Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2015

Τό μεγάλο θαύμα που δέν ἀντέχουμεν

«Όπου Θεός βούλεται νικάται φύσεως τάξις»
            Άπρίλιος  τού 1985.  Έδώ καί πέντε περίπου μήνες ή μικρή Όλγα, δέκα χρονών, μέ τεράτωμα στόν έγκέφαλον ύφίσταται μιά διαδικασία άκτινοβολιών, προκειμένου νά συρρακνωθή ό μή χειρουγήσιμος όγκος, πού τόν τελευταίον καιρόν τήν ταλαιπωρεί μέ άνυπόφορους πόνους καί έντονες ζαλάδες.
            Οί γονείς της, δύο άπλοί άνθρωποι άπό τήν Άθήνα.  Οί  ίατροί στήν Έλλάδα άπό τήν άρχήν φανέρωσαν τήν δυσκολίαν τού προβλήματος.  Έλπίδα τελευταία, ό Θεός κυρίως καί λίγο ΄Άμερική.”  Ένας συγγενής τους άπό τήν Βοστώνην, μεγαλόκαρδος τούς προσκαλεί.  Έκεί, τούς είπε, ύπάρχει τό καλύτερο νοσοκομείον παίδων στόν κόσμον.  Μαζεύουν τά άναγκαία,  καί άμέσως οί άνθρωποι φτάνουν στόν τόπον τών τελευταίων έλπίδων τους.
            Ή ίστορία τους γεμάτη ταλαιπωρία καί έσωτερικήν έντασιν.  Πώς έπιτρέπει ό Θεός άδικίες; Σέ έπτά χρόνια γάμου δέν μπόρεσαν νά άποκτήσουν παιδί.  Άνθρωποι άπλοί, χωρίς γνώση καί ίδιαίτερη ζωή πίστεως.   Ένώ έσβησαν οί έλπίδες τους, τούς χαρίζει ό Θεός ένα κοριτσάκι.  Τόν δοξάζουν διά τό δώρον καί περιστρέφουν τήν ζωήν τους γύρω άπό αύτό.  Γίνεται δέκα χρονών, είναι τό μονάκριβο, καί άρχίζει νά έμφανίζει παράξενα συμπτώματα, έντονους πονοκεφάλους, παραμένουσα δυσφορία. Άρχίζουν οί έξετάσεις καί καταλήγουν στήν διάγνωσιν πού μόλις τήν άκούς σού κόβονται τά πόδια, σού σπάει τό κεφάλι, σού κομμαατιάζεται ή ψυχή, σού ξεσχίζεται ή καρδιά.
            Μέ αύτό τό δράμα συνοδό, παρατάνε τές δουλειές τους καί φτάνουν όλοι μαζύ στήν Άμερικήν, χωρίς νά γνωρίζουν πότε, πώς καί άν όλοι θά γυρίσουν πίσω.  Τούς  συντροφεύει όμώς καί άπλή, αύθεντική, δυνατή πίστη.  Έδώ καί ένάμισυ χρόνον έπεσαν στά χέρια τους κάτι κασέτες μέ κηρύγματα πού τούς άλλαξαν  έντελώς τήν προοπτικήν.  Τούς πλημμύρισαν μέ πίστιν.  Πίστις πού βγαίνει άπό μέσα.  Καί ή άπάντησις τού Θεού; Όταν δέν πήγαιναν στήν Έκκλησίαν, ή γέννησις τής Όλγας.  Μόλις στράφηκαν σέ αύτήν, ό καρκίνος!  Γιατί τό κάνει αύτό ό Θεός; Γιατί έκφράζεται όπως δέν θά θέλαμεν κανένας καί καθόλου; Μήπως τελικά πιστεύομεν σέ Θεόν πού ύπάρχει καί άγνοούμεν τόν Θεόν τής άληθείας, πού πρέπει νά άνακαλύψουμεν, όπως Αύτός είναι καί όχι όπως ήμείς Τον θέλομεν;

            Ή Όλγα συνεργάσθηκε πολύ καλά μέ τήν όμάδα τού Dr. John Shillito, τού καλυτέρου ίσως Νευρο-Ογκολόγου στό Νοσοκομείον Παίδων τής Βοστώνης.  Όλοι τους μέ πολλήν άγάπην κατέβαλαν κάθε προσπάθειαν σάν νά ήταν  ή μόνη τους άσθενής—διά νά βοηθήσουν αύτό τό κοριτσάκι.  Όλα έδειχναν νά προχωρούν όμαλά, μέχρις ότου ξαφνικά έπεσε σέ κώμα.  Μιά σειρά έξετάσεων κατέδειξε ότι ό όγκος έξαπλώθηκε σέ μεγάλην περιοχήν τού έγκεφάλου.  Έχουν έξανεμιστεί καί οί τελευταίες έλπίδες.  Έπίκειται ή άνακοίνωσις στούς γονείς.  Πρέπει νά ένημερωθούν, ώστε νά άποφασίσουν έάν προτιμούν τό παιδί νά καταλήξει στήν Βοστώνην καί νά μεταφέρουν τό σώμα του ή νά τό πάρουν όπως είναι στήν Έλλάδα.  Βέβαια, κάτι τέτοιο, βάσει τών διεθνών άεροπορικών συμβάσεων, άπαιτεί βεβαίωσιν άπό τόν ίατρόν τού Νοσοκομείου ότι σύμφωνα μέ τήν ίατρικήν έκτίμησιν δέν πρόκειται νά πεθάνη κατά τήν διάρκειαν τής πτήσεως.
            Όλα αύτά τήν Κυριακήν 28ην Άπριλίου, 1985, Κυριακή τών Μυροφόρων. Οί γονείς άκόμη δέν γνωρίζουν τίποτε.  Άπλά, άγωνιούν καί ύποψιάζουν τό χειρότερο.  Στές 6 μ.μ. ό Dr. Shillito θά τούς μιλήση μέ λεπτομέριες τέτοιες πού θά ξεκαθαρίσουν τό τοπίον.  Κανείς άπό τούς Έλληνας έθελοντάς τού Νοσοκομείου δέν δέχεται νά κάνη τήν μετάφρασιν στούς γονείς.  Όλοι τό άποφεύγουν.  Είναι  τόσον δύσκολον καί βαρύ νά πληροφορούνται άπό τά χείλη σου οί γονείς ότι  τό παιδί τους δέν έχει έλπίδα καί πεθαίνει!
            Τέλος ό κλήρος έπεσε σέ μένα.  Έγώ είχα άκούσει διά τό περιστατικό, άλλά δέν είχα γνωρίσει ούτε τό παιδί ούτε τούς γονείς.  Δέν μπορούσα νά κάνω άλλιώς.  Δέχτηκα νά σηκώσω μαζύ τους αύτό τό πραγματικό άσήκωτο βάρος, πού όμως δέν άντέχεται!
            Άναβαίνω μέ τό άσανσέρ στόν όγδο όροφο, στόν όροφο μέ τά καρκινοπαθή παιδάκια.  Νοιώθω πολύ δύσκολα, σφιγμένος, άτονος, άνήσυχος,  Βγαίνω στόν διάδρομον.  Μπαίνω άμήχανα σέ έναν θάλαμο μέ τρία μωράκια σέ κούνιες μέ σωλήνες καί χημειοθεραπείες.  Κάποια μικρά παιδάκια, μέ γυμνά τά κεφαλάκια τους, βλέπουν cartoon στήν τηλεόρασιν καί γελούν.  Δίπλα, χωμένη σέ έναν καναπέ μιά κοπελίτσα, δεκατριών ή δεκατεσσάρων έτών, βυθισμένη σέ σκέψεις, κάθεται χαμένη στόν κόσμον τού άγνώστου.  Δυό πονεμένα έκφραστικά μάτια, μέ πολύ βαθύ βλέμμα, διασταυρόνωνται μέ τά δικά μου.  Γιατί αύτά τά παιδιά νά βασανίζονται;  Γιατί, άντί νά γλυκαίνονται μέ τό όραμα τού μέλλοντος, νά γεύονται τήν  πίκραν τού νοσοκομείου, τήν θλίψιν τής άμφιβολίας; Γιατί, Θεέ μου;  Μόλις πρίν λίγο λεπτά, πρίν φθάσω στήν είσοδον τού Νοσοκομείου, σέ ένα πάρκο, είδα μίαν παρέαν μικρών  παιδιών νά παίζουν σάν νά μήν συμβαίνει τίποτε καί οί γονείς τους καμαρωτά έσκαζαν στά γέλια.  Τί τεράστια, τί άδικη, τί άνεξήγητη διαφορά!
            Συναντώ τρία άτομα πού όμιλούν Έλληνικά.  Δύο άνδρες καί μιά  γυναίκα.  Δίχως άμφιβολία οί  δύο είναι οί γονείς τής Όλγας καί ό τρίτος ό θείος της.  Τούς πλησιάζω καί συστήνομαι.  Μέ εύχαριστούν οί άνθρωποι καί πρίν προλάβομεν νά πούμεν δύο κουβέντες, μάς καλούν στό γραφείον τού Dr. Shillito.  Τό βλέμμα μου πέφτει σέ ένα τρίπτυχο μέ τρείς φωτογραφίας.  Είναι οί κόρες του.  Τρείς δροσερές κοππέλες πάνω στό γραφείο του.  Αύτός καμαρώνει.  Φυσικό καί εύλογημένο είναι.  Στό διπλανό δωμάτιο, ή Όλγα μέ άλλοιωμένο τό πρόσωπο παλεύει μέ τόν θάνατον.  Οί γονείς της λειώνουν.
            Ό ίατρός μετά άπό μίαν σύντομην είσαγωγήν, μπαίνει στό θέμα.  Ή  Όλγα, όπως γνωρίζετε, έχει έναν όγκον στήν τρίτην κοιλίαν τού έγκεφάλου πού δέν χειρουργείτε.  Προσπαθήσαμεν νά τόν άκτινοβολήσωμεν μέ τήν έλπίδα ότι θά τόν περιορίζαμεν άρκετά.  Ή Όλγα άνταποκρίθηκε πολύ καλά τόσο πού μάς έδωσε έλπίδες.  Δυστυχώς, όμως,--στό σημείο αύτό οί δύο γονείς τεντώθηκαν’--προχθές έπεσε σέ βαθύ κώμα άπό τόν όποίον καθώς δείχνουν οί έξετάσεις, δέν θά έπανέλθη.
            Ό πατέρας άναλύεται σέ λυγμούς.  Ή μητέρα κρατάει.  Δηλαδή, ίατρέ, μιλήστε μας πειό άνοιχτά.  Κρίνω ότι ή Όλγα δέν θά τά καταφέρει, τελειώνει άπό στιγμήν σέ στιγμήν.  Τί έννοείτε άπό στιγμήν σέ στιγμήν, ίατρέ, τόλμησα νά ρωτήσω;  
            Έννοώ τώρα πού μιλάμε, σέ λίγες ώρες, ίσως κατά τήν διάρκειαν τής νυκτός.  Νομίζω ότι, κατά πάσαν πιθανότητα, δέν θά τό βγάλει τό βράδυ.  Θά μπορούσα νά σάς έδινα ένα θεωρητικό όριο μέχρι καί τήν αύριανήν ήμέραν.  Δηλαδή ίατρέ, τώρα μόνον ένα θαύμα, λέγει ή μητέρα.  Ναί, μόνον θαύμα, έπαναλάμβάνει ό ίατρός.  Ό πατέρας συνεχίζει νά κλαίη μέ συγκρατημένους λιγμούς.
            Ίατρέ, ήμείς θά θέλωμεν πολύ νά σάς εύχαριστήσωμεν διά όσα έχετε κάνει τόσο καιρό διά τήν Όλγίτσα μας, συνεχίζει ή μητέρα.  Μπορεί νά χάνωμεν άνθρώπινα τήν μάχην, άλλά ήμείς έτοιμαζόμαστε διά ένα θαύμα.  Ή, παρά τές προβλέψεις σας, νά γίνη ή κορούλα μας καλά ή νά γίνη άγγελούδι στόν θρόνον τού Θεού.  Μικρό θαύμα είναι αύτό; Ξέρετε τί καλό κοριτσάκι πού είναι; Ήμείς, βέβαια, προσευχόμαστε μέ όλην μας τήν δύναμιν μόνον διά τό πρώτο.  Αύτή είναι ή όλιγοπιστία μας.  Άν όμως ό Θεός έπιτρέψει τό δεύτερον, τότε θά τό δεχθούμεν καί αύτό σάν δώρον.  Άπλά, τώρα πρέπει νά στραφούμεν έξ όλοκλήρου στόν Θεόν.  Τά λάθος μας είναι ότι έπρεπε νά τό είχαμεν κάνει νωρίτερα.  Βλέπετε ήμείς πιστέψαμεν πρώτα στούς ίατρούς καί μετά στόν Θεόν.
            Έτσι είναι, ή πίστης σας είναι αύτή πού τώρα θά σάς βοηθήσει, λέγει ό ίατρός.  Όχι, ίατρέ, δέν βοηθάει ή πίστις.  Αύτή είναι άνθρώπινη, δικό μας πράγμα.  Αύτός πού βοηθάει είναι μόνον ό Ίδιος ό Θεός.
            Σέ όλα αύτά έγώ ένας άπλός μεταφραστής άλλά καί ένας έμβρόντητος άκροατής.  Τί δύναμη, τί πίστη είχε αύτή ή γυναίκα!  Καί τούτο, διατί δέν έδειχνε νά είναι ψυχολογικός ό λόγος της ούτε κηρυγματικός’ έδειχνε νά βγαίνη πηγαία καί αύθόρμητα, μέ χαρακτηριστικήν λιτότητα καί ψυχραιμίαν, πείθοντας ότι ό, τι λέει άντανακλά μέ διαύγεια τόν βαθύτερον κόσμον της.  Άξιοπρέπεια, ήρεμία, εύγένεια, αύτοέλεγχος, άληθινότητα έβγαιναν άπό τό στόμα της.  Τό ίδιο καί άπό τά μάτια της, πού τόση ώρα έκφράζουν έλπίδα καί δέν έχουν στάξει ούτε ένα δάκρυ.
            Βγαίνομεν άπό τό γραφείον καί κάθομαι μαζύ τους νά γνωριστούμεν κάπως.  Τέτοιες  ώρες οί άνθρωποι δένονται  δυνατά καί άμεσα.  Έδώ όμως είχα μπροστά μου κάτι άνσυνήθιστα μεγάλο.  Ή γυναίκα αύτή ήταν άπλή άλλά πολύ περιεκτική.  Οί λέξεις πού εβγαζε τό στόμα της είχαν τήν δύναμιν καί τήν πειστικότητα τού καριδιακού λόγου.  Θαύμασα τήν έσωτερικήν της δύναμιν όσον τίποτε άλλο.
            Με πολλήν ζεστασιάν μέ εύχαρίστησσν καί χωρίσαμεν.  Έπρεπε  νά φύγω.  Είχα μίαν ύποχρέωσιν.  Θά ξαναπερνούσα τό βράδυ μετά τές δέκα, μέ τήν έλπίδα βέβαια νά προλάβω τήν Όλγαν ζωντανήν.  Κάθε τόσο τηλεφωνούσα στό γραγείον ένημερώσεως νά πληροφορηθώ διά τήν κατάστασίν της.
            Είναι 10:30 τό βράδυ.  Ή Όλγα άκόμη κρατάει.  Ό κ. Κώστας καί ή κ. Μαρία, οί ύπέροχοι αύτοί γονείς, ήρεμοι προετοιμάζονται διά όλα, άλλά έλπίζουν καί προσεύχονται διά τό μικρό θαύμα, όπως λένε.  Ό Θεός πού τήν έφερε στήν ζωήν—αύτό ήταν τό μεγάλο θαύμα—δέν μπορεί νά τήν κρατήση; Άπλά, τό πρόβλημα, λένε, είναι οί άμαρτίες τους!!!
            Στές 11:00 μ.μ. ήλθαν μέ τό άσανσέρ τά πτυσσόμενα κρεβάτια διά τούς συνοδούς, μέ μαξιλάρια καί σεντόνια.  Τό Νοσοκομείον αύτό είναι έκπληκτικό. Οί κοινωνικές ύπηρεσίες του προνοούν διά  όλα.  Πολιτική τού Νοσοκομείου είναι οί γονείς νά διανυκτερεύουν, όταν τό έπιθυμούν μέ τά παιδιά.  Οί γονείς τής Όλγας όμως δυσκολεύονται νά κοιμηθούν.  Προτιμούν νά ζητήσωμεν λίγο καί νά άγρυπνούν. Ό ίατρός έξ άλλου είχε πεί ότι ή Όλγα δέν θά τήν έβγαζε τήν νύκτα.  Ή πίστης τους άπερίγραπτη.  Μιλούσαν διά τά θαύματα σάν άπλά καί φυσικά γεγονότα.  Συζητούσαν διά τήν αίωνιότητα όπως συνήθως κάνομεν διά τήν καθημερινότητα.  Τό θέλημα τού Θεού, όποιο καί άν ήταν, θά άποτελούσε τήν μεγαλύτερην εύλογίαν.  Άπλά, στήν μίαν περίπτωσιν θά τό βίωναν ώς άπέραντην χαράν, ένώ στήν δευτέραν ώς διά βίου πάλην μέ τήν άλήθειαν.  Τό δεύτερον, τό δύσκολον, τούς φάνταζε πειό αύθεντικό.  Τό πρώτο, όμως, πειό έπιθυμητό.
            Έμεινα μαζύ τους μέχρι τήν 1:30 μετά τά μεσάνυκτα.  Δέν  τούς χόρταινα.  Στήν ζωήν μου είχε συναντήσει πραγματικά πιστούς άνθρώπους.  Άλλά τέτοιου είδους πίστι, όχι μετά τόν θάνατον τού άνθρώπου τους, πράγμα πού μπορεί νά λειτουργή καί λίγο ψυχολογικά καί παρηγορικά, άλλά έλάχιστες μόλις στιγμές πρίν άπό τήν προβλεπομένην έκπνοήν τού μονάκριβου παιδιού τους, όμολογώ ότι ήταν ή πρώτη φορά πού συναντούσα.  Δίπλα ή Όλγα έντελώς άκίνητη, σέ βαθή κώμα, δίχως καμία έπικοινωνία μέ αύτόν τόν κόσμον.  Ίσως σέ έπικοινωνίαν μέ τόν άλλον, τόν άγνωστον σέ μας δικό της κόσμο.  Κάπου-κάπου κλεφτές ματιές πάνω στό άνέκφραστο σωματάκι της άναμειγνύουν τήν πονεμένην άπορίαν μέ τήν λογικά άδικαιολόγητην έλπίδα.
            Ή Όλγα τελικά έβγαλε τήν νύκτα.  Ή χρονική έκτίμησι τού ίατρού άπέτυχε. Ποιός ξεύρει; Θἀ μπορούσε νά άποτύχη καί ή ίατρική του γνωμάτευση.  Είναι τόσο ώραίον μερικές φορές νά διαψεύδεται ή έπιστήμη!     
            Τό πρωί τηλεφωνώ σέ κάποιες κυρίες καί μοιράζομαι μαζύ τους τές έκπληκτικές έντυπώσεις μου.  Τούς συνιστώ νά κάνουν μίαν έπίσκεψιν άφ’ένός μέν διά συμπαράστασιν, άφ΄έτέρου δέ διά δικήν τους ένίσχυσιν.
            Ή Όλγα άντεξε καί όλόκληρην τήν Δευτέραν.  Τό βράδυ, έπιστρέφοντας άπό τήν έργασίαν μου, πέρασα νά τούς ξανασυναντήσω.  Οί γονείς άποφάσισαν νά πάρουν τό παιδί στήν Έλλάδα νά πεθάνη έκεί.  Τήν Δευτέραν έγιναν όλες οί άπαραίτητες διατυπώσεις.  Τελικά, κανονίστηκε νά φύγη, άν θά ζούσε, τήν Τετάρτην τήν 1ην Μαϊου 1985 μέ τήν πτήσιν Όλυμπιακής άπό Νέαν Ύόρκην.  Έμεινα πάλιν ώς άργά, άπολαμβάνοντας τήν άπίστευτην χάριν αύτών τών άνθρώπων καί περιμένοντας τήν άναχώρησιν τής Όλγας είτε με τό άεροπλάνο διά τήν Έλλάδα είτε μέ τούς άγγέλους διά τήν αίώνιαν πατρίδα.  Στιγμές έντονες, πολύ άληθινές’ δίπλα σέ έναν κόσμον έμπειρικής πίστεως άπροσμέτρητου μεγέθους.
            Τήν Τρίτην 30 Άπριλίου τό πρωί.  Χτυπάει τό τηλέφωνο μου.  Ή μία άπό τές τρείς κυρίες, μέ τές όποίες είχα έπικοινωνήσει τήν προηγούμενην, μόλις έχει μιλήσει μέ τόν πνευματικόν της, τόν γνωστόν π. Πορφύριον.  Έχει φήμη προορατικού άνθρώπου.  Παγκοσμίως γνωστός.  Άγιος άνθρωπος.  Βλέπει σέ μέρη πού δέν λειτουργεί ή άνθρωπίνη όρασις.  Τής είπε, λέει, ότι θά κάνη καί αύτός τήν προσευχήν του, άλλά νά μήν τόν άφήσωμεν μόνον.  Καί έχει ό Θεός.  Εύκολο συμπέρασμά της ότι ύπάρχει κάποια έλπίδα.
            Σέ παρακαλώ τής λέγω μήν βιαστείς καί πείς τίποτα.  Άφού ξέρεις τήν κατάστασιν.  Είδα καί τήν άξονική.  Τό κορίτσι τελειώνει.  Άπορώ πώς άκόμη ζεί.  Τό είδες κι΄έσύ μέ τά μάτιά σου.  Καλύτερα νά πούμεν λίγα καί νά γίνουν πολλά, παρά νά δώσωμεν έλπίδες καί νά μήν γίνη τίποτα, τής λέω.
            Ή Όλγα άντεξε καί τήν Τρίτην.  Τό βράδυ στές 10 περίπου φτάνω διά τήν συνηθισμένην μου έπίσκεψιν—φροντιστήριον πίστεως.  Μπαίνω στό δωμάτιον καί άντικρίζω ένα άσυνήθιστο διά Άμερικανικό νοσοκομείον θέαμα.  Ή Όλγα στό κρεβατάκι της, στήν γνώριμή μας δική της μακαριότητα.  Ό κ. Κώστας λίγο άπόμερα.  Ή κ. Μαρία, ή μητέρα, μαζύ μέ την κ. Βασιλείαν, μιά έκπληκτικήν Έλληνοαμερικίδα έθελόντρια, άληθινή μάνα όλων αύτών τών παιδιών, δίπλα-δίπλα διαβάζουν μίαν άγνωστην σέ μένα παράκλησιν.  Έχουν άνάψει θυμίαμα, άκούμπησαν μίαν είκόνα τής Παναγίας πάνω στό παιδί, τοποθέτησαν καί ένα καντηλάκι καί προσεύονται.  Έγώ κάθομαι άκριβώς δίπλα στήν πόρταν.  Ό μισός μέσα στόν θάλαμον καί ό μισός έξω.  Μέ πλησιάζει μίαν νοσοκόμα, ή Debbie.
            Τί κάνουν; μέ ρωτάει.  Τί είναι αύτό πού καπνίζει καί μυρίζει; Άνήκουν σέ καμμίαν παραθρησκείαν; Άνατολικός Όρθόδοξος Χριστιανισμός, τής άπαντώ έμφατικά μήπως καί καταλάβει κάτι άπό τήν άνατολικήν κουλτούραν.
            Βγαίνει άπό τόν θάλαμον. Μένουμε οί  ύπόλοιποι.  Προσευχές ήξερα πολλές,  Αύτά τά λόγια όμως πρώτη  φορά τά άκουγα.  Σέ ένα τέταρτο τέλειωσαν τά γράμματα.  Είχαν λίγο λαδάκι άπό τήν Παναγίαν τής Τήνου καί λίγο άπό τήν Παναγίαν τήν Κανάλα—πρώτη φορά τό άκουγα αύτό τό όνομα.  Σταυρώνουν τό μέτωπο, τό στἠθος, τό δεξί καί τό άριστερό χέρι.  Τό παιδί άκίνητο.  Μόλις σταυρώνουν τό άριστερό πόδι, ή Όλγα τό λυγίζει, τό κατεβάζει καί έπαναλαμβάνει ρυθμικά τήν ίδίαν κίνησιν.  Τίποτε άλλο.  Οί δύο γυναίκες ξεσπούν σέ προσευτικές κραυγές.   Παναγία μου, κάνε τό θαύμα σου, καί σταυροκοπιούνται, φιλώντας τό μέτωπο τής Όλγας, πού όμως παραμένει βυθισμένη κατά τά άλλα στόν κόσμον της.  Τό παιδί ήσυχάζει.  Σέ λίγη ώρα πλησιάζει ή μητέρα.
            Μάς άκούς Όλιγίτσα μου; Ρωτάει.  Ή Όλγα έλαφρά νεύει καταφατικά. Άνοιξε, κοριτσάκι μου, τά μάτιά σου.  Τό κορίτσι τεντώνει σέ μιά άποτυχημένην προσπάθειαν τά μάτιά του.  Δώσε ένα φιλάκι στήν κ. Βασιλείαν.  Ρυθμικά σαλεύουν τά χείλη της.  Έγώ όρθολογίζομαι.  Σίγουρα έχομεν τήν τελευτάιν άναλαμπήν.  Ρωτώ τήν  Debbie άν έχει όλα τά χαρτιά έτοιμα διά τήν έπομένην νοσοκόμαν—ή βάρδια άλλάζει στές 11 μ.μ. –διατί όλα δείχνουν πώς σέ λίγες στιγμές τό παιδί θά άναπαυθή.
            Ή ώρα περνάει.  Ή Όλγα έπανήλθε στήν προηγουμένην κατάστασιν.  Πλήρης σιωπή καί άκινησία’ άπόλυτη άπουσία έπικοινωνίας καί άντανακλαστικών.  Κανείς δέν τολμά νά τήν ταράξει.  Περασμένα μεσάνυκτα.  Ή κ. Μαρία δέν κρατιέται, σκύβει καί φιλάει τό κοριτσάκι της στό μέτωπο.  Αύτό σάν κάπως νά άνταποκρίνεται.  Μάλλον είναι τής φαντασίας μας.  Οί γυναίκες είναι σίγουρες ότι κάτι έχει άλλάξει.  Ό κ. Κώστας συγκινημένος παρακολουθεί τήν κατάστασιν μέ άπορίαν. Έγώ πάλιν όρθολογίζομαι.  Τίποτε δέν μού βγάζει άπό τό μυαλό ότι στήν καλύτερην περίπτωσιν μιλάμε διά μικροαναβολές.  Τό παιδί στήν ούσίαν έχει τελειώσει.  Δέν έχω τήν παραμικρήν έλπίδα.  Ή κ. Βασιλεία μού λέγει πώς δέν έχω πίστιν.  Ποιός ξέρει;  Μπορεί καί νά έχη δίκαιο.
            Ό ίατρός έλεγε πώς ή Όλγα θά τελειώση τό βράδυ τής Κυριακής.  Βρισκόμαστε στήν Τετάρτην καί τό κορίτσι σταδιακά, άν καί διακριτικά, άφήνει κάποιες άσαφείς άνάσες ζωής καί έπικοινωνίας.  Καί μάς χωρίζει στούς πιστεύοντας πού έλπίζουν διά ζωήν καί τούς σκεπτόμενους πού περιμένουν τόν θάνατον.  Έγώ ζώ στήν κρυάδα τών δευτέρων καί μέ παρέα τήν λογικήν μου άποχαιρετώ τήν οίκογένειαν διά τήν Έλλάδα.  Ένα είδικό ίατρικό όχημα μεταφέρει τό παιδί στήν Νέαν Ύόρκην στήν κατάστασιν πού περιγράψαμεν.  Συνοδεία νοσοκόμου θά μεταφερθή μέ τό κρεβατάκι του στήν Έλλάδα.  Έκεί άποφασίστηκε νά πεθάνη.
            Τήν Παρασκευήν τηλεφωνούμεν σέ κάποιο τηλέφωνον πού μάς έδωσαν νά μάθωμεν τά νέα.  Ή Όλγα, λένε, σταδιακά βελτιώνει, άλλά είναι άκόμη σέ λήθαργο.  Άπλά, κάπως έπικοινωνοί.  Θά κάνουν έξετάσεις τό Σάββατον.  Κανονίσαμεν τηλεφωνικήν έπικοινωνίαν τήν Τρίτην, δέκα μέρες μετά τήν όριστικήν διάγνωσιν τού έπικειμένου θανάτου.  Προσπαθούμεν άτέλειωτες φορές νά τούς βρούμεν.  Καμία άπάντησι.  Ύποθέτομεν ότι ή Όλγα τελείωσε καί οί γονείς της πήγαν στό χωριό νά τήν θάψουν καί κάπως νά ξεκουραστούν. Ύστερα άπό άλλες δύο έβδομάδες, βρίσκομεν έναν παπά, καί τής διαβάζομεν ένα τρισάγιον...άπό τήν καρδιάν μας.
            Πέρασε ό Μαϊος, πέρασε ό Ίούνιος, μπήκε καί ό Ίούλιος.  Καμία πληροφορία δέν άλλαξε τό σκηνικό.  Ήλθαν άλλα παιδάκια στό Νοσοκομείον άπό τήν Έλλάδα, άνάλογες έντάσεις, άνάμεικτη ή χαρά μέ τόν πόνον σέ καθημερινήν βάσιν.  Δευτέρα 8 Ίουλίου.  Μόλις έφθασα στήν Άθήνα άπό τό Λονδίνο.  Σκέφθηκα νά δοκιμάσω νά κάνω μερικά τηλεφωνήματα.  Παίρνω καί τήν κ. Μαρίαν καί τόν  Κώστα.  Μπορεί νά έχουν έπιστρέψει.   Ποιός είναι, παρακαλώ; Άκούγεται μιά λεπτή παιδική φωνούλα άπό τήν άλλην μεριάν τού καλωδίου.  Ποιά είσαι έσύ, ρωτώ αίφνιδιασμένος.  Είμαι Όλγίτσα, άπαντά ή παιδική φωνή.  Ή Όλγίτσα; Ποιά Όλγίτσα; Ξαναρωτώ άμήχανα.
            Μού λέγει πλήρες τό όνομά της καί μέ άρκετήν σπιρτάδα έκφράζει μέ έπιτυχίαν τήν ύποψίαν της διά τήν ταυτότητά μου.  Ή Παναγίτσα, λέει, έκανε τό θαύμα της καί μέ προσκαλεί νά πάω στό σπίτι τους διά νά τής κάνω έρωτήσεις στήν Γεωγραφίαν, στήν Άριθμητικήν κ.λπ.  Προσκαλεί έμένα αύτή, τής όποίας έγώ βιάστηκα νά κάνω καί τό τρισάγιον διά τήν ψυχήν της.  Ζητώ τήν μητέρα της στό τηλέφωνον.  «Τίς Θεός μέγας ώς ό Θεός ήμών!»μού λέει μέ τήν καριδάν τής ή κ. Μαρία.
            Κλείνω τό τηλέφωνον καί φεύγω.  Κατ΄ εύθείαν στό σπίτι.  Μού άνοίγει τήν πόρταν ένα χαριτωμένο κοριτσάκι.  Είχαν άρχίσει νά φυτρώνουν τά μαλλάκια της. Ήταν λίγο ύπερκινητική, άλλά έκφραστική καί όλοζώντανη.  Τής έκανα καί τές έρωτήσεις πού μού ζήτησε.  Άπαντούσε χαριτωμένα.  Ένοιωθα νά παίζω μαζύ της.  Ένοιωθα νά μέ έχει προδώσει καί ό όρθολογισμός μου.  Δέν πίστευα αύτό πού έβλεπα.  Προηγουμένως πίστευα αύτό πού δεν έβλεπα.  Ή ζωή τής Όλγας άποτελεί τό ίσχυρότερο ώς τώρα ράπισμα τής όλιγοπιστίας μου.
            Έχουν περάσει είκοσι πέντε χρόνια.  Ή Όλγα έχει τελειώσει τό Πανεπιστήμιον,  δίνει χαράν καί σοφίαν στούς γονείς της, έχει άποκτήσει καί μικρότερη άδελφή, έχει γίνει όλόκληρη κοπέλα, έχει διαψεύσει τούς καλύτερους έπιστήμονας στόν κόσμον, έχει ξεσχίσει καί τήν λογικήν καί τήν έμπειρίαν τών στατιστικών καί τών αίσθήσεων, έχει έπιβεβαιώσει ότι «όπου Θεός βούλεται νικάται φύσεως τάξις» καί ότι πράγματι καί στές μέρες μας «ζεί Κύριος Παντοκράτωρ.»
           Παρμένο άπό τό βιβλίο τού Μητροπολίτου Νικολάου Μεσογαίας καί Λαυριτικής μέ τίτλον «Έκεί πού δέν φαίνεται ό Θεός.»  Έξεδόθη διά πρώτην φοράν τό 2009. Τό θαύμα αύτό βρίσκεται στό πρώτο μέρος τού βιβλίου σελίδες 51-68.

Δόξα τῷ Θεῷ ἐν τοῖς Ἁγίοις αὑτοῦ.
Πηγή:Ἐδῶ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου