Thursday, October 29, 2020

ΓΙΑΤΙ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΗ ΛΗΞΗ ΤΟΥ, ΟΠΩΣ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΛΑΟΙ;


Γιατί εμείς γιορτάζουμε τη στιγμή που "υψώνουμε το ανάστημά μας", ενώ όλοι οι άλλοι λαοί, γιορτάζουν την απελευθέρωση τους,  μετά το πέρας του πολέμου , αφού υπέδειξαν την  "αδυναμία " και την "υποταγή τους" .

Γιατί εμείς από αυτήν την στιγμή, είμαστε ήδη ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ!!!!!

Γιορτάζουμε και στις δύο μεγάλες εθνικές επετείους, την έναρξη του πολέμου και όχι τη λήξη του, ή την απελευθέρωση γιατί:

●Ο Έλληνας δεν αισθάνεται δούλος, γιατί δεν υποδουλώθηκε ποτέ πραγματικά.

●Στα χρόνια της Ρωμαϊκής κατοχής, «ο κατακτημένος κατέκτησε τον κατακτητή με το πνεύμα του...»

●Στα 400 χρόνια της Τουρκοκρατίας, διατήρησε τη συνοχή του. Διατήρησε το ελληνικό του στίγμα ακόμα και τη στιγμή που δεν υπήρχε ούτε σπιθαμή γης ελληνικής. Έκανε πάνω από 100 άγνωστες απόπειρες επανάστασης και ξεσηκωμού.

●Μιλάει τη «μουσική γλώσσα, των Αγγέλων» την ίδια εδώ και χιλιάδες χρόνια, αυτήν που έγινε τροφός για όλες τις άλλες γλώσσες.

●Ο Έλληνας είναι ο Αμάραντος που «φυτρώνει μες στα δύσβατα, στις πέτρες, στα λιθάρια.»

●Είναι το «κυκλάμινο στου βράχου τη σχισμάδα που παίρνει χρώματα κι ανθεί και μίσχο και σαλεύει» από «της Δικαιοσύνης τον ήλιο τον Νοητό.»

●Ο Έλληνας δεν έχει υπάρχοντα. Η μόνη του περιουσία είναι η καρδιά του κι η ψυχή του η οποία ποτέ ανά τους αιώνες δεν κατέστη δυνατό να τιθασευθεί.

●«Όλα να του τα κάψεις, πέτρα στην πέτρα να μην του αφήσεις», δεν θα παραδοθεί.

●«Ένα αμπέλι, μια ελιά κι ένα καράβι» και ξαναφτιάχνει την Ελλάδα του.

●Έσκυψε, γονάτισε να μαζέψει δυνάμεις και περίμενε άλλοτε υπομονετικά άλλοτε ανυπόμονα «πότε θα κάνει ξαστεριά» για να «πεταχτεί από 'ξαρχής να αντρειέψει και να θεριέψει». Κι ας είχε πάντα «το σουγιά στο κόκκαλο και το λουρί στο σβέρκο.»

●Δεν περιμένει τους «Βαρβάρους». Ξέρει καλά πως οι Βάρβαροι δεν είναι «λύσις».

●Ξέρει πως ακόμα κι αν είναι μόνο «ένα το χελιδόνι» και θα την πληρώσει πανάκριβα, η Άνοιξη θα έρθει. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.

●Γιατί «σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει.»

●Κι ο ήλιος θα γυρίσει κι ας «θέλει δουλειά πολλή» κι ας θέλει «νεκρούς χιλιάδες να 'ναι στους τροχούς» κι ας «θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους.»

●Δεν θα χειροκροτήσει ποτέ παγωμένος από φόβο επί ώρες, χαμογελώντας σε παράταξη, κι ούτε θα βάλει τα ψεύτικα κλάματα να στηθοδέρνεται, τάχα από συγκίνηση, μόλις δει στο μπαλκόνι τον Δυνάστη που του έκατσε μπάστακας.

●Δε θα παραδώσει τα όπλα του σε ένδειξη υποταγής στον πρώτο μοτοσικλετιστή του εχθρού που ήρθε να τα ζητήσει. «Έλα να τα πάρεις» θα του πει.

●Ο Έλληνας θα περιγελάσει τον εχθρό που τον πετσοκόβει. Δεν θα κωλώσει από το μέγεθος του αντιπάλου αλλά θα πολεμήσει «υπό σκιάν» κάτω από τα χιλιάδες εχθρικά βέλη αν χρειαστεί.

●Θα κοροϊδέψει όσο δεν παίρνει τη στολή του αδίστακτου Ντούτσε μ' όλα της τα φτερά και τα πούπουλα, που του ήρθε «μια νύχτα με φεγγάρι την Ελλάδα μας να πάρει, βρε τον φουκαρά!!!!

●Γιατί «όταν ο Έλληνας αισθανθεί δυνατός, τότε γίνεται αδυσώπητος τιμωρός...»

●Κι η Ελληνίδα δε θα κρυφτεί ποτέ. Θα μπει μπροστά και θα δείξει το δρόμο: «Σέρνει τουφέκια στην ποδιά, φυσέκια στο ζωνάρι και το παιδί στην αγκαλιά και πρώτη από όλους πάει...»

●Θα γίνει λέαινα για να προστατεύσει ό,τι πολυτιμότερο έχει: «Γυναίκες Ηπειρώτισσες, ξαφνιάσματα της Φύσης, εχθρέ, γιατί δε ρώτησες ποιον πας να κατακτήσεις;»

●«Μην καταδέχεσαι να ρωτήσεις:

Νικήσαμε; Νικηθήκαμε; Πολέμα!»

Και πολεμάει. Ενάντια σε όσα τον πνίγουν ο Έλληνας πολεμάει γιαυτό και φωνάζει «ΑΕΡΑΑΑΑΑ»

●Για μας τους Έλληνες, η στιγμή που μπαίνουμε στο μυστηριακό εκείνο ταξίδι κι αποφασίζουμε να πούμε ΟΧΙ, είναι και η στιγμή που καθορίζει το τέλος.

●Ο πόλεμος και η έκβασή του δεν τον νοιάζουν πραγματικά γιατί μέσα του είναι ήδη νικητής. Είναι ελεύθερος.

●●Είναι εκείνη η μαγική στιγμή που ορθώνεις το ανάστημά σου και δε σε νοιάζει αν ο εχθρός είναι χίλιες φορές μεγαλύτερος από σένα κι αν τα βέλη του μπορούν να σκεπάσουν τον ήλιο, αλλά παίρνεις την απόφαση ότι ή θα ζήσεις ελεύθερος ή «θα δειπνήσεις παρέα με τους συμπολεμιστές σου στον Άδη.»

●●Ο Έλληνας κοιτάει τον άλλον ευθεία στα μάτια με αυτό το βλέμμα που παγώνει!!!!

"Να πείτε στην Μάνα μου , ότι όλες οι Σφαίρες ήταν στο Στήθος, καμμιά στην Πλάτη"......

Ζήτω το Ελληνικό Έθνος!!!

Πόση συγκίνηση και δέος!!!!

28η Οκτωβρίου: Ημέρα εθνικής μνήμης και τιμής των ενδόξων ηρώων του  Ελληνικού Έθνους!!!! Ημέρα μνήμης και εθνικής υπερηφάνειας!!!

Ετούτος δω ο λαός δε γονατίζει παρά μονάχα μπροστά στους νεκρούς του”

 

Wednesday, October 28, 2020

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από τη χαρά που νιώθεις, όταν δέχεσαι την αδικία.

 


Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από τη χαρά που νιώθεις, όταν δέχεσαι την αδικία. Μακάρι να με αδικούσαν όλοι οι άνθρωποι! Ειλικρινά σας λέω, τη γλυκύτερη πνευματική χαρά την ένιωσα μέσα στην αδικία. Ξέρετε πόσο χαίρομαι, όταν κάποιος με πει πλανεμένο; «Δόξα Σοι ο Θεός, λέω, από αυτό έχω μισθό, ενώ, αν με πουν άγιο, χρωστάω». Γλυκύτερο πράγμα από την αδικία δεν υπάρχει!!!

«Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης»

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΕΟΡΤΩΝ

 


Τὰ ἔθνη, ἀγαπητοί μου, ἔχουν ἱστορία. Ὅπως ἱστορία ἔχουν καὶ τὰ ἄτομα. Κάθε ἄνθρωπος γράφει τὴν ἱστορία του πάνω στὴ γῆ. Κλείνει μέσα του θεϊκὲς δυνάμεις, ποὺ ἡ καλλιέργειά τους δημιουργεῖ μιὰ ποικιλία ἔργων, δημιουργεῖ πολιτισμό. Μικρὸς θεὸς ἀναδεικνύεται ὁ ἄνθρωπος ἀναπτύσσοντας τὸ «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» (Γέν. 1,26) ποὺ ἔλαβε.

Ἀλλ᾽ ἐὰν ὁ ἄνθρωπος παραμελήσῃ τὴν καλλιέργεια τῶν θεϊκῶν στοιχείων του καὶ θάψῃ τὰ τάλαντά του στὸν τάφο τῆς ὀκνηρίας καὶ πονηρίας, τότε καταντᾷ ἕνα ἁπλὸ βιολογικὸ ὄν, μὲ φυσικὲς μόνο ἀνάγκες, ἕνας πεπτικὸς σωλήνας ποὺ ἀκατάπαυστα γεμίζει καὶ ἀδειάζει, ἕνα ζῷο ποὺ βόσκει. Ἀλλ᾽ εἶνε δυνατὸν νὰ σβηστῇ τελείως ὁ σπινθήρας τῆς θεϊκῆς του προελεύσεως; Ὅσοι ἄνθρωποι ζοῦν σὰν τὰ κτήνη, μὲ ἔμβλημα τὸ ἐπικούρειο «Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν» (Ἠσ. 22,13. Α´ Κορ. 15,32), αὐτοὶ ποὺ ἔπνιξαν τὸ πνεῦμα στὴν ὕλη, δὲν γράφουν ἱστορία, ἀφοῦ ἱστορία εἶνε ἡ ἐξιστόρησι εὐγενῶν καὶ ὑψηλῶν πράξεων.

Λαοὶ μὲ ἐπικούρεια νοοτροπία, χωρὶς ἀνατάσεις, δὲν γράφουν ἱστορία. Ἡ διάβασί τους δὲν ἀφήνει ἴχνη. Πράξεις ἀξιομνημόνευτες γιὰ τοὺς ἀπογόνους τους δὲν ὑπάρχουν. Σὰν ἀγέλες ἔρχονται καὶ παρέρχονται, ἔστω κι ἂν ἡ ζωή τους ἀριθμῇ χιλιετίες. Καμμία λάμψι. Σκοτάδι καὶ ἔρεβος ἡ ζωή τους. Πνεῦμα σ᾿ αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει «διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκας» (Γέν. 6,3).

* * *

Τὸ δικό μας ἔθνος, ἀγαπητοί μου, δὲν ὑπάγεται σ᾽ αὐτοὺς τοὺς λαούς. Ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια, διακρίθηκε. Ἀνέπτυξε τέχνες καὶ ἐπιστῆμες, δημιούργησε ἕναν ἰδιαίτερο πολιτισμό, ποὺ σὲ πολλὲς περιπτώσεις ἔγινε πρότυπο γιὰ ἄλλους λαούς. Ἀγωνίστηκε «ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν». Ἀγωνίστηκε κατὰ τῆς βαρβαρότητος, ποὺ ἔτεινε νὰ κατακλύσῃ τὴν ἀνθρωπότητα. Τὸ μικρὸ τοῦτο ἔθνος κατέπληξε τὸν κόσμο μὲ πράξεις ἀφθάστου μεγαλείου.

Αὐτὸς ποὺ μελετᾷ τὴν ἱστορία μας διακρίνει τὸν δάκτυλο τῆς θείας πρόνοιας, ἡ ὁποία ἀνέθεσε στὴν Ἑλλάδα ἐξαιρετικὴ ἀποστολή· νὰ εἶνε φῶς γνώσεως καὶ ἐπιστήμης, πρόδρομος τοῦ Χριστιανισμοῦ μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρῶν, κήρυκας καὶ ἀπόστολος καὶ ὑπερασπιστὴς τῆς Χριστιανικῆς πίστεως στὰ ἔθνη, σκεῦος ἐκλογῆς καὶ δεύτερος Ἰσραὴλ στὸν κόσμο.

Ἡ ἱστορία τοῦ μικροῦ τούτου ἔθνους εἶνε ἀπὸ τὶς συγκινητικώτερες καὶ διδακτικώτερες. Ἂν καταρτιζόταν καὶ δημοσιευόταν ἕνας χρονολογικὸς πίνακας ὅλων τῶν σπουδαίων ἐνεργειῶν τοῦ ἀνθρώπου, σημειώνοντας σὲ παράλληλες στῆλες τὰ ἐπιτεύγματα τῶν διαφόρων ἐθνῶν, ποιά στήλη θὰ ἦταν ἡ πλουσιώτερη; Δὲν εἶνε ἀνάγκη νὰ τὸ ποῦμε ἐμεῖς, τὸ φωνάζει ἡ Ἱστορία. Καὶ «οἱ λίθοι κεκράξονται» (πρβλ. Λουκ. 19,40). Ἕνας ἱστορικὸς ἡμεροδείκτης τῆς πατρίδος μας, ποὺ θὰ συνέτασσαν εἰδήμονες, ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα μέχρι σήμερα, στὸ φύλλο τῆς κάθε ἡμέρας θὰ σημείωνε ὄχι μία μόνο ἀξιοθαύμαστη πρᾶξι τῶν προγόνων μας ἀλλὰ πολλές. Ἄλλων ἐθνῶν οἱ ἱστορικοὶ ἡμεροδεῖκτες θὰ εἶχαν τὰ περισσότερα φύλλα τους λευκά· ὁ ἡμεροδείκτης τῆς Ἑλλάδος θὰ ἦταν κατάμεστος. Δὲν ὑπάρχει ἡμέρα τοῦ ἔτους κατὰ τὴν ὁποία ἡ Ἑλλάδα δὲν παρουσίασε διὰ τῶν εὐγενῶν της τέκνων, τῶν ἡρώων καὶ ἁγίων της, μία ἀξιομνημόνευτη πρᾶξι. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο ὅλες αὐτὲς οἱ πράξεις νὰ πανηγυρίζωνται στὴν ἐπέτειό τους, ἡ Ἑλλάδα θὰ ἔπρεπε νὰ βρίσκεται σὲ διαρκῆ σημαιοστολισμό.

* * *

Ἀπ᾿ ὅλες τὶς χρονολογίες τοῦ ἱστορικοῦ ἡμεροδείκτη τῆς Ἑλλάδος μερικὲς διακρίνονται, ὅπως λ.χ. ἡ σημερινή. Εἶνε οἱ ἐπέτειοι μεγάλων γεγονότων, ποὺ μποροῦν νὰ ὀνομασθοῦν ὁρόσημα τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας, δεῖκτες ποὺ δείχνουν πρὸς ποιές κατευθύνσεις πρέπει νὰ πορεύεται τὸ γένος μας.

Ὅταν ὑπὸ τὴν ἔνδοξη ἡγεσία τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ ὁ Ἰσραὴλ κατὰ θαυμαστὸ τρόπο πέρασε τὸν Ἰορδάνη καὶ μπῆκε στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, ὁ Κύριος διέταξε νὰ στήσουν 12 λίθους, ὅσες καὶ οἱ φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ, γιὰ νὰ διατηρῆται ζωηρὴ ἡ ἀνάμνησι τοῦ θαυμαστοῦ γεγονότος, στὸ ὁποῖο γιὰ μία ἀκόμη φορὰ φάνηκε ἡ θεία πρόνοια. «Γιὰ νὰ τοὺς ἔχετε αὐτοὺς σὰν σημάδι ποὺ θὰ μένῃ ἐκεῖ γιὰ πάντα, ὥστε ὅταν σὲ ρωτάῃ αὔριο ὁ γυιός σου καὶ λέῃ, Γιατί τοὺς ἔχουμε αὐτοὺς τοὺς λίθους; ἐσὺ θὰ ἐξηγήσῃς στὸ γυιό σου καὶ θὰ πῇς· Ἐπειδὴ σταμάτησε ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς ἐμπρὸς στὴν κιβωτὸ τῆς διαθήκης τοῦ Κυρίου ὅλης τῆς γῆς, ὅταν τὸν περνοῦσε· καὶ θὰ σᾶς εἶνε αὐτοὶ οἱ λίθοι ὑπενθύμισι γιὰ τοὺς Ἰσραηλῖτες αἰωνίως» (Ἰησ. Ναυ. 4,6-7).

Καὶ ἐμεῖς, ὅπως ὁ Ἰσραήλ, πρέπει νὰ ἀναζωογονοῦμε στὴ μνήμη τῶν νεωτέρων τὴν ἀνάμνησι τοῦ ἐνδόξου παρελθόντος μὲ κάθε τρόπο· ν᾽ ἀνοικοδομήσουμε, ὅπως ὁ Σολομῶν καὶ ὁ Ἰ­ουστινιανός, ναὸ περίλαμπρο μὲ πέτρες ἀπ᾽ ὅλη τὴ γῆ τῆς Ἑλλάδος, γιὰ νὰ ἐκπληρώσουμε ἱερὸ τάμα τῶν προγόνων μας· νὰ στήνουμε μνημεῖα, ἀναμνηστικὲς στῆλες καὶ προτομὲς ἡρώων· νὰ ἐκδίδουμε βιβλία· νὰ κάνουμε ὁμιλίες καὶ διαλέξεις· νὰ παρουσιάζουμε στὴ νεολαία κινηματογραφικὰ ἔργα καὶ θεατρικὲς παραστάσεις, μὲ τὶς ὁποῖες θ᾽ ἀναπαριστάνωνται ζωηρὰ ἱστορικὲς στιγμὲς τοῦ ἔθνους.

Μόνο ἐχθροὶ τῆς πατρίδος ἀποστρέφονται καὶ μισοῦν τὶς ἐθνικὲς ἐπετείους. Κρυφὴ ἐπιθυμία τους εἶνε αὐτὲς νὰ καταργηθοῦν. Ὀπαδοὶ αὐτοὶ νέων κοσμοθεωριῶν, ξένοι πρὸς τὴν ἱστορία μας, θὰ ἤθελαν νὰ ἑορτάζουμε ἄλλες ἐπετείους… Τὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς (1941-1944) οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἤθελαν νὰ ἑορτάζεται ἡ 25η Μαρτίου. Ἔτρεμαν μήπως ἡ ἀνάμνησί της ξεσηκώσῃ τοὺς Ἕλληνες καὶ σπάσουν τὰ νέα δεσμά. Οἱ ἐχθροὶ τῆς πατρίδος μας εἶνε ὅπως ἐκεῖνος ὁ Ἀντίγονος πού, ὅταν κατέκτησε διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου τὸν Ἰσραήλ, ἀπηγόρευσε τὶς ἑορτὲς καὶ πανηγύρεις του. Τὸ διάταγμά του ἦταν· «οὔτε νὰ τηροῦν τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου οὔτε νὰ κρατοῦν τὶς πατροπαράδοτες ἑορτὲς οὔτε κἂν νὰ ὁμολογοῦν ὅτι εἶνε Ἰουδαῖοι» (Β΄ Μακκ. 6,6), ἀλλὰ νὰ ἑορτάζουν τὴν …ἡμέρα τῶν γενεθλίων τοῦ τυράννου τους μὲ διονυσιακὲς ἐκδηλώσεις. Οἱ γενναῖοι ὅμως Μακκαβαῖοι περιφρόνησαν τὸ διάταγμα, ἀντιστάθηκαν καὶ ἑώρταζαν τὶς ἑορτές τους στὰ βουνά, καὶ ἔτσι διέσῳζαν τὴ μνήμη τοῦ παρελθόντος τους. Στὰ αὐτιὰ τῶν γενναίων ἐκείνων παιδιῶν ἔφθανε ἡ φωνὴ τοῦ προφήτου· «Ἑόρταζε, Ἰούδα, τὶς ἑορτές σου, ἀνάπεμψε τὶς προσευχές σου» (Ναούμ 2,1).

Καὶ σύ, πατρίδα μας Ἑλλάδα, ἑόρταζε τὶς ἑορτές σου, ἀνάπεμψε τὶς προσευχές σου, γιὰ νὰ δοξολογῆται ὁ Θεός, γιὰ νὰ μνημονεύωνται μὲ εὐγνωμοσύνη οἱ ἥρωές σου, γιὰ νὰ εὐφραίνεται ὁ λαός σου, γιὰ νὰ χαίρωνται οἱ φίλοι σου καὶ νὰ λυποῦνται οἱ ἐχθροί σου.

* * *

Ἡ Ἑλλάδα, ἀγαπητοί μου, δὲν συμπλήρωσε τὴν ἱστορία της. Στὸ βιβλίο της μένουν ἀκόμη πολλὲς ἄγραφες σελίδες. Τί θὰ φέρῃ ἡ ἑπομένη ἡμέρα εἶνε ἄγνωστο· ἀνεξιχνίαστες οἱ βουλὲς τοῦ Θεοῦ. Δέος κυριεύει τὶς ψυχές μας, ἀλλὰ καὶ κάποια γλυκειὰ ἐλπίδα τὶς ζωογονεῖ, ὅταν ἀναλογιζώμαστε ὅτι ἡ Ἑλλάδα, ποὺ βρέθηκε καὶ ἄλλοτε μπροστὰ στὸ χεῖλος τῆς καταστροφῆς, σώθηκε μὲ τὸν ἰσχυρὸ βραχίονα τοῦ Ὑψίστου. Εὐλογητὸς ὁ Θεός, ποὺ δὲν ἐγκατέλειψε τὴν πατρίδα μας. Καὶ νὰ ἡ Ἑλλάδα, ἀνάμεσα σὲ ὑφάλους καὶ σκοπέλους, ἀνάμεσα σὲ κλυδωνισμοὺς, ἐσωτερικοὺς καὶ ἐξωτερικούς, συνεχίζει τὴν πορεία της. Τὸ μέλλον της, μετὰ τὸ Θεό, ἐμπιστεύεται στὰ παιδιά της ποὺ νιώθουν πίστι στὸν Κύριο καὶ ἀγάπη στὴν πατρίδα, τὸ ἐμπιστεύεται στὶς νέες γενιὲς ποὺ ἔρχονται. Ἂς μὴ λησμονοῦν οἱ νεώτεροι ὅτι χίλια χρόνια ἀγώνων καὶ θυσιῶν δὲν ἀρκοῦν γιὰ τὴν ἀνάστασι καὶ δημιουργία ἑνὸς ἔθνους, ἐνῷ μιὰ στιγμὴ ἀπροσεξίας, ἀφροσύνης καὶ ἐγκληματικότητος μπορεῖ νὰ τὸ καταστρέψῃ.

Μοιραῖες ὀνομάζουν κάποιοι ἱστορικοὶ τέτοιες στιγμές. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει μοῖρα καὶ τύχη καὶ μοιραῖα γεγονότα. Ἡ Θεία Πρόνοια διέπει τὰ ἀνθρώπινα. Ὁ Θεὸς δικάζει τὰ ἔθνη, ὑψώνει καὶ ταπεινώνει. Ἡ «μοιραία» στιγμὴ εἶνε ἀποτέλεσμα πνευματικῆς καταπτώσεως, διαβρώσεως τοῦ ἁγνοῦ θρησκευτικοῦ καὶ ἐθνικοῦ βίου. Καί, γιὰ νὰ μιλήσουμε μὲ τὴ γλῶσσα τῆς Γραφῆς, οἱ συμφορὲς ἢ ἡ καταστροφὴ ἑνὸς ἔθνους εἶνε τὸ ἀποτέλεσμα ἁμαρτιῶν ἀρχόντων καὶ ἀρχομένων. Διότι «ἡ δικαιοσύνη ἀνυψώνει ἕνα ἔθνος, ἐνῷ οἱ ἁμαρτίες ἐλαττώνουν τὶς φυλές»· καὶ «ὃ ἐὰν σπείρῃ ἄνθρωπος, τοῦτο καὶ θερίσει», ὅ,τι θὰ σπείρῃ κανεὶς αὐτὸ καὶ θὰ θερίσῃ (Παρ. 14, 34. Γαλ. 6,7).

Εἴθε νὰ μὴν κυριεύσῃ τὶς νέες γενεὲς τῶν Ἑλλήνων ἡ λησμονιά, ἀλλὰ ἡ μνήμη τοῦ παρελθόντος νὰ διατηρῆται ζωηρή, κίνητρο γιὰ μεγαλουργία, γιὰ τὴν ὁποία καὶ πλάστηκαν οἱ νέοι. Εἴθε οἱ νέοι μας, ἐνθουσιαζόμενοι ἀπὸ ἱερὲς ἐπιθυμίες καὶ φλογεροὺς πόθους, νὰ γράψουν νέες σελίδες τιμῆς καὶ δόξης καὶ νὰ ἐπαναλάβουν τὸ τραγούδι τῶν νέων τῆς ἀρχαίας Σπάρτης· «Ἐμεῖς θὰ γίνουμε πολὺ καλύτεροι».

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Πρόλογος βιβλίου ποὺ γράφτηκε τὴν 24-2-1970 στὴν καθαρεύουσα

Tuesday, October 27, 2020

Κάποια παλιά πρωτοχρονιά (ανάμνηση από τη Γερμανική κατοχή που τα ελληνόπουλα πέθαιναν από την πείνα)

 

 


-Ξημέρωμα Πρωτοχρονιάς ήτανε. Κι’ είναι άληθινή ή ιστορία. 1942! Μαύρο σκοτάδι! Παγερό! Πικρό! Κί άβάσταγο τό κρύο!... Έτσι άρχιζε κάθε παραμονή "Αι-Βασιλείου η γιαγιά νά διηγιέται, σά νά τό ζούσε τώρα:

-Έβγήκα, τυλιγμένη στό χοντρό παλτό, στό μάλλινο μου σάλι, νά πάω προσκύνημα στην έκκλησιά!... Στόν "Αι-Βασίλη, λάδι!...

Λάδι, πού τό ξεχώρισα γιά τό καντήλι του τήν περασμένη τή βραδιά!... Μου τό στείλε μέ θάμα!

”Αχ, γιά τά πεινασμένα μου παιδιά!

Έκίνησα, λοιπόν, καί πήγαινα.

Ή Αθήνα, κάτασπρη, σαβανωμένη!

Σάν φέρετρο, πού μέσα του χιλιάδες πεθαμένοι!

Κι’ όσοι άπομέναν νά Βογκούν, κουφάρια, σκελετοί, εδώ καί κει σουρμένοι, ήσαν... οι ζωντανοί!...

Γκράπ-γκρούπ! σπάζει τό χιόνι, «ή μπόττα» ή φοβερή! «Σκλαβιά» τή λέγαν; «Κατοχή»!;...

Μολύβι όθε περνούσε καί καρφιά!...

Καημένη μου Πατρίδα! “Ως πότε πιά;...

Στέναζα!... προχωρούσα αργά, σκυφτά!

Καί κάθε τόσο σταματούσα, νά ζεστάνω την ανάσα μου πού τήν πάγωνε τό χιόνι!

Κοίταξε έδώ! Κοίταξε κει! ριγμένοι στίς γωνιές, στίς θύρες μπρος κουλουριασμένοι, μισόγυμνοι, άστεγοι, ράκη τής πείνας τής φρικτής, ξεπαγιασμένοι, οί άδελφοί!... Τί νά 'ναι, ζωντανοί ή πεθαμένοι;

Νά σκύψω; Νά τούς άνάψω μέ τό δάκρυ μου κερί;

Νά κάψω γιά θυμίαμα τήν προσευχή μου;...

Στά κρύα μέτωπα νά δώσω τό στερνό αδελφικό φιλί;... Καημένη μου Πατρίδα! Μαρτυρική!...

Φθάνω στήν έκκλησιά, χαράματα!

'Ακόμα δέν έσήμανε ή καμπάνα. Μπαίνω, άνάβω τό κερί!... Σβησμένα τά καντήλια! Σκοτεινά!...

-“Αγιε Βασίλη, ένα δαχτυλάκι λάδι γιά τή χάρη σου!

Γιά τή σημερινή τή Λειτουργία!...

'Άναψα τό καντήλι! Σπίθισε! Έλαμψε ή ώραία Πύλη! Ζεστάθηκε ή γαλήνη τής έκκλησιάς κι’ απλώθηκε καί χύθηκε βαθιά μου!

-"Αγιε Βασίλη! ’Άρχοντα Χριστέ!

Παρθένα Δέσποινά μου!...

Κλαίνε τά μάτια, γονατίζουνε τά γόνατα πού τρέμουν! -Δέν σου ζητάμε λάδι καί ψωμί, Χριστέ, τούτη τήν ώρα... Μέ τόν καινούργιο χρόνο στείλε μας... τής Λευτεριάς τά δώρα!...

Μά,... σά ν’ άκούω μιά φωνή λεπτή, μισοσβησμένη!...

Ακούω καλά;... Σωπαίνω... πούθε νά ’ρχεται;

Άκου! Μιλάει ακόμα:

-Άγιε Βασίλη... μου, Πεθαίνω!...

Εσύ... όπου... χαρίζεις δώρα... στα... παιδιά... μην... το... ξεχάσεις... νά... φέρεις... στά... έλληνόπουλα... τή... ΛΕΥΤΕΡΙΑ!...

Σώπασε! Δεν ακούστη πιά!...

Πετάχτηκα! Κοιτώ δεξιά-ζερβά...

Νάτο!... Εκεί στό πλάι! (Στ Άγιο Βήμα!) στα σκαλιά, κορίτσι δωδεκάχρονο - ίσως και πιά πολύ!

Κέρινος άγγελος θαρρείς, πού στ’ ανοιγμένα του φτερά, τά δυό του χέρια, κρατεί ένα άγόρι πιό μικρό καί τό ζεσταίνει λές, μέ τά φιλιά του, τόν πεθαμένο του άδελφό!...

Χτυπά ή καμπάνα! Φθάνουν οί πιστοί!

-Τί είναι κει;... τί τρέχει;

-Δυό μάρτυρες μικροί!

Γιορτάζουν τήν Πρωτοχρονιά, στόν Ούρανό!...

Κί έδώ σταμάταγε ή γιαγιά τήν ιστορία καί σκούπιζε τό τελευταίο δάκρυ!...

-Ναί, παιδιά!

Μάρτυρες προσευχήθηκαν γιά τή δική σας Λευτεριά!... Καί θέλουνε «μνημόσυνο» άπό σάς κι’ εύγνωμοσύνη!... Καί, σιωπούσε!...

*

Ντάν-ντάν! Μεσάνυχτα!

Άκου καμπάνες! Κανονιές ηχούν!

Ελεύθερη ή Αθήνα πιά, μέ πλούσια κάλλη, γιορτάζει τήν Πρωτοχρονιά!

Τάχα, μέσ’ στίς καρδιές μας, 'Ελληνόπουλα, σάν τί καρδιές χτυπούν;...

Saturday, October 24, 2020

28 Οκτωβρίου 1940 – Γράμμα από τη Μόροβα


Ὁ Τάσος Ῥηγόπουλος, στρατευμένος στήν Ἀλβανία το 1940, ἔστειλε ἀπό το μέτωπο παρακάτω γράμμα στόν αδελφό του.

«Ἀδελφέ μου Νίκο.

Σοῦ γράφω ἀπὸ μιά ἀετοφωλιά, τετρακόσια μέτρα ψηλότερη από την κορυφή της Πάρνηθας. Ἡ φύσῃ τριγύρω εἶναι πάλλευκη. Σκοπός μου ὅμως δέν εἶναι νά σοῦ περιγράψω τα θέλγητρα μιᾶς χιονισμένης Μόροβας με όλο το άγιο μεγαλεῖο της.

Σκοπός μου εἶναι νά σοῦ μεταδώσω αὐτό πού ἔζησα, που το ειδα με τα μάτια μου καί πού φοβᾶμαι μήπως, ἀκούγοντας το από άλλους δεν το πιστέψεις.

Λίγες στιγμές πριν ορμήσουμε για το οχυρά της Μόροβας σε απόσταση καμιά δεκαριά μέτρων, μια μηλή μαυροφόρα έστεκε ἀκινήτη.

– Τις εἶ; Μίλα…

Ὁ σκοπὸς θυμωμένος ξαναφώναξε:

– Τις εἶ;

Τότε, σὰν νά μᾶς πέρασε ὅλους ἠλεκτρικὸ ῥεῦμα, ψιθυρίσαμε: Η ΠΑΝΑΓΙΑ!

Ἐκείνη ὄρμησε ἐμπρὸς σὰν νά εἶχε φτερὰ ἀετοῦ. Ἐμεῖς ἀπὸ πίσω της. Συνεχῶς τὴν αἰσθανόμασταν νά μᾶς μεταγγίζει ἀντρειοσύνη.

Ὁλοκλήρη ἑβδομάδα παλαίψαμε σκληρά, γιά νά καταλάβουμε τὰ ὀχυρὰ Ἰβάν-Μόροβας.

Ὑπογραμμίζω πώς ἡ ἐπίθεση μας πέτυχε τοὺς Ἰταλοὺς στήν ἀλλαγή τῶν μονάδων τους. Τὰ παλιὰ τμημα­τα εἶχαν τραβηχθεῖ πίσῳ καὶ τὰ καινουργία… κοιμόνταν! Τό τί ἔπαθαν δέν περιγράφεται. Ἐκείνη ὀρμοῦσε πάντα μπροστά. Κι ὅταν πιὰ νικητὲς ῥοβολούσαμε πρὸς τὴν ἀνυπεράσπιστη Κορυτσά, τότε ἠ Υπέρμαχος ἔγινε ἀτμός, νέφος ἁπαλὸ καὶ χάθηκε».

 

28 Οκτωβρίου 1940 – Θαῦμα στό Μπούμπεση

Ἕνα ζωντανό θαῦμα τῆς Παναγίας ἔζησαν στόν Ἑλληνοϊταλικό πόλεμο οἱ στρατιῶτες τοῦ 51ου ανεξαρτήτου τάγματος, με διοικητή τον ταγματάρχῃ Πετράκη, στήν κορυφογραμή τοῦ Ῥοντένη, δεξιὰ τῆς θρυλικῆς Κλεισούρας.

Κάθε βραδύ, ἀπό τίς 22-1-41 και ἔπειτα, στίς 9.20 ἀκριβῶς, το Βαρύ Ἰταλιό πυροβολικό ἄρχιζε βολή ἐναντίον τοῦ τάγματος Πετράκη καὶ τοῦ δρόμου, ἂπ’ ὄπου περνοῦσαν τὰ μεταγωγικά. Πέρασαν ἡμέρες καὶ τὸ κακὸ συνεχιζόταν, δημιουργώντας ἐκνευρισμὸ καὶ ἀπώλειες.

Τολμηροὶ ἀνιχνευτὲς τῶν ἐμπροσθοφυλακῶν καὶ ἀεροπόροι ἐξαπολύθηκαν μέχρι βαθιὰ στίς Ἰταλικὲς γραμμές, ἀλλὰ ἐπέστρεψαν ἄπρακτοι.

Δέν μποροῦσαν νά ἐντοπίσουν τὰ Ἰταλικὰ πυροβόλα, ἴσως γιατὶ οἱ Ἰταλοὶ κάθε βραδὺ τὰ μετακινοῦσαν.

Ἦταν ὅμως ἀπολύτη ἀνάγκη νά ἐντοπισθοῦν οἱ ἐχθρικὲς θέσεις. Ἕνα βράδυ τοῦ Φεβρουαρίου ἀκούστηκαν πάλι οἱ ὁμοβροντίες τῶν Ἰταλικῶν κανονιῶν.

— Παναγία μου, φώναξε τότε ὁ ταγματάρχης ἐντελῶς αὐθόρμητα, βοήθησέ μας! Σῶσε μας ἂπ’ αὐτοὺς τοὺς δαίμονες.

Ἀμέσως στό βάθος πρόβαλε ἕνα φωτεινὸ σύννεφο.

Σιγά-σιγά σχηματισε κάτι σὰν φωτοστέφανο. Καὶ κάτω ἂπ’ αὐτὸ μερικὰ ἀσημένια συννεφάκια σχημάτισαν τή μορφὴ τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία ἄρχισε νά γέρνει πρὸς τή γή καὶ στάθηκε σ’ ἕνα φάραγγι, ἀνάμεσα σὲ δύο ὑψώματα τοῦ Μπούμπεση.

Τὸ ὅραμα τὸ εἶδαν ὅλοι στό τάγμα καὶ ῥίγησαν.

— Θαῦμα! βροντοφώναξε ὁ ταγματάρχης.

— Θαῦμα! Θαῦμα! ἐπανέλαβαν οἱ στρατιῶτες καὶ σταυροκοπήθηκαν.

Ἀμέσως ἔφυγε ἕνας σύνδεσμος μὲ σημείωμα τοῦ Πετράκη γιά τὴν πυροβολαρχία τοῦ Τζήμα. Σὲ δέκα λεπτὰ βρόντησαν τὰ ἑλληνικὰ κανόνια καὶ σὲ εἴκοσι ἐσίγησαν τὰ ἰταλικά. Οἱ ὀβίδες μας εἶχαν πετύχει ἀπόλυτα τὸν στόχο.

28 Οκτωβρίου 1940 – Ὁ βλάσφημος ἀνθυπασπιστής

Ὁ Χρῆστος Βέργος, ἐπιστρατευμένος στόν πόλεμο τῆς Κορέας, διηγεῖται:

«Ἤμουν ἀνθυπασπιστὴς στό τάγμα τῆς Κορέας. Δέν πίστευα πουθενά, παρὰ μόνο στή δύναμη τῶν βαρέων ὅπλων πού κατεύθυνα. Ἐπὶ πλέον ἤμουν ἀδιόρθωτα βλάσφημος.

Ὅλες οἱ βλασφημίες μου συγκεντρωνονταν στήν Παναγία. Ὅσοι μὲ ἄκουγαν ἀνατρίχιαζαν. Οἱ φαντάροι μου ἔκαναν τὸν σταυρὸ τους, γιά νά μὴν τοὺς βρεῖ κακό. Οἱ ἀνώτεροί μου διαρκῶς μὲ παρατηροῦσαν καὶ μὲ τιμωροῦσαν. Ὥσπου μιά νύχτα ἔζησα ἕνα ὁλοφάνερο θαῦμα.

Ξημέρωνε ἡ 7η Ἀπριλίου 1951. Μὲ τήν διμοιρίᾳ μου εἶχα καταλάβει μιά πλαγιά σὲ ὕψωμα κοντὰ στόν 38ο παράλληλο. Μέχρι τὰ ξημερώματα ἔμεινα ἄγρυπνος στό ὄρυγμά μου μαζὶ μὲ τὸν στρατιώτῃ Σταῦρο Ἀδαμάκο.

Ὅταν ῥόδιζε ἡ αὐγή, ὁπότε δέν ὑπῆρχε φόβος αἰφνιδιασμοῦ, ἀποκοιμήθηκα. Εἶδα τότε ἕνα ὄνειρο πού μὲ συνετάραξε:

Μία γυναῖκα στά μαῦρα ντυμένη, μὲ ἁγνὴ ὀμορφιὰ καὶ γλυκύτατη φωνή, μὲ πλησιάζει καὶ μὲ ῥωτᾶ ἀκουμπώντας τὸ χέρι στον ὦμο μου:

– Θέλεις νά βρίσκομαι κοντὰ σου Χρῆστο; Ἔνοιωσα τότε μιά βαθειά ἀγαλλίαση.

– Καὶ ποία εἶσαι σύ; τήν ῥώτησα.

Τότε ἐκείνη ἄλλαξε ἔκφραση καὶ μὲ παρατήρησε αὐστηρά:

– Γιατί, Χρῆστο, διαρκῶς μὲ βρίζεις;

– Πρώτη φορὰ σὲ βλέπω! διαμαρτυρήθηκα. Πῶς εἶναι δυνατὸ νά βρίζω μιά ἄγνωστή μου;

– Ναί, Χρῆστο, ἐπέμεινε ἐκείνη πιὸ αὐστηρά. Μὲ βρίζεις. Ἐγὼ ὅμως εἶμαι πάντα κοντὰ σὲ σένα καὶ σ’ ὄ­λους τοὺς στρατιῶτες τοῦ τάγματος.

Γιατὶ δέν πηγαίνετε στό Πουσάν, ν’ ἀνάψετε κεριὰ στ’ ἀδέλφια σας ποῦ ἔχουν ταφεῖ ἐκεῖ;

Μ’ αὐτὴ τή φράσῃ ξύπνησα τρομαγμένος. Ὁ Σταῦρος δίπλα μου μὲ κοίταζε σαστισμένος.

– Κύριε ἀνθυπασπιστά, κάτι ἔχεις, μοῦ εἶπε. Βογγοῦσες καὶ παραμιλοῦσες στόν ὕπνο σου.

Τοῦ διηγήθηκα τὸ ὄνειρό μου καὶ καταλήξαμε πώς ἦταν ἀποτέλεσμα κοπώσεως καὶ συζητήσεων γύρω ἀπὸ τοὺς νεκροὺς τοῦ Πουσάν.

Ἐνῶ ὅμως λέγαμε αὐτά. ξαναβλέπω τή γυναῖκα τοῦ ὀνείρου μου μπροστά μου.

— Ἀδαμάκο! βάζω μιά φωνή. Ἡ γυναῖκα… Αὐτή… Νά… τή βλέπεις;

Ἐκεῖνος προσπαθοῦσε νά μὲ καθησυχάσει, ἀλλά πού ἐγώ! Ἡ μαυροφορεμένη γυναῖκα μὲ τὴν ἁγνὴ ὀμορφιὰ καὶ τή γλυκύτατη φωνή στάθηκε κοντά μου καί μοῦ εἶπε:

– Μὴ φοβᾶσαι… Μὴ φοβᾶσαι, παιδί μου. Εἶμαι ἡ Παναγία. Σᾶς προστατεύω ὅλους παντοῦ καὶ πάντοτε. Ἀλλά θέλω ἀπὸ σένα νά μὴ μὲ βρίσεις οὔτε στίς δυσκολότερες στιγμὲς τῆς ζωῆς σου.

Πέφτω ἀμέσως ταραγμένος νά φιλήσω τὰ πόδια της. Ἐκείνη ὅμως εἶχε γίνει ἀφάντη. Ἔκλαψα τότε ἂπ’ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μου ἕνα κλάμα ἀνακουφίσεως καὶ χαρᾶς, ἐγώ πού δέν εἶχα κλάψει ποτὲ στή ζωή μου».

Ὁ Ν. Ντραμουντανὸς διηγεῖται μιά θαυμαστὴ ἐμπειρία του ἀπὸ τὸν πόλεμο τοῦ ’40:

«Ὁ λόχος μας πῆρε διαταγὴ νά καταλάβει ἕνα προχωρημένο ὕψωμα γιά προγεφύρωμα. Στήσαμε ταμπούρι μέσα στά βράχια. Μόλις τακτοποιηθήκαμε, ἄρχισε νά πέφτει πυκνὸ χιόνι.

Ἔπεφτε ἀδιάκοπα δύο μεροόνυχτα κι ἔφτασε σὲ πολλὰ μέρη τὰ δύο μέτρα. Ἀποκλειστήκαμε ἀπὸ τὴν ἐπιμελητεία. Καθένας εἶχε τροφὲς στό σακκίδιό του γιά μία ἡμέρα. Ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ τὸ κρύο δέν λάβαμε πρόνοια «διὰ τὴν αὔριον» καί τίς καταβροχθίσαμε.

Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἄρχισε τὸ μαρτύριο. Τή δίψα μας τή σβήναμε μὲ τὸ χιόνι, ἀλλὰ ἡ πεῖνα μᾶς θέριζε. Πε­ράσαμε ἔτσι πέντε μερόνυχτα. Σκελετωθήκαμε.

Τὸ ἠθικὸ μας τὸ διατηρούσαμε ἀκμαῖο, ἀλλὰ ἡ φύσῃ ἔχει καὶ τὰ ὅριά της. Μερικοὶ ὑπέκυψαν. Τὸ ἴδιο τέλος περιμέναμε ὅλοι«ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος».

Τότε μία ἔμπνευση τοῦ λοχαγοῦ μας ἔκανε τὸ θαῦμα! Ἔβγαλε ἂπ’ τὸν κόρφο του μία χάρτινη εἰκόνα τῆς Παναγίας, τὴν ἔστησε στό ψήλωμα καὶ μᾶς κάλεσε γύρω του:

— Παλληκάρια μου! εἶπε. Στήν κρίσιμη αὐτὴ περίσταση ἕνα θαῦμα μόνο μπορεῖ νά μᾶς σώσει. Γονατίστε, παρακαλέστε τὴν Παναγία, τή μητέρα τοῦ Θεανθρώπου, νά μᾶς βοηθήσει!

Πέσαμε στά γόνατα, ὑψώσαμε τὰ χέρια, παρακαλεσαμε θερμά. Δέν προλάβαμε νά σηκωθοῦμε κι ἀκουύσαμε κουδούνια.

Παραξενευτήκαμε καὶ πιάσαμε τὰ ὄπλα. Πήραμε θέση «ἐπὶ σκοπόν».

Δέν πέρασε ἕνα λεπτὸ καὶ βλέπουμε ἕνα πελώριο μουλάρι νά πλησιάζει κατάφορτο. Ἀνασκιρτήσαμε! Ζῶο χωρὶς ὁδηγὸ νά περνᾶ τὸ βουνό, μ’ ἕνα μέτρο χιόνι — τὸ λιγώτερο — ἦταν ἐντελῶς ἀφύσικο. Καταλάβαμε: Τὸ ὁδηγοῦσε ἡ Κυρία Θεοτόκος.

Τὴν εὐχαριστήσαμε ὅλοι μαζὶ ψάλλοντας σιγανά, μὰ ὁλόκαρδα, τὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ» καὶ ἄλλους ὕμνους της.

Τὸ ζῶο εἶχε πάνω του μία ὁλοκλήρη ἐπιμελητεία ἀπὸ τρόφιμα: κουραμάνες, τυριά, κονσέρβες, κονιὰκ καὶ ἄλλα.

Πολλὲς κι ἀπίστευτες κακουχίες πέρασα στόν πολεμο. Ἀλλ’ αὐτή μοῦ μένει ἀξέχαστη, γιατὶ δέν εἶχε διεξοδο. Τὴν ἔδωσε ὅμως ἡ Παναγία».

Μην λιποψυχείτε, μη θλίβεστε και μην δειλιάζετε...

 

 


Αγίου  Νεκταρίου  Πενταπόλεως

Βάλσαμο στην ψυχή είναι τα λόγια του Αγίου Νεκταρίου και τόσο επίκαιρα. Μην λιποψυχείτε, μη θλίβεστε και μην δειλιάζετε...

Οι πειρασμοί παραχωρούνται για να φανερωθούν τα κρυμμένα πάθη, να καταπολεμηθούν κι έτσι να θεραπευθεί η ψυχή.

 Είναι και αυτοί δείγμα του θείου ελέους. Γι' αυτό εμπιστεύσου στον Θεό και ζήτησε τη βοήθειά Του, ώστε να σε δυναμώσει στον αγώνα σου. Η ελπίδα στον Θεό δεν οδηγεί ποτέ στην απελπισία. Οι πειρασμοί φέρνουν ταπεινοφροσύνη.

Ο Θεός ξέρει την αντοχή του καθενός μας και παραχωρεί τους πειρασμούς κατά το μέτρο των δυνάμεών μας. Να φροντίζουμε όμως κι εμείς να είμαστε άγρυπνοι και προσεκτικοί, για να μη βάλουμε μόνοι μας τον εαυτό μας σε πειρασμό.

Εμπιστευθείτε στον Θεό τον Αγαθό, τον Ισχυρό, τον Ζώντα, και Αυτός θα σας οδηγήσει στην ανάπαυση.

 Μετά από τις δοκιμασίες ακολουθεί η πνευματική χαρά. Ο Κύριος παρακολουθεί όσους υπομένουν τις δοκιμασίες και τις θλίψεις για τη δική Του αγάπη. Μη λιποψυχείτε λοιπόν και μη δειλιάζετε.

 Δεν θέλω να θλίβεστε και να συγχύζεστε για όσα συμβαίνουν αντίθετα με τη θέλησή σας: όσο δίκαιη και αν είναι αυτή. Μια τέτοια θλίψη μαρτυρεί την ύπαρξη εγωισμού.

Προσέχετε τον εγωισμό που κρύβεται κάτω από τη μορφή του δικαιώματος. Προσέχετε και την άκαιρη λύπη που δημιουργείται μετά από ένα δίκαιο έλεγχο. Η υπερβολική θλίψη για όλα αυτά είναι του πειρασμού.

Μία είναι η αληθινή θλίψη. Αυτή που δημιουργείται, όταν γνωρίσουμε καλά την άθλια κατάσταση που βρίσκεται η ψυχή μας. Όλες οι άλλες θλίψεις δεν έχουν καμιά σχέση με τη χάρη του Θεού.

Φροντίζετε να περιφρουρείτε στην καρδιά σας τη χαρά του Αγίου Πνεύματος και να μην επιτρέπετε στον πονηρό να χύνει την πίκρα του.

Προσέχετε! Προσέχετε, μήπως ο Παράδεισος που υπάρχει μέσα σας, μετατραπεί σε κόλαση!