Τετάρτη, 22 Μαΐου 2019

Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος,


ΚΥΒΕΡΝΗΣΕ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΟΥ
Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ἀγαπητοί μου, κατὰ θεία ἀποκάλυψι καὶ μέσα ἀπὸ δυσκολίες, βρῆκε τὴν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Νίκησε τὴν εἰδωλολατρία, ἔγινε μονοκράτωρ τῆς ῾Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας καὶ ἵδρυσε χριστιανικὸ κράτος. Ἐμπνευσμένη ἐνέργειά του ἦταν νὰ μεταφέρῃ τὴν πρωτεύουσα ἀπὸ τὴ ῾Ρώμη στὸ Βυζάντιο, ποὺ κατόπιν ὠνομάστηκε Κωνσταντινούπολις.
Τὰ ἐγκαίνια ἢ γενέθλια τῆς νέας πρωτευούσης τιμῶνται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ὡς ἡμέρα ἁγία καὶ ἑορτάζονται κατ᾽ ἔτος στὶς 11 Μαΐου. Χίλια χρόνια κράτησε τὸ Βυζάντιο, καὶ λίγα κράτη προσέφεραν τόσες ὑπηρεσίες ὅσες αὐτό.
Καὶ τώρα ἂς δοῦμε τώρα πῶς κυβέρνησε τὸ βασίλειό του ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος.
* * *
Πῆρε, ἀδελφοί μου, ἅγιο κόσκινο καὶ κοσκίνισε τὸ κράτος σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς· στὰ δικαστήρια, στὰ σχολεῖα, στὸ στρατό, στοὺς πλουσίους καὶ στὴ φτωχολογιά. Τί ἔκανε;
 Πρῶτο διάταγμα· καταργεῖται ἡ σταύρωσις. Ἕως τότε τρόπος ἐκτελέσεως τῶν ἐγκληματιῶν, κατὰ τὸ ῥωμαϊκὸ νόμο, ἦταν σταύρωσις· σταύρωναν τοὺς κακούργους, καὶ αὐτὸ συντηροῦσε τὴν ἰδέα ὅτι καὶ Χριστὸςἀφοῦ σταυρώθηκετί ἄλλο θὰ ἦταν παρὰ κακοῦργος. Μόλις ἔγινε αὐτοκράτωρ ὁ Κωνσταντῖνος ἡ ποινὴ αὐτὴ καταργήθηκε.
Δεύτερο διάταγμα. Προηγουμένως καὶ οἱ τελευταῖοι ἀλῆτες ὕβριζαν ἐλεύθερα δημοσίως μὲ τὰ πιὸ ἄσχημα λόγια τὴν Παναγία καὶ τὸν βασιλέα Χριστό. Ὁ Κωνσταντῖνος ἔβγαλε διάταγμα· ἀπαγορεύεται αὐστηρὰ ἡ βλαστήμια. Ἂν ὕβριζες τὸν ἴδιο, δὲν σὲ τιμωροῦσε, ἦταν ἀνεξίκακος. Λένε ὅτι μιὰ μέρα κάτι κόλακες τοῦ κατήγγειλαν· –Κάποιοι εἰδωλολάτρες ἔσπασαν τὴν προτομή σου. Ὁ Κωνσταντῖνος, ἤρεμος, ψηλάφησε μὲ τὸ χέρι τὸ πρόσωπό του καὶ τοὺς λέει· –Ἐδῶ ἡ μύτη μου καὶ τὸ πρόσωπό μου εἶνε καλά, δὲν ἔχουν πάθει τίποτα· ἀφῆστε τοὺς ἀνθρώπους… Τοὺς συγχώρησε. Ὅποιος ὅμως τολμοῦσε νὰ θίξῃ τὰ θεῖα, αὐτὸς δὲν ἦταν ἀνεκτὸς στὸ κράτος του.
Τρίτο διάταγμα.
Κυριακὴ ἡμέρα τὰ πλεούμενα στὸ Βόσπορο σταματοῦσαν, ἁμάξι δὲν ἐκινεῖτο, ἱπποδρόμια δὲν λειτουργοῦσαν, τὰ θέατρα ἔμεναν κλειστά· σταματοῦσε κάθε κίνησις. «Ἐν ἐκκλησίαις εὐλογεῖτε τὸν Θεόν, Κύριον ἐκ πηγῶν Ἰσραήλ» (Ψαλμ. 67,27).
 Ἄλλο διάταγμα. Μερικὲς φτωχὲς μητέρες στὴν ἀνάγκη, γιὰ νὰ ζήσουν, πουλοῦσαν τὰ μωρὰ παιδιά τους. Ὅταν ἔμαθε ὅτι ὑπάρχει τέτοια φτώχεια, διέταξε· καμμία μάνα δὲν θὰ πουλάῃ τὸ παιδί της· ἂν ἔχῃ ἀνάγκη, νὰ ἔρχεται στὸ βασιλικὸ ταμεῖο. Καὶ τοὺς ἔδινε ἐπίδομα, κωσταντινᾶτα, νὰ τρέφεται ἡ μάνα καὶ τὸ παιδί.
 Πρὸ τοῦ Κωνσταντίνου λειτουργοῦσαν στὶς πόλεις πορνεῖα καὶ μάλιστα μέσα στοὺς ναοὺς τῶν εἰδωλολατρῶν. Ὅταν βασίλευσε αὐτός, ἔκλεισε – σφράγισε ὅλα τὰ πορνεῖα.
Κατόπιν τί ἔκανε; Ἀνέθεσε στὴ μητέρα του, τὴν ἁγία Ἑλένη, νὰ ταξιδέψῃ στοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ ἐκεῖ δαπανώντας χρήματα πολλὰ νὰ κάνῃ ἀνασκαφὲς μὲ συνεργεῖα ἐργατῶν, ὥστε νὰ βρεθῇ ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ. Καὶ πράγματι πῆγε, ἔσκαψε, βρῆκε τὸν τίμιο σταυρὸ ποὺ οἱ Ἑβραῖοι τὸν εἶχαν ῥίξει μέσα σὲ κόπρια, τὸν ὕψωσε ψηλά, καὶ ἐκεῖ ἔχτισε τὸν περίλαμπρο ναὸ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.
Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος στόλισε τὴ νέα Πόλι μὲ λαμπρὰ οἰκοδομήματα. Καὶ ξέρετε ποιό ἦταν τὸ ὑψηλότερο; Ὄχι τὰ παλάτια. Τὸ ὑψηλότερο κτίσμα του ἦταν μιὰ κολώνα –σῴζονται λείψανά της–, ὁ κίων τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου· μιὰ κολώνα ψηλή, στὴν κορυφὴ τῆς ὁποίας τὴ νύχτα φεγγοβολοῦσε ὁ τίμιος σταυρός, ὁρατὸς ἀπὸ ἀνατολὴ καὶ δύσι, στεριὰ καὶ θάλασσα, καὶ στὴ βάσι ἦταν γραμμένο τὸ ῥητὸ «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀμήν» (Φιλ. 2,11).
 Τέλος ὁ Κωνσταντῖνος ἔκανε καὶ κάτι μὲ τὸ ὁποῖο συνέδεσε τὸ ὄνομά του μὲ τὴν Ὀρθοδοξία· συνετέλεσε νὰ συνταχθῇ τὸ Σύμβολο τῆς πίστεώς μας, τὸ «Πιστεύω». Ὅταν παρουσιάστηκε ἡ αἵρεσις τοῦ Ἀρείου, συνεκάλεσε στὴ Νίκαια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τὴν Πρώτη (Α΄) Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, στὴν ὁποία ἔλαβαν μέρος τριακόσοι δεκαοκτὼ (318) θεοφόροι πατέρες, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ ἅγιος Νικόλαος, ὁ ἅγιος Σπυρίδων καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος· ἐκεῖ ἦταν καὶ δεσποτάδες καὶ παπᾶδες καὶ καλόγεροι, ὡρισμένοι ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἦρθαν μὲ τὰ στίγματα τοῦ διωγμοῦ (κομμένες μύτες, βγαλμένα μάτια, κομμένα αὐτιά, πληγὲς στὸ σῶμα). Καὶ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος τοὺς προσκυνοῦσε λέγοντας· Δεηθῆτε καὶ γιὰ μένα τὸν ἁμαρτωλό!
* * *
Ἀλλ᾽ ἀκούω τὸ διάβολο – δὲν τὸν ἀκοῦτε σεῖς; Τὸν ἀκούω νὰ λέῃ· –Καλά, ὁ Κωνσταντῖνος ἔκανε αὐτά, μὰ τὰ ἐγκλήματά του;… Χωρὶς νὰ ἀρνοῦμαι ὅτι ἔχει καὶ ἐγκλήματα, ἀπαντῶ.
 Πρῶτον. Ὅπως σᾶς εἶπα, κανείς δὲν γεννιέται ἅγιος, γίνεται ἅγιος. Τὰ ἐγκλήματα καὶ σφάλματα αὐτά, ποὺ ἀναφέρει ἡ ἱστορία καὶ τὰ ὁποῖα μεγαλοποίησαν ἄπιστοι συγγραφεῖς, τὰ διέπραξε ὅταν ἦταν εἰδωλολάτρης. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος εἶχε μία ἐξέλιξι. Μπορεῖ νὰ ἀρχίσῃ κανεὶς μὲ τὸ Χριστό, καὶ νὰ τελειώσῃ μὲ τὸ διάβολο· ἐκεῖνος ἄρχισε μὲ τὸ διάβολο, καὶ τελείωσε μὲ τὸ Χριστό. Ἄρχισε κάποτε, ὅπως σᾶς εἶπα, νὰ συμπαθῇ τὸ Χριστιανισμό, καὶ κατέληξε Χριστιανός. Τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἔχουν σημασία. Ἐμένα μὲ συγκινεῖ στὴ λατρεία μας ἡ αἴτησι «Χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν· ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικά, καὶ καλὴν ἀπολογίαν τὴν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ αἰτησώμεθα» (θ. Λειτ.). Τὰ τέλη μας νά ᾿νε χριστιανικά. Καὶ τὰ δικά του τέλη ἦταν χριστιανικά. Προαισθάνθηκε τὸ θάνατό του –σπάνιο αὐτό– καὶ διέταξε νὰ φτειάξουν τὸν τάφο του στὰ πόδια τῶν τάφων τῶν ἁγίων Ἀποστόλων.
 Δεύτερον. Ἔκανε κάτι συγκλονιστικό, ποὺ δὲν τὸ κάνει κανείς ἀπὸ μᾶς σήμερα τοὺς ψευτοχριστιανούς, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, καὶ γι᾿ αὐτὸ πᾶμε κατὰ κρημνῶν. Τί ἔκανε; Ἕνα μῆνα προτοῦ νὰ πεθάνῃ, κάλεσε τοὺς ἀξιωματούχους τοῦ κράτους καὶ τοῦ στρατοῦ, κάλεσε καὶ τοὺς ἐπισκόπους τῆς Ἐκκλησίας, ἔβγαλε τὸ στέμμα ἀπὸ τὸ κεφάλι του καὶ –προσέξτε–ἔκανε δημοσία ἐξομολόγησι. Ὡς βασιλιᾶς, εἶπε, ἔκανα αὐτό, κι αὐτό, κι αὐτό…. Ἐμεῖς ντρεπόμαστε νὰ ποῦμε τ᾿ ἁμαρτήματά μας στὸν πνευματικὸ πατέρα –πολλοὶ δὲν πῆγαν ἀκόμη οὔτε μιὰ φορὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν–, καὶ ἕνας Μέγας Κωνσταντῖνος κάθισε σὰν μικρὸ παιδὶ καὶ τὰ εἶπε ὅλα. Καὶ μετὰ τὴ δημοσία ἐξομολόγησι βαπτίσθηκε (τότε βαπτίζονταν σὲ μεγάλη ἡλικία). Κι ἀφοῦ βγῆκε ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα, δὲν φόρεσε πλέον τὸ στέμμα καὶ τὴν ἁλουργίδα του· ἔφερε τὸ λευκὸ χιτῶνα τοῦ νεοφωτίστου, καὶ ἔτσι πέθανε, «ἐν λευκοῖς»· ἔτσι παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Βασιλέα τῶν οὐρανῶν.
* * *
Τελείωσα, ἀγαπητοί μου. Ἀλλὰ προτοῦ νὰ τελειώσω, δὲ μ᾿ ἀφήνει ὁ πόνος καὶ θέλω νὰ κάνω μία σύγκρισι· τί ἔκανε στὸ βασίλειό του ὁ ἅγιος Κωνσταντῖνος καὶ τί κάνουμε ἐμεῖς.
Ἐκεῖνος ἀπηγόρευσε τὴ βλασφημία τῶν θείων. Στὸ κράτος μας, ἐνῷ κανείς δὲν τολμᾷ νὰ βλαστημήσῃ ἄρχοντες –ποὺ κι αὐτοὶ ἄνθρωποι εἶνε–, χιλιάδες στόματα βρίζουν τὰ θεῖα, κι οὔτε εἰσαγγελία οὔτε ἀστυνομία ἐπεμβαίνει.
Στὴν βασιλεία τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου Κυριακὴ κανείς δὲν ἐργαζόταν· σήμερα ἡ Κυριακὴ ἀτιμάζεται, ἄδειασαν οἱ ἐκκλησιές.
Στὸ βασίλειο τοῦ Μεγάλου Κωσταντίνου ἔκλεισαν τὰ πορνεῖα· ἐδῶ ἡ ἀσέλγεια ὑψώνει μὲ θράσος τὴν κεφαλή, βρώμισε ὁ τόπος! Μὲ κάλεσαν ὡς μάρτυρα κάποιες γυναῖκες ἀπὸ τὸν Πόντο· ξεσηκώθηκαν οἱ μανάδες αὐτὲς καὶ πῆγαν νύχτα νὰ κλείσουν ἕνα πορνεῖο στὴ συνοικία τους· κι ἀντὶ νὰ πιάσουν τὶς πόρνες, ἔπιασαν αὐτές, καὶ τὶς δίκασαν σὲ ἕξι μῆνες φυλακή. Θεώρησα χρέος νὰ πάω νὰ τὶς ὑπερασπισθῶ (βλ. Κατερίνη, «Σπίθα» 243/1961 καὶ Λαζ. Τσακιρίδη, Τὸ πέρασμα ἑνὸς ἀγγέλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου