Saturday, June 1, 2019

Είναι πολύ δύσκολο να διαγνώσεις μέσα σου την υπερηφάνεια.


“Είναι πολύ δύσκολο να διαγνώσεις μέσα σου την υπερηφάνεια.
 Να όμως μερικά συμπτώματα: Αν σε προσβάλλουν οι εχθροί (οι δαίμονες) ή σε βασανίζουν κακοί λογισμοί, αυτό σημαίνει πως δεν έχεις ταπείνωση. Γι’ αυτό, έστω κι αν δεν αντιλήφθηκες την υπερηφάνειά σου, ταπεινώσου. Αν είσαι οξύθυμος ή, όπως λένε, νευρικός, αυτό είναι αληθινή συμφορά. Κι αν κάποιος πάσχει από παροξυσμούς και φοβίες, οι αρρώστιες αυτές γιατρεύονται με τη μετάνοια, με το ταπεινό φρόνημα και με την αγάπη για τον αδελφό σου, ακόμα και για τους εχθρούς.”
~ Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης

Θα επέµβει ο Χριστός, θα δώσει µια σφαλιάρα σε όλο αυτό το σύστηµα, θα πατάξει όλο το κακό,


Ο κόσµος µοιάζει σήµερα, σαν µια κοχλάζουσα χύτρα ταχύτητος, µε πολλές βαλβίδες! Θα σκάσει εδώ, θα σκάσει εκεί. Προσεύχεσθε µη γίνει µ’ εµάς η αρχή.
Nα ζήτε όσο µπορείτε πιο απλά . Μη δυσκολεύετε από µόνοι σας τη ζωή σας. Οι πολλές ευκολίες κάνουν δέσµιους τους ανθρώπους σήµερα.
Γέροντα, γιατί οι άνθρωποι νοιώθουνε σήµερα ανασφάλεια;
–Γιατί όλοι είµαστε ασφαλισµένοι !
Ασφαλίζουµε το αυτοκίνητό µας, το σπίτι µας, τη ζωή µας. Κάνοντας λοιπόν την κοσµική ασφάλεια, παραµερίζουµε την προστασία και Πρόνοια του Θεού!

Συγκλονιστική μαρτυρία για το κάπνισμα


Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα κατά του καπνίσματος
(31 Μαΐου)

Κάποτε, όταν ήμουν στην εφηβεία, επισκεφθήκαμε το μετόχι της Σιμωνόπετρας στον Βύρωνα, την Ανάληψη. Είχαμε πάει παρέα με άλλους νέους να συμμετάσχουμε σε μια ολονυχτία. Είχαμε γνωρίσει και τον π. Νικόλαο(νυν Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής) που ήταν τότε υπεύθυνος του Μετοχίου και ήμασταν ενθουσιασμένοι. Η πανηγυρική αγρυπνία είχε τόσο κόσμο που ήταν αδύνατον να βρισκόμαστε εντός του ιερού ναού. Το Μετόχι είναι μια όαση στην πυκνοκατοικημένη εκείνη περιοχή διότι βρίσκεται επάνω σε λόφο με όμορφο περίβολο και αρκετό πράσινο. Ένας ευλογημένος τόπος. Εμείς προτιμήσαμε να ακούσουμε έξω την ακολουθία από τα μεγάφωνα. Είχαν έρθει κι αρκετοί ιερείς από πολλά μέρη και μοναστήρια.
Κατά τη διάρκεια του Εσπερινού αντιλαμβανόμαστε μια αναστάτωση, δυο δαιμονισμένες κυρίες είχαν καταφθάσει με συνοδεία περίπου έξι ανδρών που της κρατούσαν με πολλή δύναμη. Έκατσαν δίπλα μας και δε σταμάτησαν δευτερόλεπτο να μιλάνε και να σχολιάζουν. Κάποια στιγμή, πριν εισέλθουμε στη Θεία Λειτουργία, εκείνες αφήνιασαν και βγήκαν εκτός ελέγχου. Μεγάλη φασαρία προκλήθηκε διότι κυλιόντουσαν στο έδαφος σηκώνοντας το χώμα ψηλά. Ένας μεγάλος στην ηλικία κληρικός με άσπρα μαλλιά βγήκε από το Ιερό για να δει τι γινόταν. Μόλις τον είδαν του όρμησαν, τον άρπαξαν από τα γένια και τον πέταξαν κυριολεκτικά επάνω σε κάτι σταθμευμένα αυτοκίνητα. Αμέσως βγήκε κι ένας άλλος κληρικός αρκετά νεότερος από τον προηγούμενο και δειλά δειλά με σκυμμένο το κεφάλι τις πλησίασε και τις σταύρωσε. Εκείνες, καθηλώθηκαν γονατιστές σαν να τις είχε δέσει κάποιος ισχυρός.

ΔΥΟ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

   
«Δεν μπορούσα να υποφέρω το φοβερό κρύο και τον αέρα, γιατί ήμουν γυμνός και ξυπόλητος και άστεγος. Κατέφυγα λοιπόν στους φτωχούς, τους ομοίους μου, αλλά δεν με δέχονταν. Με σιχαίνονταν και μ’ έδιωχναν με ραβδιά τους σαν σκύλο.
     »Τόπο να καταφύγω και να σωθώ δεν εύρισκα. Απελπίστηκα. Φοβήθηκα πως θα πεθάνω. “Ας είναι δοξασμένο”, είπα, “το όνομα του Θεού, γιατί κι αν ακόμη πεθάνω, θα μου λογισθεί σαν μαρτύριο. Ο Θεός δεν είναι άδικος. Αυτός που έστειλε την παγωνία, θα μου δώσει και την υπομονή”.
     »Πήγα λοιπόν σε μια γωνιά της στοάς και βρήκα ένα σκυλάκι. Ξάπλωσα δίπλα του με την ελπίδα πως θα με ζεστάνει λίγο. Εκείνο όμως, όταν με είδε κοντά του, σηκώθηκε κι έφυγε.
     »Είπα τότε στον εαυτό μου: “Βλέπεις, ταλαίπωρε, πόσο αμαρτωλός είσαι; Ακόμη και τα σκυλιά σε περιφρονούν και φεύγουν από κοντά σου και δεν σε δέχονται ούτε σαν όμοιό τους. Οι άνθρωποι σε αποστρέφονται σαν πονηρό δαίμονα. Οι όμοιοί σου φτωχοί σε διώχνουν. Τι απομένει λοιπόν; Πέθανε, άσωτε, πέθανε! Δεν υπάρχει για σένα σωτηρία σ’ αυτόν τον κόσμο!”.
     »Ενώ όμως έλεγα αυτά με πολύ πόνο, ήρθα σε κατάνυξη. Κι επειδή με έσφιγγε το κρύο και ο τρόμος, αναλύθηκα σε δάκρυα έχοντας τα μάτια της ψυχής μου στραμμένα προς τον Θεό, Τα μέλη μου όλα πάγωσαν. Νόμισα εκείνη τη στιγμή ότι θα ξεψυχήσω...».
     »Ξαφνικά, ένιωσα ζεστασιά. Ανοίγω τα μάτια και βλέπω έναν νέο πολύ ωραίο ν’ αστράφτει πιο πολύ κι απ’ τον ήλιο. Στο χέρι του κρατούσε χρυσό κλαδί. Ήταν πλεγμένο με δροσερά κρίνα και τριαντάφυλλα που δεν έμοιαζαν με του κόσμου τούτο, όχι! Είχαν θαυμαστή ποικιλία. Ήσαν αλλοιώτικα στη φύση και τη θωριά τους. Κρατώντας αυτό το ωραίο κλαδί αυτός ο πανέμορφος νέος με κοίταξε και μου είπε: “Ανδρέα, πού ήσουν;”. “Στα σκοτεινά και στη σκιά του θανάτου!”, αποκρίθηκα. Κι ενώ ακόμη μιλούσα, με χτύπησε ελαφρά στο πρόσωπο με το ανθοστόλιστο κλαδί, λέγοντάς μου: “Ας πάρει δύναμη το σώμα σου και ζωή ακατανίκητη!”.
     »Αμέσως η ευωδία εκείνων των λουλουδιών μπήκε στην καρδιά μου και αστραπιαία μου έδωσε ζωή. Ακούω τότε μια φωνή να λέει: “Πηγαίνετέ τον στη χώρα του Παραδείσου να τον παρηγορήσετε για δύο εβδομάδες και πάλι να επιστρέψει, γιατί θέλω να αγωνισθεί ακόμη”.
     »Ενώ κρατούσε τούτος ο λόγος, βυθίσθηκα σε βαθύτατο ύπνο και δεν κατάλαβα τι μου συνέβη. Ζούσα εκεί που διέταξε η βουλή του Θεού, σαν να κοιμήθηκα ευχάριστα όλη τη νύχτα και ξύπνησα το πρωί…»
 (Από την αφήγησή του προς τον μυστικό μαθητή του, τον Επιφάνιο, μετέπειτα πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως)

ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ