­σκου­με συν­τα­γές μα­γει­ρι­κς, ­πο­σι­τί­ζου­με πνευ­μα­τι­κά τά παι­διά μας, τά τρέ­φου­με μέ τά ξυ­λο­κέ­ρα­τα τς Δύ­σης. Στό Γυ­μνά­σι­ο καί στό Λύ­κει­ο δέν συ­ναν­τ μα­θη­τής που­θε­νά τόν ­θνι­κό μας ­μνο, θά βρε ­μως κεί­με­να πού κ­θει­ά­ζουν τήν ­νη­θι­κό­τη­τα, τήν ­φι­λο­πα­τρί­α, σέ μί­α γλώσ­σα ­ναι­μι­κή, μί­ζε­ρη, ­το­νη καί χω­ρίς πνε­μα. «­ταν ο ­χθροί σου θά ­χουν ξε­μά­θει τήν ρ­θο­γρα­φί­α τους, νά ξέ­ρεις ­τι νί­κη πλη­σι­ά­ζει», γρά­φει σπου­δα­ος γλωσ­σο­λό­γος.
«Τ’ ­θε­α γράμ­μα­τα πα­ρα­μέ­ρι­σαν τούς ­γί­ους καί τούς ­γω­νι­στές καί βά­λα­νε στό κε­φά­λι το ­θνους, ξέ­νους κι ­πι­στους γραμ­μα­τι­σμέ­νους, πού π­νε νά νο­θέ­ψου­νε τή ζω­ή μας. Τ’ ­θε­α γράμ­μα­τα κό­ψα­νε τό δρό­μο το ­θνους καί τ’ μ­πο­δ­νε νά χα­ρε τή λευ­τε­ριά του», κή­ρυτ­τε Πα­που­λά­κος. Τό Γέ­νος μας θά ­πι­βι­ώ­σει ν μέ­σω τς νε­ο­τα­ξι­κς ­θλι­ό­τη­τας, μό­νο ν ξα­να­ζή­σει τό πνε­μα τς Ρω­μη­ο­σύ­νης: Ψυ­χή καί Χρι­στός μς χρει­ά­ζε­ται στό σπί­τι, στό σχο­λε­ο, στήν ρ­γα­σί­α, στήν πο­λι­τι­κή. Τό 1922 μπο­ρε νά κα­τα­στρα­φή­κα­με, ­μως, ς μήν ξε­χν­με πώς ­διος λα­ός, με­τά ­πό 20 χρό­νι­α, μέ­θυ­σε μέ τό ­θά­να­το κρα­σί το Ε­κο­σι­έ­να πά­νω στά βου­νά τς Βο­ρεί­ου ­πεί­ρου.
     Θά κλεί­σω μέ κά­τι προ­σω­πι­κό. προ­πάπ­πος μου χά­θη­κε στό Σαγ­γά­ρι­ο, δη­λώ­θη­κε ­γνο­ού­με­νος. προ­για­γιά μου ­ζη­σε ς τά ’90, δέν ξα­πα­ναν­τρεύ­τη­κε, τόν καρ­τε­ρο­σε. Μς ­λε­γε: Ε­δα χτές βρά­δυ στόν ­πνο μου τόν παπ­πού ( 23 χρο­νν πα­λι­κά­ρι ­πε­σε). ­μες τά παι­διά τήν κο­ρο­ϊ­δεύ­α­με. Πς τόν ε­δες, γέ­ρο νέ­ο; Πή­γαι­νε στό σεν­τού­κι, ­βγα­ζε τό ­ρι­στε­ο ν­δρεί­ας, ­κα­νε τό σταυ­ρό της καί ­λε­γε μέ πε­ρη­φά­νει­α: «Α­τό τό ­δω­σε πα­τρί­δα στόν παπ­πού» καί δά­κρυ­ζε. Ναι, α­τό ε­ναι Μι­κρά ­σί­α, α­τό ε­ναι πα­τρί­δα, α­τό ε­ναι Ρω­μιο­σύ­νη: θυ­σί­α, δά­κρυ­α, Σταυ­ρός καί ­ε­ρά κό­κα­λα ­ρώ­ων καί ­γί­ων. Α­ω­νί­α μνή­μη τν μαρ­τύ­ρων τς Μι­κρα­σι­α­τι­κς Γής.
Να­τσι­ός Δη­μή­τρης – Δά­σκα­λος- Κιλ­κίς   
(­μι­λί­α πού κ­φω­νή­θη­κε στόν μη­τρο­πο­λι­τι­κό να­ό «­γί­ας Σκέ­πης», στήν ­δεσ­σα, στίς 20-Σέπ-2009)

Πηγή: enromiosini.gr     Εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου