Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Πῶς προσευχόμεθα;



ν παρακαλούσαμε κάποιον ρχοντα - χι γιά νά μς γλιτώσει τήν ζωή μας, λλά πλά γιά νά μς κάμει κάποια μικρή «καλωσύνη», – δέν θά προσηλώναμε σ’ ατόν τά μάτια μας καί τήν καρδιά μας; Δέν θά «κρεμόμασταν» κυριολεκτικά πό τήν ψη το προσώπου του, μέ ντονη προσοχή, γιά νά εσπράξουμε τήν συγκατάθεσή του στω μέ να νεμα του; Δέν θά τρέμαμε, μήπως κάποιος κατάλληλος δέξιος δικός μας λόγος τόν ρεθίσει καί το κόψει τήν καλή γιά μς διάθεση;
ν βρισκόμαστε σέ κάποιο δικαστήριο καί εχαμε πέναντί μας τόν ντίδικο, καί μες τήν πιό κρίσιμη ρα ρχίζαμε νά βήχουμε, νά φτύνουμε, νά γελμε, νά χασμουριόμαστε νά κοιμόμαστε, τότε, δέν θά σπευδε μέσως γρυπνη κακή διάθεση το ντιπάλου μας νά ξεσηκώσει ναντίον μας τήν αστηρή κρίση το δικαστ
* * *
 Τώρα λοιπόν, πού παρακαλομε τόν Οράνιο Κριτή, τόν λάθητο μάρτυρα λων τν μυστικν τς καρδις μας, καί Τόν κετεύουμε νά μς λυτρώσει πό τόν αώνιο θάνατο – ν παράλληλα χουμε πέναντί μας τόν κακόβουλο καί σκληρό κατήγορό μας διάβολο – δέν θά πρέπει νά ντείνουμε τήν προσοχή καί νά κάνουμε σο μπορομε πιό θερμή τήν προσευχή μας; Δέν θά πρέπει νά παρακαλομε πίμονα τόν Κύριο, νά μς δώσει λεος καί εσπλαχνία;
Τί λέτε; Δέν θά εμαστε καί μες σφαλς νοχοι – καί μάλιστα χι γιά κάποιο λαφρό μάρτημα, λλά γιά μιά πολύ σοβαρή σέβεια - ν, τήν ρα πού στεκόμαστε νώπιον το Θεο, παύουμε νά χουμε τήν ασθηση τς παρουσίας Του καί νιώθουμε σάν νά χουμε μπροστά μας ναν κάποιον, ...τυφλό καί κουφό κροατή;
* * *

 Διαφορετικά, γιατί δέν χύνουμε οτε να δάκρυ γιά τήν χλιαρότητά μας γιά τήν κνηρία, πού μς πομακρύνει πό τήν προσευχή;
Διαφορετικά, γιατί δέν τό θεωρομε πτώση μας, τό τι κατά τήν διάρκεια τς προσευχς φήνουμε τόν νο μας νά αχμαλωτίζεται - στω καί γιά λίγο - πό λογισμούς σχετους καί ξένους γιά τά λόγια τς προσευχς μας;
Γιατί νά μή θρηνομε καί νά μή ζητομε γιατή τήν πτώση μας τό λεος το Θεο;
Γιατί νά μή καταλαβαίνουμε, τί μεγάλη ζημιά παθαίνει ψυχή μας, ταν ξεφεύγει νος μας πό τήν μνήμη το Θεο, καί καταντάει νά σκέφτεται πράγματα λλα; Δέν τό καταλαβαίνουμε τι τσι μς μπαίζουν ο δαίμονες;
Ατά μες.
ντίθετα ο γιοι, στω κι ν γιά μιά στιγμή τούς νικοσαν λογισμοί καί τούς ποσποσαν κούσια πό τήν προσευχή, ατό τό θεωροσαν σάν να εδος εροσυλίας. Καί παρ’ λο πού μέ στραπιαία ταχύτητα πανάφεραν τούς «φθαλμούς» τς καρδις τους πρός τόν Θεό, κατηγοροσαν τούς αυτούς τους τι εναι σεβες. Τά σκοτάδια τν γήινων λογισμν, στω κι ν σαν φευγαλέα, τούς σαν κάτι τό νυπόφορο. Καί πεχθάνονταν καθετί, πού πομάκρυνε τόν νο τους πό τό Φς τό ληθινό.
γιος Κασσιανς Ρωμαος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου