Monday, October 19, 2020

Θα περάσουμε δύσκολες μέρες, γιατί ο κόσμος δεν εξομολογείται, και αυτοί που εξομολογούνται δεν κάνουν καθαρά εξομολόγηση


 Γέροντας της Κοζάνης Αρχιμ. Νεόφυτος Σκαρκαλάς (1917-2005)

Ὁ μακαριστός γέροντας Νεόφυτος (κατά κόσμον Ναούμ Σκαρκαλᾶς), πού ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τόν Μάιο τοῦ 2005, ἄφησε μνήμη πολύ ἐναρέτου καί ἁγίου ἀνδρός. Ἐφλέγετο ἀπό διάπυρο ἔρωτα πρός τόν Θεό καί τήν ἁγία Του Ἐκκλησία, τήν ὁποία διηκόνησε μέ πολύ ζῆλο, μέ ὅλη τήν ζωή του.. Ὁ γέροντας δέν εἶχε ἰδιαίτερο χάρισμα λόγου. Ὅμως τά ἁπλᾶ ἀλλά χαριτωμένα λόγια του ὠφελοῦσαν πολύ τούς ἀκροατάς του. Παραθέτουμε ἐνδεικτικῶς κάποια ἀπό αὐτά:

~ Νά μή σταματήσετε τόν ἐκκλησιασμό καί τήν ἐξομολόγησι. Ἀπό τήν Ἐκκλησία βγαίνει ἡ ἁγιότης. Μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τά μυστήριά της δυναμώνει ἡ πίστις μας. Ἐγώ, παιδί μου, ἀπό τό σπίτι στήν Ἐκκλησία καί ἀπό τήν Ἐκκλησία στό σπίτι. Ἔτσι νά κάνῃς καί σύ.

Νά πηγαίνουμε ἀπό τήν νύχτα στήν Ἐκκλησία. Ὅταν τελειώνῃ ὁ ἑξάψαλμος, νά κάνουμε τρεῖς μετάνοιες καί νά ζητοῦμε (νοερῶς) τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Στό «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος…» νά λέμε (νοερῶς): «Μέγα τό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος».

Νά μή φεύγουμε ἀπό τήν Θ. Λειτουργία πρίν τό «Δι᾿εὐχῶν…» ἐκτός σοβαροῦ λόγου, γιατί μοιάζουμε τόν Ἰούδα.

Νά λέμε συχνά: «Ζῆ Κύριος Παντοκράτωρ» καί «Τό ἔλεός σου Κύριε καταδιώξει με πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου».

Ἡ προσευχή εἶναι τό Ὀξυγόνο τοῦ Χριστιανοῦ. Ἡ προσευχή εἶναι συνομιλία μέ τόν Θεό. Ὅπως πᾶς, ἄς ποῦμε, στόν Νομάρχη καί λές ἔτσι ἐκεῖνο, ἀλλιῶς τό ἄλλο, ἔτσι νά τά λές καί μέ τόν Θεό. Νά συζητᾷς μαζί Του.

Ἀπό τίς 12 τά μεσάνυχτα μέχρι τίς 5 τό πρωί ὁ οὐρανός εἶναι ἀνοιχτός. Τότε ὁ φύλακας Ἄγγελος ἀνεβαίνει στόν Θεό καί ἐμεῖς πρέπει νά εἴμαστε στό σπίτι καί ὄχι ἔξω, γιατί εἶναι ἡ ὥρα πού πολεμᾶ ὁ πονηρός. Τίς ὧρες αὐτές νά κάνουμε προσευχή, παρακλήσεις καί ὅ ,τι ἄλλο μποροῦμε, ὅταν μάλιστα ἔχουμε σοβαρό πρόβλημα καί θέλουμε βοήθεια ἀπό τόν Θεό. Νά Τοῦ μιλᾶμε, ὅπως μιλᾶμε στόν πατέρα μας.

Οἱ προσευχές μας δέν ἀκούγονται πάντοτε, γιατί ὁ Θεός ἔχει γιά κάθε ἄνθρωπο τόν σκοπό του.

Ξέρετε γιατί τό πολύ τό Κύριε ἐλέησον τό βαριέται καί ὁ Θεός; Γιατί εἶναι ἄδειο. Τό λέμε χωρίς νόημα.

Νά σηκώνεστε νωρίς τό πρωί, γιά νά τακτοποιῆτε τά πνευματικά σας καθήκοντα.

Στό νοικοκυριό νά εἶστε παράδειγμα. Νά εἶστε καθαροί ἀλλά ὄχι ἐπίμονοι στά ὑλικά καί στά ἐξωτερικά. Τό βάρος νά τό ρίχνετε στήν μελέτη καί στην προσευχή.

Νά διαβάζετε τούς Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας μας καί τήν Παράκλησί της.

Τήν Κυριακή, τόν Κανόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Τήν Δευτέρα, τοῦ Ἁγίου Ἀγγέλου.

 Τήν Τετάρτη καί Παρασκευή, τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.

 Τό Σάββατο, τῶν Ἁγίων Πάντων.

Πέντε ἀρετές σώζουν τόν ἄνθρωπο: Προσευχή, ἐγκράτεια, ἐλεημοσύνη, πτωχεία, μακροθυμία.

Προσευχή, συντριβή, ταπείνωσι, ἐξομολόγησι.

 Θά περάσουμε δύσκολες μέρες, γιατί ὁ κόσμος δέν ἐξομολογεῖται, καί αὐτοί πού ἐξομολογοῦνται δέν κάνουν καθαρά ἐξομολόγησι.

Θά χαθῇ ἡ πίστις ἀπό τούς ἀνθρώπους.

Ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι καί λένε: Διάβασέ μου μία συγχωρητική εὐχή. Βρέ τί λές; Χωρίς ἐξομολόγησι εὐχή; Τί εἶναι αὐτά; Λένε· αὐτά τά λέει ὁ Νεόφυτος. Ὄχι, δέν τά λέει ὁ Νεόφυτος. Ὁ Χριστός τά λέει.

Νά τηρῆτε τήν νηστεία,  νά ἔχετε προσευχή, ἐλεημοσύνη καί νά μή παραμελῆτε τόν κανόνα σας.

Ἡ νηστεία εἶναι ἁγιότης. Εἶναι ἡ ἀκρίβεια τῆς πίστεώς μας.

Νά ζητᾶτε ἀπό ὅλους συγγνώμη καί νά τήν νιώθετε.

Νά ταπεινωνόσαστε.

Ἕνα εἶναι τό μέλημά μας, πῶς θά σωθοῦμε. Μέσον τῆς σωτηρίας μας εἶναι ἡ ταπείνωσις. Γιά νά ἀποκτήσουμε τήν ταπείνωσι νά μή μιλᾶμε, νά μή θυμώνουμε, νά μήν ἀντιμιλοῦμε, νά μήν ἐκδικούμαστε.

Από το περιοδικό: «Όσιος Γρηγόριος» – Περίοδος Β’, έτος 2006 (Έκδοση Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος) 

«‘Όσα μου έμαθε η ζωή»

 


Κάπου στη Νότιο Αμερική ζούσε ένας δούλος χριστιανός που υπηρετούσε στα χωράφια του άπιστου κυρίου του. Όλοι οι σύντροφοί του τον χλεύαζαν για την πίστη του, ακόμη και αυτός ο κύριός του δεν άφηνε ευκαιρία που να μην εκδηλώσει το μίσος του για την βαθιά πίστη του δούλου του.

Μια μέρα ο κύριος αυτός βγήκε στο δάσος να κυνηγήσει και πήρε μαζί του και τον δούλο του. Σε μια στιγμή για να τον πειράξει, του λέει.

Δε μου λες, πως συμβαίνει εμέ να μη με πειράζει ποτέ ο διάβολος, ενώ συ που είσαι πιστός έχεις τόσους πολλούς πειρασμούς; Γιατί να πειράζεται πιότερο ο χριστιανός από έναν άπιστο;

Πριν ο δούλος προφτάσει να απαντήσει, ένα κοπάδι αγριόπαπιες πέταξε μπροστά τους. Ο κύριος σήκωσε το όπλο, σημάδεψε και πυροβόλησε. Μερικές πάπιες έπεσαν στη γη σκοτωμένες, ενώ άλλες βαρύτερα ή ελαφρότερα τραυματισμένες προσπαθούσαν να πετάξουν ή να συρθούν και να κρυφτούν σε κάποιο φράχτη. Ο κύριος τότε διέταξε τον δούλο να προσπαθήσει να πιάσει πρώτα τις τραυματισμένες πάπιες, που υπήρχε κίνδυνος να ξεφύγουν και έπειτα τις σκοτωμένες που ήταν σίγουρες.

Όταν ο δούλος έκανε αυτό που του είπε ο κύριος του, θέλησε ν ’απαντήσει στο ερώτημά του.

Κύριε, είπε, όπως σεις θελήσατε να εξασφαλίσετε πρώτα τα τραυματισμένα πουλιά που υπήρχε κίνδυνος να φύγουν και αφήσατε τα σκοτωμένα για αργότερα, έτσι ακριβώς ενεργεί και ο διάβολος. Εγώ είμαι ένα τραυματισμένο πουλί, το οποίο προσπαθεί με κάθε τρόπο να συλλάβει, ενώ εσείς του ανήκετε και ξέρει ότι μπορείτε να περιμένετε, χωρίς να υπάρχει φόβος να του φύγετε.

Πόση αλήθεια δεν κρύβεται στην απλή αυτή απάντηση! Όταν μια ψυχή λευτερωθεί από τη δουλεία του διαβόλου και δοθεί στην αγάπη του Θεού, δέχεται τις φοβερές επιθέσεις του εχθρού, ο οποίος βλέποντας ότι χάνει μια ψυχή ακόμη από το στρατόπεδό του, «έχει μεγάλο θυμό ξέροντας ότι λίγος καιρός του μένει».

Και η μάχη τούτη είναι θυελλώδης και με πείσμα, που αν η ψυχή δε βασίζεται πάνω στα στέρεα θεμέλια της αναγεννήσεως και της ολόψυχης αφιέρωσης στον Χριστό, υπάρχει το μεγάλο ενδεχόμενο να κλονιστεί και να πέσει.

Την τακτική αυτή του διαβόλου , να επιτίθεται κάθε φορά για την ανακατάληψη του οχυρού μια ψυχής που παραδόθηκε στον Θεό, περιγράφοντας ο απόστολος Πέτρος , αναφέρει.

«Αγαπητοί, ας μη παραξενεύεσθε δια την φλόγα και το κάψιμο, που σας προκαλούν αι διάφοραι θλίψεις και αι δυσκολίαι, ως εάν κάτι το παράξενον σας συμβαίνη. Αλλά καθ' όσον συμμετέχετε εις τα παθήματα του Χριστού με τας θλίψεις και τους διωγμούς, που υφίστασθε προς χάριν του,τόσον και να χαίρετε, δια να χαρήτε με απερίγραπτον αγαλλίασιν ακόμη περισσότερον κατά την φανέρωσιν της δόξης του εις την Δευτέραν Παρουσίαν. (Α’ Πέτρ. 4:12 – 4:13)».


Όχι αυτό που θέλεις εσύ, αλλά ότι θέλει ο Θεός..

 


Όταν ο Βασίλειος (μετέπειτα Άγιος Σεραφείμ της Βιριτσα) γύρισε από το εξωτερικό που ήταν για κάποιες εμπορικές υποθέσεις, στο σιδηροδρομικό σταθμό της Πετρούπολης τον περίμενε η δική του άμαξα για να τον πάει στο σπίτι. Ενώ προχωρούσαν στους δρόμους της πόλης, σε έναν από αυτούς είδε ο Βασίλειος ένα φτωχό αγρότη με ρούχο σχισμένο να κάθεται κάτω στο πεζοδρόμιο και να φωνάζει συνεχώς..

Όχι αυτό που θέλεις εσύ, αλλά ότι θέλει ο Θεός..

Ο Βασίλειος αισθάνθηκε την ανάγκη να μιλήσει με τον αγρότη. Σταμάτησε την άμαξα και ζήτησε από τον αγρότη να ανέβει. Στην ερώτηση του, τι του συνέβη, ο αγρότης του διηγήθηκε την εξής ιστορία: Ότι άφησε στο χωριό τη γυναίκα του με τα επτά παιδάκια και τον πατέρα του, που όλοι τους ήταν άρρωστοι, ( είχανε τύφο) . Οι γείτονές τους φοβούμενοι μην κολλήσουν, δεν έμπαιναν μέσα στο σπίτι για να τους βοηθήσουν.

Μία μέρα ο πατέρας του, του είπε: από όλους μας μόνο εσύ δεν είσαι άρρωστος. Πάρε λοιπόν το άλογο που έχουμε και πήγαινε στην πόλη για να το πουλήσεις. Με τα λεφτά που θα πάρεις, αγόρασε μία αγελάδα και ίσως έτσι να ζήσουμε.

Έκανε λοιπόν έτσι ο φτωχός αγρότης αλλά τα λεφτά, του τα έκλεψαν, οπότε έτσι απελπισμένος έπεσε στο πεζοδρόμιο και ξέσπασε σε κλάματα. Αποφάσισε να πεθάνει εκεί που ήταν. Πώς θα μπορούσε να επιστρέψει στο σπίτι με άδεια χέρια; Έτσι πεσμένος στο πεζοδρόμιο περίμενε να έρθει ο θάνατος και φώναζε στον εαυτό του:

Όχι αυτό που θέλεις εσύ, άλλα ότι θέλει ο Θεός.

Ο Βασίλειος όταν άκουσε την ιστορία πήγε μαζί με τον αγρότη στην αγορά και πήρε δύο άλογα ένα κάρο και μία αγελάδα, το κάρο το γέμισε μέχρι πάνω με διάφορα τρόφιμα και από πίσω έδεσε την αγελάδα και τα παρέδωσε στον αγρότη. Ο αγρότης αντιστάθηκε αλλά ο Βασίλειος του είπε:  Όχι αυτό που θέλεις εσύ, αλλά ότι θέλει ο Θεός.

Όταν ο Βασίλειος έφτασε στο σπίτι του, κάλεσε τον κουρέα, εκείνος ήρθε και του είπε να καθίσει για να τον κουρέψει. Αλλά ο Βασίλειος αναστατωμένος περπατούσε στο δωμάτιο μονολογώντας και λέγοντας συνέχεια:

Όχι αυτό που θέλεις εσύ, αλλά ότι θέλει ο Θεός..

Ο κουρέας τον παρακάλεσε ξανά να καθίσει αλλά ο Βασίλειος δεν τον άκουγε και έλεγε ξανά και ξανά..

Όχι αυτό που θέλεις εσύ, αλλά ότι θέλει ο Θεός..

Ξαφνικά ο κουρέας έπεσε μπροστά του στα γόνατά και του είπε: πώς το έμαθες αφεντικό; Στη συνέχεια του εξομολογήθηκε ότι είχε στο νου του ( όταν θα καθόταν στην καρέκλα, ) να τον σκοτώσει και να ληστέψει το σπίτι του. Ο Βασίλειος τον συγχώρεσε και τον άφησε να φύγει, του είπε όμως ότι δεν θέλει να τον ξαναδεί...

Με πόσο θαυμαστό τρόπο ο Θεός έδειξε την πρόνοια του για τον πιστό δούλο του... Σώζοντας μία ζωή σώζεις τη ζωή σου... Έτσι και ο Άγιος Σιλουανός έλεγε...ο αδελφός μου είναι η ζωή μου...Δεν σωζόμαστε μόνοι μας, αλλά μέσα από τους άλλους...με την έμπρακτη αγάπη... Ποτέ δεν γνωρίζουμε το γιατί ένας άνθρωπος βρίσκεται στο δρόμο μας... πολλές τραγωδίες θα αποφεύγονταν, αν προτεραιότητα στις σχέσεις μας αντί του φόβου είχε η αγάπη.

Saturday, October 17, 2020

Ο Λωτ, ήταν ένας δίκαιος άνθρωπος εν μέσω πολλών ανόμων, και ζούσε στα Σόδομα με την σύζυγό του και τις δύο θυγατέρες του.


Ο πιστός Αβραάμ ρώτησε τον Θεό: μὴ συναπολέσῃς δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής; (Θα καταστρέψεις τον δίκαιο με τον ασεβή (Γένεση 18:23). Ο Θεός απάντησε τότε στον πιστό Αβραάμ ότι όχι μόνο δεν θα κατέστρεφε τον δίκαιο, αλλά αν υπήρχαν δέκα δίκαιοι σε αυτήν την πόλη, θα έσωζε ολόκληρη την πόλη χάριν αυτών των δέκα.

Ωστόσο, μόνον ένας δίκαιος άνθρωπος βρέθηκε στα Σόδομα, ο Λωτ, και αυτός ήταν ξένος! Ακριβώς όπως πριν από τον κατακλυσμό υπήρχε μόνο ένας δίκαιος άνθρωπος στον κόσμο, ο Νώε, έτσι και πριν από την καταστροφή των Σοδόμων υπήρχε μόνο ένας δίκαιος άνθρωπος σε αυτήν την πόλη, ο Λωτ.

Ο Λωτ ήταν όμοιος με τον θείο του τον Αβραάμ σε κάθε Aρετή, κυρίως δε στην υπακοή του προς τον Θεό και στη φιλοξενία του. Οι Σοδομίτες τον μισούσαν, επειδή ήταν ξένος και ακόμη περισσότερο, επειδή ήταν δίκαιος.

Αδελφοί, μη πονηρεύσησθε, τους προέτρεψε ο Λωτ. Αποκάλεσε αδελφούς του τους διεφθαρμένους ανθρώπους, για να τους ηρεμήσει και να τους υπενθυμίσει να μην διαπράξουν κακό, προκειμένου να τους σώσει. Αλλά τα αδελφικά λόγια του τους προκάλεσαν ακόμη μεγαλύτερη οργή.

Ο Λωτ κρίθηκε άξιος να τον επισκεφτούν οι άγγελοι του Θεού και να τον ελευθερώσουν από αυτή τη διεφθαρμένη πόλη, της οποίας οι μεγάλες αμαρτίες έφθαναν σαν κραυγή μέχρι τον Θεό.

Και οι διεφθαρμένοι Σοδομίτες επιτέθηκαν στο σπίτι του Λωτ με πονηρό σκοπό, για να μολύνουν την ιερότητα της φιλοξενίας. Αδελφοί, μη πονηρεύσησθε, τους ζήτησε ο Λωτ. Αλλά γιατί να ακούσουν οι αποκτηνωμένοι αυτοί έναν άνθρωπο, αφού δεν φοβόταν τον Θεό; Αυτός είναι ο λόγος που οι άγγελοι του Θεού τους τιμώρησαν με τύφλωση: τοὺς δὲ ἄνδρας τοὺς ὄντας ἐπὶ τῆς θύρας τοῦ οἴκου ἐπάταξαν ἐν ἀορασίᾳ ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου, (Και τιμώρησαν τους ανθρώπους που ήταν στην πόρτα του σπιτιού με τύφλωση, από μικρού έως μεγάλου (Γένεση 19:11).

Τότε οι άγγελοι οδήγησαν τον Λωτ έξω από την πόλη των αδίκων και άφησαν να πέσει καταιγίδα από θειάφι και φωτιά πάνω στην πόλη. Έτσι, η άνομη πόλη χάθηκε, και ο μόνος δίκαιος άνθρωπος στην πόλη σώθηκε· κρείσσων γὰρ εἷς ἢ χίλιοι (Προτιμότερος είναι ένας δίκαιος άνθρωπος από χίλιους αμαρτωλούς (Σειρ. 16: 3).

Ω Δίκαιε Θεέ, Εσύ που ουδέποτε εγκαταλείπεις τον δίκαιο άνθρωπο, διόρθωσέ μας τις αδικίες μας και σώσε μας, Κύριε.

Αγίου  Νικολάου Βελιμίροβιτς.

 

Ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου


Νὰ ἁγιασθῆ τὸ ὄνομά Σου Πάτερ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς σημαίνει

Νὰ τὸ προφέρω μὲ σεβασμό. Καὶ θὰ ἤθελα ἀπὸ σήμερα νὰ κάνω τὴν προσευχή μου μὲ πιὸ ἀργὸ ρυθμό, ἤρεμα- ἤρεμα, χωρὶς βαισύνη καὶ πίεση, χωρὶς νὰ τὸ κάνω σὰν πάρεργο καὶ κάτι σὰν ἀγγαρεία, χωρὶς νὰ εἶναι μηχανικὴ καὶ κάτι σὰν ρουτίνα. Νὰ κάνω τὸ σταυρό μου εὐλαβικὰ καὶ σωστά. Νὰ κάνω τὸ κομποσκοίνι μου σιγὰ σιγὰ καὶ μὲ προσήλωση, ὅση μοῦ εἶναι δυνατή.

Θέλω αὐτὴ τὴ στιγμή, ἀλλὰ καὶ κάθε παρόμοια στιγμή, νὰ Σὲ νιώθω πιὸ πολὺ κοντά μου· νὰ αἰσθάνωμαι πὼς μὲ ἀκοῦς μὲ καλωσύνη καὶ ἀγαπητικά, πὼς μὲ παρατηρεῖς μὲ στοργικὴ τρυφερότητα, μὲ τρυφερὴ στοργικότητα.

Θέλω, Πατέρα μου, νὰ νιώθω τὴν καρδιά μου σὰν τὸ ἅγιο Θυσιαστήριο, τὴν Ἀγία Τράπεζα, τοῦ ἱεροῦ μας Ναοῦ καὶ νὰ Σοῦ προσφέρω σὲ αὐτὸ τὸν ἑαυτό μου «θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν εὐάρεστον, τὴν λογικήν μου λατρεία» «μὴ συσχηματιζόμενον τῷ αἰῶνι τούτῳ ἀλλὰ μεταμορφούμενον τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοός μου εἰς τὸ δοκιμάζειν τὸ θέλημά Σου τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον».

Νὰ ἁγιάζω τὸ ὄνομά Σου, σημαίνει νὰ τὸ π ρ ο φ έ ρ ω πιὸ συχνὰ πιὰ ἀγαπητικά, πιὸ θερμά, πιὸ εἰλικρινά, πιὸ ποθεινά. Θέλω κάθε ὥρα καὶ στιγμὴ νὰ ἔχω τὸ ὄνομά Σου στὰ χείλη μου καὶ αὐτὸ σημαίνει, νὰ ἔχω πρὸ πάντων, ὅταν ἔχω νὰ κάνω κάτι σημαντικό, ὅταν ἔχω κάποια δυσκολία νὰ ξεπεράσω, ὅταν κάποιο πρόβλημα πρέπει νὰ λύσω. Νὰ τὸ ψυθιρίζω γλυκά-γλυκά. Γιατὶ τὸ ὄνομά Σου σημαίνει στοργή, σημαίνει ἀγάπη, σημαίνει σοφία, σημαίνει ὀμορφιά, σημαίνει τὸ πᾶν, πέρα κάθε φαντασία καὶ νοητὴ σύλληψη.

Μακαριστού  π.Ευσεβίου  Βίττη