Saturday, July 9, 2011

Η μητέρα του έδειξε το δρόμο της σωτηρίας...

Μου το διηγήθηκε μια γυναίκα με πανεπιστημιακή μόρφωση:
Στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, χτύπησαν την πόρτα στην Εκκλησία. Ήταν μια γριούλα. Και ζητούσε παπά, να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο.
Ο παπάς ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας. H γριούλα ανοίγει την πόρτα και μπάζει τον ιερέα σε ένα δωμάτιο.
Και να ξαφνικά ό παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με μόνο τον άρρωστο.
Ο άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα και σκούζει.
- Φύγε από εδώ! Ποιος σε κάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Και άθεος θα πεθάνω.
Ο παπάς τα έχασε.
- Μα δεν ήλθα από μόνος μου! Με κάλεσε ή γριά!
- Ποια γριά; Εγώ δεν ξέρω καμιά γριά!
Ο παπάς, καθώς στέκει απέναντι του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του άρρωστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα πού τον κάλεσε. Του λέει, ενώ του δείχνει το πορτρέτο.
- Να αυτή!
- Ποια αυτή, Ξέρεις, τι λες, παπά; Αυτή είναι ή μάνα μου. Και έχει πεθάνει χρόνια τώρα!

Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο. Αισθάνθηκαν δέος. Ο άρρωστος άρχισε να κλαίει. Και αφού έκλαψε, ζήτησε να εξομολογηθεί. Και μετά, κοινώνησε.
Η μητέρα του είχε φροντίσει από τον ουρανό, να του δείξει τον δρόμο της σωτηρίας.
Δημητρίου Ντουτκο, ιερέως. Από το βιβλίο του (Στο σταυροδρόμι), Μόσχα 1994

http://proskynitis.blogspot.com/2010/03/blog-post_10.html?spref=fb

Thursday, July 7, 2011

Η Αγία Θεοδώρα στα Βάστα. (Το θαύμα με τα δέντρα) Γιορτάζει στις 11 Σεπτεμβρίου.

Ένα ζωτανό θαύμα της εκκλησίας μας.
Πρόκειται για ένα μικρό εκκλησάκι λιθόκτιστο με δίριχτη λίθινη στέγη διαστάσεων 6.50Χ2.50μ. που κρατεί από την Βυζαντινή εποχή, τον 12ο αιώνα μΧ. Το μικρό αυτό εκκλησάκι βρίσκεται στη συνδρομή δυο ποταμών, που οι ροές τους σχηματίζουν ορθή γωνία στο βάθος μιας ευρύχωρης κοιλάδας, που είναι κυριολεκτικά πνιγμένη στο πράσινο που το αποτελούν μεγάλα δέντρα.
Το κτίσμα με πρώτη ματιά είναι ετοιμόρροπο, λες ότι από στιγμή σε στιγμή θα καταρρεύσει και απορείς πως ακόμη δεν έχει παρασυρθεί από τα υδάτινα ρεύματα στη συνδρομή των οποίων βρίσκεται. Στην στέγη του φύονται δέκα επτά (17) ολοζώντανα των οποίων το ύψος επίσης ποικίλλει και φτάνει πολλές φορές και τα 18 μέτρα! Το παράξενο στην όλη κατάσταση είναι ότι τα δέντρα αυτά τα πανύψηλα ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΘΟΛΟΥ ΡΙΖΕΣ!!! Φαίνονται ότι στην κυριολεξία ίπτανται!! Από έρευνες που έχουν γίνει με ακτίνες Χ στους τοίχους του κτίσματος δεν έχουν δείξει καθόλου ρίζες.

Έχει υπολογισθεί από τον όγκο των κορμών και των κλώνων ότι το εκκλησάκι φέρει αυτή τη στιγμή το ισοδύναμο βάρος 18 αυτοκινήτων mercedes, δίχως να υπολογίζουμε και το βάρος των φύλων την εποχή που τα δέντρα είναι κατάφυτα.

Τον χειμώνα στη κοιλάδα πνέουν ισχυροί άνεμοι που κανονικά θα έπρεπε να έχουν παρασύρει τα δέντρα και μαζί το εκκλησάκι που τα στηρίζει, αλλά αυτό δεν έχει συμβεί μέχρι στιγμής.

Το εκκλησάκι είναι αφιερωμένο στην Αγία Θεοδώρα της Βάστας. Για την ζωή, το μαρτύριο και την εν συνεχεία αποκατάσταση της και την δημιουργία του κτίσματος έχουν γράψει διάφοροι.

Το ατυχές με αυτές τις εποχές είναι ότι οι υπάρχουσες γραπτές μαρτυρίες που να έρχονται από τον 7ο αιώνα είναι ελάχιστες και ότι ξέρουμε λοιπόν για την Αγία Θεοδώρα το εξάγουμε από την παράδοση και κάποιες μαρτυρίες που αναφέρονται αλλού και κάπου εκεί βρίσκεις και μια ελάχιστη μνεία για την Αγία Θεοδώρα. Η ιστορία της λοιπόν είναι παράξενη όπως παράξενο είναι και το ναίδριο που είναι αφιερωμένο σ' αυτή.

Από μικρή αγάπησε τον θεάνθρωπο και λυτρωτή Χριστό και σ' αυτόν αφιέρωσε τη ζωή της. Έζησε σαν μοναχός σε ανδρικό μοναστήρι της άνω Μεσσηνίας και έφτασε σε μεγάλο ύψος αγιότητας. Συκοφαντήθικε όμως βάναυσα, ότι άφησε έγκυο κοπέλα της περιοχής! Τα ήθη της εποχής εκείνης ήταν τέτοια, ώστε βιαστικά την καταδίκασαν σε θάνατο. Γιατί όμως ενώ είχε πρόχειρη την απόδειξη αθωότητας της σαν γυναίκα και αφού αρνήθηκε τη συκοφαντία, δεν την χρησιμοποίησε; Το λόγο γνωρίζει αυτή και ο Θεός. Γεγονός είναι ότι φορτώθηκε ξένη ντροπή και αποφάσισε να μαρτυρήσει από αγάπη. Τα τελευταία λόγια της ήταν: «Το σώμα μου να γίνει ναός, τα μαλλιά μου πελώρια δέντρα και το αίμα μου ποτάμι».

Την εποχή εκείνη τα ρούχα ήταν σπάνιο πράγμα και ακριβό γι' αυτό και συνήθιζαν να γδύνουν τους καταδικασμένους σε θάνατο, μετά τη θανάτωση, και να πουλούν τα ρούχα τους ή να τα δίνουν για να τα φορέσει κάποιος άλλος. Πήγαν λοιπόν να γδύσουν και τη Θεοδώρα και τότε κατάλαβαν το μεγάλο λάθος που είχε γίνει. Ο νεκρός .... μοναχός ήταν ..... γυναίκα!!! Την στιγμή που η Θεοδώρα άφηνε την τελευταία πνοή της, λέγεται ότι άρχισε να τρέχει ορμητικό το δεύτερο ποτάμι που τρέχει και ενώνεται κάθετα με το πρώτο, σαν εκπλήρωση της παράκλησης "το αίμα μου να γίνει ποτάμι".

Μετά από αιώνες, ίσως τον 12ο αιώνα, κάποιος ηγούμενος Μονής, σε συνεργασία με τους συγχωριανούς της, έκτισε το ναίδριο και το αφιέρωσε στη μνήμη της και η Θεοδώρα ετάφη μέσα εκεί, όπου και ακόμη αναπαύεται. Τότε, λέγεται ότι άρχισαν να φύονται τα δέντρα στη στέγη, που θέριεψαν μέσα σε ελάχιστο χρόνο, για να εκπληρωθεί και η δεύτερη παράκληση της : "τα μαλλιά μου να γίνουν ..... δέντρα".

Η εξήγηση που έδωσαν για το παράδοξο αυτό φαινόμενο συνοπτικά μερικοί επιστήμονες:

- κ. Λούκος Κων/νος (Γεωπόνος - Κόρινθος): "Δεν υπάρχει εξήγηση από πλευράς γεωπονικής επιστημονικής. Πρόκειται για ένα ΔΙΑΡΚΕΣ ΘΑΥΜΑ".

- κ. Μακρυγιάννης Π. (Γεωπόνος): "... Αλλά σα γεωπόνος, είμαι σε θέση να ξέρω πολύ καλά, ότι οι τοίχοι θα είχαν ανοίξει και σπάσει από τις ρίζες ενός μόνο δέντρου, πόσο μάλλον δεκαεπτά".

- κ. Ράπτης Γεώργιος (Δασολόγος - Ναύπακτος): "Το όλο φαινόμενο υπερβαίνει κάθε λογική, φυσική και επιστημονική εξήγηση του ανθρώπου".

- κ. Μπεληγιάννης Ελευθέριος (Πολιτικός Μηχανικός - Αθήνα): "Όταν ο αέρας αυτός (της ρεματιάς) έχει τη δυνατότητα να ξεριζώνει δέντρα, καταλαβαίνει κανείς, τι δυνάμεις εξασκούνται από τα 17 δέντρα για την ανατροπή της στέγης".

- κ. Σταυρογιάννη - Περρή Ελένη (Αρχιτέκτων - Καλαμάτα): "Φαινόμενο επιστημονικά ανεξήγητο. Οι δυνάμεις βάρους και αέρος σε συνάρτηση, θα έπρεπε λόγω θέσεως του εξωκλησιού, αλλά και λόγω της προχείρου κατασκευής αυτού, προς δε και της παλαιότητάς του να είχαν διαλύσει το κτίσμα. Τούτο όμως, παραμένει επί τόσους αιώνας χωρίς σοβαρές φθορές".

- κ. Παλλας (Διευθυντής Αρχαιοτήτων - Κόρινθος): "Βάσει των φυσικών νόμων, τουλάχιστον τα μεγάλα αυτά δέντρα, λόγω κλίσεως, ύψους, περιμέτρου έπρεπε να είχαν γκρεμισθεί. Δια να στέκουν αγέρωχα, είναι κάτι που η επιστήμη δεν μπορεί να δώσει εξήγηση".

- κ. Τίγκας Αναστάσιος (Θεολόγος, Αρχαιολόγος, Ιστορικός - Ηράκλειο Αττικής): " Η όλη ανάπτυξης, ύπαρξης και ζωή των δέντρων επί της στέγης του ναού της Οσιοπαρθενομάρτυρος Θεοδώρας εκπλήσσει, αντιβαίνει προς πάσα λογικήν και φυσικήν εξήγησιν του ανθρώπου. Καταδεικνύει μιαν σπανίαν ιδιαιτερότητα, την επέμβασιν του Θεού επί της δημιουργίας Του, το θαύμα".

Wednesday, July 6, 2011

Κάνε κουράγειο Ελλάδα μου

Τό ποίημα αυτά το ἔγραψε ὁ κύριος Ἀνδρούτσος ὁ ὁποῖος διαμένει στό Wellington New Zealand. Κατάγεται ἀπό τήν ἔνδοξη οἰκογένεια τοῦ Ὀδυσσέα Ἀνδρούτσου, ἕνας κύριος μέ εὐαισθησίες καί πόνο γιά τήν Πατρίδα μας.

Κάνε κουράγειο Ελλάδα μου καί δυνατά κρατήσου!

Κάνε κουράγειο μάνα μου! Η Παναγιά μαζί σου.

Οί κυβερνήτες πέρασαν στήν πλάτη σου κρυμμένοι

Σέ έγδαραν καί σου έφαγαν τα πλούτοι σου καημένη.

Τώρα ο κοσμάκης ο φτωχός καί αυτοί που σ' αγαπάνε

ζούνε σε τούνελ δίχως φώς, δέν ξέρουν που να πάνε!


Στης γειτονιάς την εκκλησιά, πηγαίνουν κάθε μέρα.

Γονατιστοί παρακαλούν. Βοήθα μας Πατέρα!

Ναί! Περιμένουν τόν Θεό, στήν Γή για να κατέβει.

Νά καθαρίσει το κακό! Χαρά να ξαναφέρει!


Όμως οι διάβολοι είναι πολλοί, μαζί και οι κυβερνήτες

Σου σκίζουν κάθε λίγο την ψυχή. Προδότες και αλήτες.

Να σε ρημάξουν προσπαθούν, οι κλέφτες του πλανήτη

και σαν ζητιάνα πια να ζής, μές' το δικό σου σπίτι.


Στούς ουρανούς σου θέλω απόψε να βρεθώ.

Αγκαλιασμένοι να καθίσουμε και οι δύο .

Καί στην καρδιά σου αν μπορέσω για να μπώ

Νά ακούσω τον παλμό! Να νιώσω μεγαλείο!!


Όταν γυρίσω για τα μέρη μου ξανά

Σ'ολο τον κόσμο δυνατά θα ξεφωνίζω!

Η Ελλάδα μου ειναι εδώ! Είναι καλά!

Μέ του ουρανού το χρώμα, την Γή της θα ραντίσω!

Νικόλαος Ανδρούτσος 20 Ιουνιου 2011

Ιδού έστηκα επί την θύρα και κρούω...

… Τον είδα να έρχεται. Βάδιζε γοργά. Ήξερα ή μάλλον ένιωθα ότι ερχόταν σπίτι μου και απομακρύνθηκα βιαστικά από το παράθυρο για να μη με δει. Γιατί δεν ήμουν βέβαιη πως θα Του άνοιγα.

Οι επισκέψεις Του μου δημιουργούν μιαν εντύπωση αμφίβολη, αντιφατική. Γνωριζόμαστε από καιρό πολύ. Ήτανε εποχές που συνδεόμαστε στενά. Ύστερα οι σχέσεις ξεμάκρυναν. Από τη μία αισθανόμουν τιμή και ευτυχία που Τον είχα κοντά μου. Απ’ την άλλη αισθανόμουν συχνά ενοχλημένη. Μου έκανε ερωτήσεις προσωπικές, κάπως απότομες που τις ένιωθα σαν εγκαύματα. Προσπαθούσα να γυρίσω τη συζήτηση στην περιοχή των ιδεών και των θεωριών.

Όμως, πάντα την ξανάφερνε προς τα ιδιαίτερα πράγματα για τα οποία φοβόμουν να μιλήσω. Πολλές φορές ήρθε, κι αντί ν’ ανοίξω κρύφτηκα, όχι χωρίς ντροπή, όχι χωρίς τύψεις…

Να που τώρα ήρθε στη θύρα μου. Όχι στην κύρια είσοδο του σπιτιού μου. Στέκεται αυτή τη στιγμή εμπρός σε μια μικρότερη πίσω θύρα μου.

Στην αρχή των στενών μας σχέσεων, όταν δεν ήθελα να έχω μυστικά από Αυτόν, τον είχα παρακαλέσει να έρχεται πάντα απ’ αυτή την πίσω θύρα, αφήνοντας τη μεγάλη θύρα για τους ξένους, για τις τυπικές επισκέψεις. Ύστερα, άρχισα να δοκιμάζω στενοχώρια, γιατί χρησιμοποιούσε αυτή την ιδιαίτερη θύρα. Μπαίνοντας από πίσω περνούσε κι έβλεπε οικογενειακά δωμάτια ασυγύριστα. Φαινόταν να νοιάζεται για την τραπεζαρία μου, το μαγειρείο μου, τον κοιτώνα μου. Η αταξία και η σκόνη δεν του ξέφευγαν. Έκανε μάλιστα και νύξεις, διακριτικές μαζί και ευθείες. Απάντησα με προφάσεις: «ω! είναι τόσο δύσκολο… δεν προλαβαίνω!». Μου λέει τότε: «Αν προσπαθούσαμε μαζί και οι δύο;». Αλλά φοβόμουν, φοβόμουν μήπως ανακάλυπτε πόσο μερικά πράγματα δεν ήταν όπως έπρεπε να είναι. Καθυστερούσα, προφασιζόμουν επείγουσες απασχολήσεις. Για να δώσω τέλος, κατάργησα την πίσω θύρα. Τον έβαλα από τότε από τη θύρα της πρόσοψης. Τον δέχτηκα στο σαλόνι. Οι επισκέψεις Του έγιναν ολοένα πιο ψυχρές, πιο τυπικές…

Ήρθε λοιπόν, στην πίσω θύρα. Είναι κλειστή. Από τότε που η θύρα Του καταργήθηκε μια άγρια βλάστηση άρχισε να την σκεπάζει. Ο κισσός μεγαλώνει ελεύθερα. Στο κατώφλι φυτρώνουν φυτά δηλητηριώδη. Η κλειδωνιά σκούριασε. Στάθηκε μπροστά στη θύρα Του και την κοιτάζει. Θα χτυπήσει; Θέλει λοιπόν να μπει απ’ αυτήν τη θύρα και να δείξει έτσι ότι επιθυμεί ν’ ανανεώσει τις αλλοτινές στενές μας σχέσεις;; Αλλά να που χτυπά!!! Θα Του ανοίξω;; Τίποτα δεν είναι έτοιμο για να Τον δεχτώ. Μια αταξία φοβερή απλώνεται παντού. Και που είναι το κλειδί αυτής της θύρας;; Χτυπά ακόμη… Τον παρατηρώ από μακριά. Χτυπά σιγά. Δεν δίνει γροθιές. Κρούει αργά τη θύρα με το μεγάλο δάχτυλο. Βλέπω πως το βλέμμα Του δεν πηγαίνει ίσια στην πόρτα. Χτυπώντας κοιτά στο πλάι και ψηλά κατά τον ουρανό. Η έκφρασή Του είναι σοβαρή, προσεκτική αλλά όχι ανυπόμονη. Μοιάζει να συγκεντρώνεται, όχι στην θύρα και στην απόκρισή μου αλλά στη χάρη που ο Πατέρας μπορεί να δώσει, στην απόφαση που ο Πατέρας μπορεί να εμπνεύσει. Χτυπά ολοένα. Τι να κάνω;; Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς την παρουσία Του και δεν μπορώ να υποφέρω την παρουσία Του. Αν ανοίξω θα μου κάνει παρατηρήσεις. Θα προσπαθήσω να δικαιολογηθώ. Δεν μπορώ να ανοίξω παρά αν Του παραδοθώ χωρίς όρους. Τότε δεν θα υπάρχουν προβλήματα.. Εμπρός! Πηγαίνω προς την θύρα. Ανοίγω αυτή την θύρα, που τρίζει και την εμποδίζουν τα παράσιτα φυτά.

Χάνομαι: «Κύριε, έμπα. Κύριε, ξέρεις…»Θα έλεγα «ξέρεις πως μ’ όλα ταύτα Σ’ !». Δεν τολμώ όμως να συνεχίσω την φράση κι ένας λυγμός πνίγει τη φωνή μου. Λέει: «Ξέρω… θα δειπνήσω μαζί σου.». Φωνάζω: «Κύριε, δεν ετοίμασα δείπνο. Δεν έχω τίποτα απ’ ότι χρειάζεται». Απαντά: «Εγώ σε καλώ στο δείπνο μου, θέλω στο σπίτι σου να εορτάσω το δείπνο μου».

http://synaxari-synaxari.blogspot.com/2011/05/blog-post.html

Tuesday, July 5, 2011

Κι ὅμως εἶναι ἑλληνικές.ἐτυμολογική ἐξέταση λέξεων τῆς Ἀγγλικῆς

Μπαμπινιώτης Γεώργιος (Καθηγητής Γλωσσολογίας Πανεπιστημίου 'Αθηνῶν)

Ἄν σᾶς ρωτήσει κανείς, θέλοντας νά ἐλέγξει τίς ἐτυμολογικές γνώσεις σας στήν Ἀγγλική ἤ στήν Ἑλληνική, ἄν λέξεις ὅπως λ.χ. butter «βούτυρο», paper «χαρτί», church «ἐκκλησία», sketch «σκαρίφημα - θεατρικό σκέτς», bomb «βόμβα», clergy «κληρικός» καί clerk «ὑπάλληλος», chart «χάρτης» καί card «κάρτα», calm «νηνεμία, γαλήνη», pain «πόνος», pirate «πειρατής», diploma «δίπλωμα», chanel «δίαυλος», priest «ἱερέας», buffalo «βουβάλι», monk «μοναχός», bishop «ἐπίσκοπος» κ.α. προέρχονται ἀπό τήν Ἑλληνική ἤ εἶναι ἀμιγῶς ἀγγλικές, μή βιαστεῖτε νά ἀπαντήσετε ὅτι δέν σᾶς φαίνονται ἑλληνικές. Ἡ πραγματικότητα εἶναι ὅτι περνώντας μέσα ἀπό διάφορους, συχνά δαιδαλώδεις καί σκολιούς, γλωσσικούς δρόμους οἱ λέξεις αὐτές ἔφτασαν στήν Ἀγγλική, ἔχοντας ξεκινήσει ἀπό τήν ἑλληνική γλώσσα. Εἶναι δάνειες λέξεις τῆς Ἀγγλικῆς ἀπό τήν Ἑλληνική. Μία ματιά σέ ἔγκυρα λεξικά τῆς Ἀγγλικῆς (Webster, Random House, Longman, Oxford κ.α.) μπορεῖ νά σᾶς πείσει.

Τό ἀρχ. ἑλληνικό βούτυρον / βούτυρος (βούς + τυρός), μέσω τοῦ λατιν. butyrum, ἔδωσε τό ἀρχ. ἀγγλ. butere, ἀπ' ὅπου τό σύγχρονο ἀγγλ. butter (καί τά γερμ. Butter, γαλλ. beurre, ἰταλ. burro κ.α.). Τό ἀρχ. ἑλλην. πάπυρος, πού δήλωσε τήν πρώτη μορφή γραφικῆς ὕλης ἀπό τό ὁμώνυμο φυτό τό ὁποῖο εὐδοκιμοῦσε στήν Αἴγυπτο, ἔδωσε τό ἀγγλ. paper (γαλλ. papier, γερμ. Papier κ.ἄ.) μέσω τοῦ λατιν. papyrum, ἀπ' ὅπου τό μεσαιων. γαλλ. papier καί τό μεσαιων. ἀγγλ. papir. Πιό σύνθετη εἶναι ἡ προέλευση τῆς λέξης πού δήλωσε στήν Ἀγγλική «τήν ἐκκλησία», τῆς λ. church. Ξεκίνησε ἀπό τό ἑλληνιστ. κυριακόν (δῶμα) «ὁ οἶκος τοῦ Κυρίου» (ἀπό τό Κύριος), τό ὁποῖο, μέσω τοῦ ἀρχ. γερμ. kirihha (ἀπ' ὅπου τό νέο γερμ. Kirche «ἐκκλησία») καί τῶν ἀρχ. ἀγγλ. cirice καί μεσαιων. ἀγγλ. chirche, ἔδωσε τό νέο ἀγγλ. church. Οἱ ἴδιοι οἱ Ἕλληνες χριστιανοί χρησιμοποίησαν τό ἀρχ. ἐκκλησία (ἐκκλησία τοῦ δήμου «ἡ συγκέντρωση τοῦ λαοῦ / τῶν πολιτῶν ὡς θεσμικό ὄργανο») μέ νέο περιεχόμενο: χῶρος ὅπου συγκεντρώνονται οἱ πιστοί γιά νά λατρεύσουν τόν Θεό (ἐνῶ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες χρησιμοποιοῦσαν τή λ. ναός, μέ τήν ἀντίληψη ὅτι ἀποτελεῖ χῶρο ὅπου ναίουν, ὅπου κατοικοῦν οἱ θεοί).

Ἐνδιαφέρον ἔχει, γιά τίς περιπέτειές της, ἡ λέξη sketch «σκαρίφημα - θεατρικό σκέτς». Ποιός τό φαντάζεται, ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι προέρχεται ἀπό τήν ἑλλην. λ. σχέδιο; Ἡ ἀρχαία ἑλλ. λ. σχέδιον (ἀπό τό ἀρχ. σχέδιος πού σήμαινε «προσωρινός, αὐτοσχέδιος», προερχόμενη ἀπό τή λ. σχεδόν κι αὐτή ἀπό τό ἔχω), μέσω τοῦ λατιν. schedium, ἔδωσε τό ἰταλ. schizzo, πού πέρασε στά ὀλλανδικά ὡς schets, ἀπό ὅπου τό ἀγγλ. sketch. Τό περίεργο γιά τή ζωή τῶν λέξεων εἶναι ὅτι τό ἑλλην. σχέδιο ἐπανῆλθε στούς νεότερους χρόνους στήν Ἑλληνική, δηλ. ὡς «ἀντιδάνειο» (ὡς δάνειο δανείου!...), μέσα ἀπό δύο ξένες γλῶσσες: ἀπό τήν Ἰταλική ὡς σκίτσο καί ἀπό τήν Ἀγγλική ὡς σκέτς.
Ἀνάλογη εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ ἀγγλ. scene «σκηνή». Προέρχεται ἀπό τό ἑλλην. σκηνή, μέσω τοῦ λατιν. scaena / scena. Ἀπό τό ὑποκοριστικό τοῦ λατιν. scene, ἀπό τό scenarium, προῆλθε τό ἰταλ. scenario πού πέρασε σέ διάφορες γλῶσσες (ἀγγλ. scenario, γαλλ. scenario κ.α.) καί ἐπανῆλθε στά Ἑλληνικά ὡς σενάριο (ἀντιδάνειο). Ἀπό τό θέμα σχ- (τοῦ ἔχω, πβ. κατά-σχ-ω, παρά-σχ-ω, σχ-εδόν) πού εἴδαμε καί στό σχέδιο, προῆλθε καί ἡ λ. σχῆμα πού ἔδωσε, μέσω τοῦ λατιν. schema, τό ἀγγλ. scheme.

Μία λέξη πού θά ξαφνίαζε ἴσως ὅταν κανείς διαπιστώσει ὅτι εἶναι ἑλληνική, εἶναι ἡ ἀγγλική λ. pain «πόνος». Ἡ λέξη αὐτή προῆλθε ἀπό τήν ἑλλην. λ. ποινή πού σήμαινε ἀρχικά «τιμή αἵματος, ἐκδίκηση (γιά ἔγκλημα)» καί μετά «τιμωρία». Μέσω τοῦ λατ. poena, πού ἔδωσε τό γαλλ. peine (ἀρχικά σήμαινε «τά βασανιστήρια τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως»), προῆλθε τό ἀγγλ. pain μέ τή σημ. «πόνος» ὡς ἀπόρροια τῶν πόνων ἀπό τά βασανιστήρια καί ὡς ἐπακόλουθο τῆς τιμωρίας γενικότερα. Ἐξίσου ἴσως θά ξάφνιαζε καί ἡ ἀγγλική λ. calm «κάλμα, νηνεμία».

Κι αὐτή προῆλθε ἀπό ἑλληνική λέξη, τό ἀρχ. καῦμα, πού δήλωνε τόν καύσωνα καί τό θέρος, ὁδηγώντας συνεκδοχικά στή σημ. τῆς ἠρεμίας τῆς θάλασσας, τῆς ἔλλειψης δυνατῶν ἀνέμων. Στήν Ἀγγλική ἔφτασε ἡ λέξη ἀπό τό ἰταλ. calma πού ἀνάγεται σέ ὄψιμο λατιν. cauma ἀπό τό καῦμα. Ὅτι ἡ λ. ξαναγύρισε στήν Ἑλληνική μέσω τῆς Ἰταλικῆς ὡς κάλμα, δηλ. ὡς ἀντιδάνειο, εἴδαμε ὅτι ἀποτελεῖ συχνό φαινόμενο. Τό ἀρχ. πειρῶμαι «προσπαθῶ, ἀποπειρῶμαι, τολμῶ» ἔδωσε στή μεταγενέστερη Ἑλληνική τή λ. πειρατής πού προφανῶς θά σήμαινε ἀρχικά αὐτόν πού ἀποτολμᾶ παράτολμα καί παράνομα ἐγχειρήματα. Μέσω τοῦ λατιν. pirata ἡ λ. ἔδωσε τό ἀγγλ. pirate.

Στήν ἐκκλησιαστική γλώσσα μία σειρά ἀπό ἀγγλικές λέξεις προέρχονται ἀπό τήν Ἑλληνική, χωρίς αὐτό νά εἶναι ἀμέσως αἰσθητό στόν μή εἰδικό. Τέτοιες εἶναι οἱ ἀγγλικές λέξεις priest, clergy (καί clerc), bishop, monk κ.α. Συγκεκριμένα τό ἑλλην. πρεσβύτερος (ἀρχική σημ. «γεροντότερος») ἔδωσε τό ὄψιμο λατ. presbyter. Ἀπό αὐτό, μέ ὁρισμένες μεταβολές, προῆλθε τό ἀρχ. ἀγγλ. preost καί κατόπιν τό μεσαίων. ἀγγλ. preist, πού ἔδωσε τό νεότ. ἀγγλ. priest. Τό ἑλλην. κληρικός (ἀπό τή λ. κλῆρος) «αὐτός πού τοῦ πέφτει ὁ κλῆρος, πού τοῦ ἀνατίθεται ἕνα ἔργο» ἔδωσε τό ὄψιμο λατιν. clericus ἀπ' ὅπου τά ἀρχ. ἀγγλ. cleric καί clerc. Ἀπό αὐτά προῆλθε τό ἀγγλ. clerk «λόγιος» - «ὑπάλληλος ἐξουσιοδοτημένος μέ συγκεκριμένο ἔργο» - «ἁπλός ὑπάλληλος». Τό ἀρχ. ἀγγλ. clerc ἔδωσε καί τόν ἐκκλησιαστικό ὅρο clergy «κληρικός, ἱερωμένος». Τό ἑλλην. ἐπίσκοπος εἶναι ἡ λέξη ἀπ' ὅπου προῆλθε τό ἀγγλ. bishop «ἐπίσκοπος», μέσω τοῦ ὄψιμου λατιν. episcopus, ἀπ' ὅπου τά ἀρχ. ἀγγλ. bisceop καί μεσαίων. ἀγγλ. bishhop πού προηγήθηκαν τοῦ νεότερου ἀγγλικοῦ bishop. Ὡς πρός τό ἀγγλ. monk «μοναχός» προῆλθε ἀπό τό μεταγεν. ἑλλην. μοναχός μέσω τοῦ ὄψιμου λατιν. monachus, ἀπ' ὅπου τό ἀρχ. ἀγγλ. munuc καί μετέπειτα τό νεοτ. ἀγγλ. monk. Τό ἀγγλ. chart «χάρτης» ἀλλά καί τό card «κάρτα» προῆλθαν ἀπό τό ἕλλην. χάρτης. Τό bomhttp://www.blogger.com/img/blank.gifb «βόμβα» ἀπό τό ἀρχ. ἑλλην. βόμβος. Τό «πολύ ἀμερικάνικο» buffalo ἀπό τό ἑλλην. βούβαλος. Τό ἑλλην. δίπλωμα (ἀπό διπλώνω, διπλοῦς) μέ τή σήμ. «ἐπίσημο ἔγγραφο» ἔδωσε τό diploma καί ἀπό αὐτό τό diplomat «διπλωμάτης» κ.ο.κ.

Ὅπως ἔγινε, ἐλπίζω, φανερό, ἕνα πλῆθος ἀπό ξένες λέξεις, ἐν προκειμένω ἀγγλικές, ἕλκουν τήν καταγωγή τους ἀπό τήν ἑλληνική γλώσσα, ἀπευθείας ἤ, πιό συχνά, μέσω τῆς λατινικῆς γλώσσας. Ὅσα γράφονται ἐδῶ δέν δίδονται γιά νά ἀποτελέσουν ἀφορμή κομπασμοῦ ἀλλά ὡς νύξεις γιά γλωσσική αὐτογνωσία καί περίσκεψη, γιά τό πόσα ἔχει κανείς νά κερδίσει ἀπό μία ἐτυμολογική περιδιάβαση στούς δρόμους τῆς γλώσσας μας.

http://www.agiazoni.gr/article.php?id=03853600237662775515&PHPSESSID=e325c71f72f43bc3249134777a309643

Monday, July 4, 2011

ΦΤΑΙΝΕ ΜΟΝΟΝ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ; Του Σαράντη Καργάκου

Δέν θά πῶ – ἄλλωστε οὐδέποτε τό εἶπα– ὅτι οἱ πολιτικοί μας εἶναι λουλούδια γιά μύρισμα. Καί δέν θά εἶχα ἀντίρρηση νά πετάξουμε πολλούς ἀπό τήν Ταρπηία Πέτρα διά τά φαῦλα πού ἔπραξαν καί γιά τήν πολιτική τοῦ Συβαριτισμοῦ πού καλλιέργησαν. Κι ἐπειδή ἐνδέχεται κάποτε νά λάβουμε κάποιο μέτρο σωστό, δηλαδή γιά τή δημοκρατία σωστικό, ἐξηγῶ ὅτι Ταρπηία Πέτρα λεγόταν ὁ νότιος γκρεμός τοῦ Καπιτωλίου τῆς Ρώμης, ἀπ᾽ ὅπου ρίχνονταν οἱ κακουργήσαντες πολίτες (οἱ δοῦλοι σταυρώνονταν). Ἀλλά δέν εἶναι σωστό ὅλα τά errata(= ἡμαρτημένα) νά τά φορτώνουμε στούς πολιτικούς καί νά μένει στό ἀπυρόβλητο ἡ πνευματική ἡγεσία τοῦ τόπου αὐτοῦ. Οἱ πνευματικοί ἄνθρωποι πρέπει νά δροῦν ὅπως οἱ χῆνες τοῦ Καπιτωλίου. Νά ἀγρυπνοῦν καί νά προειδοποιοῦν. Πληρώνουμε εὐρώστους μισθούς σέ ἑκατοντάδες μεγαλοθεσίτες οἰκονομολόγους. Γιατί δέν μίλησαν γιά τήν ἐπερχόμενη κρίση; Τηροῦσαν σιγή ἀσφαλείας γιά νά μήν τούς κοποῦν κάποια «προγράμματα» ἤ γιά νά μήν κοποῦν ἀπό κάποιες ἐπιτροπές «σοφῶν»; Ἀσφαλῶς καί οἱ λογοτέχνες δέν θά ᾽πρεπε νά εἶναι «σύννεφα μέ πανταλόνια», γιά νά μιλήσω Μαγιακοφσκικῶς. Οὔτε αὐτοί ἀπαλλάσσονται ἀπό εὐθύνες. Ὁ Μπρέχτ εἶχε πεῖ πώς ὅταν ἔλθουν δύσκολοι καιροί, ὁ λαός δέν θά πεῖ τί ἔπραξαν οἱ πολιτικοί. Θά πεῖ: «Γιατί δέν μίλησαν οἱ ποιητές;». Μήπως γιά νά μή χάσουν κάποιο κρατικό βραβεῖο ἤ κάποια θέση σέ ὑπουργεῖο; Σήμερα ο λαός φτύνει τούς πάντες. Διότι τάχα τόν πρόδωσαν. «Ἀλλ᾽ οἱ κατ᾽ ἄνεμον πτύοντες τά ἑαυτῶν πρόσωπα πτύουσι». Καθρέφτες ὑπάρχουν σέ κάθε σπίτι. Ἄς κοιταχτεῖ καθείς, κι ἐκεῖ ἄς φτύσει. Διότι, ἄν φταῖνε οἱ πολιτικοί, φταίει κι ὁ πολίτης. Εἰκόνα του εἶναι –γιά νά τό πῶ κατά τόν τρόπο τῆς Γαλάτειας Καζαντζάκη– οἱ πολιτικοί, καί τοῦ μοιάζουν. Κάποιοι πολιτικοί μπορεί νά «ἔφαγαν». Ὁ λαός τούς ψήφιζε γιά νά μπορεῖ νά «τρώει» κι αὐτός. Νά μπορεῖ νά παραβαίνει τό νόμο, νά καταπατεῖ δημόσιες ἐκτάσεις, νά κτίζει αὐθαίρετα, νά πουλᾶ «ξίκικα», νά μήν πληρώνει πρόστιμα γιά παραβάσεις, νά διπλασιάζει τό κοπάδι του στά χαρτιά καί νά μοιράζεται τά λεφτά μέ τόν «μετρητή» τῆς νομαρχίας. Κι ὅταν ἔπεφτε χαλάζι, νά κάνει –σάν τόν «κεφαλονίτικο παπά»– τά 12 χαλαζόπληκτα στρέμματα 13 καί κάτι παραπάνω. Φταίει κι ὁ λαός πού ἔκανε τίς διαβόητες ἐπιδοτήσεις οὐίσκυ στά ἀναρίθμητα ἀνά τήν ἐπικράτεια «σκυλάδικα» (Γιαννοπουλικῶς «Κέντρα Πολιτισμοῦ») καί χαρτοπαίγνιο στά «τεμπελάδικα». Φταίει ὁ λαός, διότι, ὅπως τό λέει ὁ Θουκυδίδης, ἤθελε νά βλέπει λόγια καί ν᾽ἀκούει ἔργα. Φταίει ὁ λαός πού ἔβαζε –καί βάζει– τό κόμμα πάνω ἀπό τήν πατρίδα. Φταίει, γιατί ἔκανε τό κόμμα ὄργανο γιά τήν δική του «παρτίδα». Φταίει ὁ λαός, γιατί ἀνέκτησε μιά χούφτα «μοσχανθούς» νά διαλύσουν τό σύμπαν κι αὐτός νά νανουρίζεται μέ τά «μπλά-μπλά» τῆς τηλοψίας. Φταίει ὀ λαός, γιατί, κι ἄν καμμιά φορά ψήφισε καλούς, δέν τούς ἄφησε νά δράσουν καλά· τούς ὑποχρέωσε νά πράξουν ρουσφετολογικά. Φταίει ὁ λαός, γιατί ἐνῶ ἦσαν πάντα στά ψηφοδέλτια κάποιοι ἄνθρωποι μέ ἀξία, αὐτός πήγαινε καί σταύρωνε τήν πλέον καλλιπάρειον «ἀρτίστα». Ἡ «ἀναγνωρισιμότητα» ἔφαγε τή δημοκρατία. Κι ἐνῶ ὑπάρχουν ἄνθρωποι μέ προσόντα, ἤθος καί κύρος, δέν τολμοῦν νά εἰσέλθουν στόν πολιτικό στίβο γιά νά μή γελοιοποιηθοῦν, ὑποσκελιζόμενοι ἀπό ἐπιδέξια μηδενικά. Ἔτσι τό κοινοβούλιο κατάντησε παθολογικό πάνθεον μικρότητας καί συναλλαγῆς. Καί ἡ «Ζενέ ντορέ», ἡ χρυσή νεολαία μας (ὁ ὅρος εἶναι τοῦ 19ου αἰ.) ραχατεύει· καί ἐπέτρεψε νά ὑποκατασταθεῖ ἀπό θορυβώδεις ἀλλά καλά ὀργανωμένες μειοψηφίες πού κυρίως προέρχονται ἀπό ἀριστοκρατικές συνοικίες. Οἱ μπαμπάδες ἐλέγχουν τό κράτος καί οἱ βλαστοί τους τό παρακράτος. Ἰδού γιατί πολλοί ἐπώνυμοι κόπτονται ὑπέρ τῆς «κουκούλας», ἰδού γιατί –ὑπό τό πρόσχημα τῶν «προσωπικῶν δεδομένων»– διατηρεῖται ἡ ἀνωνυμία νεαρῶν ἐγκληματικῶς δρώντων. Κάτω ἀπό τήν «κουκούλα» κάποιου ἀνερμάτιστου ἠθικά νεανίσκου, πιθανῶς νά κρύπτεται ὁ γυιός κάποιου ἐπώνυμου «μεγαλίσκου». Δέν θέλω πάντα νά γίνομαι δυσάρεστος καί «μάντις κακῶν». Ἀλλά δέν μπορῶ νά ἀκούω στήν τηλοψία αὐτή τήν γλοιώδη λαοκολακεία: «Ὁ λαός δέν φταίει». Πταίει καί παραπταίει! Ἀπό πολλές ἀπόψεις θυμίζει τούς Ἀργεντίνους μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς πού εἶχαν κάνει σύνθημα τό εἰλικρινέστατο: «Λαντρόνε νον λαντρόνε, θερέμος Περόνε» (= Κλέφτης ξεκλέφτης, ψηφίζουμε Περόν). Καί…πρόκοψαν! Ἔκαναν ἄρχοντες τούς Ναπολέοντες τοῦ ἐγκλήματος. Γιά νά μήν ἔχουμε τέτοια φαινόμενα κι ἐδῶ, ἄν καί ὁ ἐγκληματικός Ναπολεοντισμός κάνει ἤδη «στράτα», εἶναι καιρός νά σταματήσει ἡ κυριαρχία τῶν «ἀπαράτσικ» (γιά νά ἐκφραστῶ κομμουνιστογλωσσικῶς), τῶν κομματικῶν στελεχῶν πού ἔχουν κάνει τό κράτος τσιφλίκι τους. Ἡ χωρίς προηγούμενο ἠθική χρεωκοπία τοῦ συνδικαλισμοῦ μετέτρεψε τήν ἄλλοτε εὔρωστη ἐργατοαγροτική μας τάξη σέ μιά ζαμπουνιάρικη (= ἀρρωστιάρικη) τάξη μέ βαρέμικες τάσεις. Λυπᾶμαι πού θά τό πῶ ὅσο κι ἄν εἶναι πικρό: Ἐνεργοῦμε σάν νά κουβαλᾶμε μέσα μας τήν ἐπιθυμία τοῦ θανάτου.

Τό ρίσκο τῆς ἀγάπης πού ταπεινώνει π. Ἀρσενίου Κωτσόπουλου

Ἡ ἀγάπη γιά τόν συνάνθρωπο ὁλοκληρώνεται μέσα ἀπό τό ρίσκο πού παίρνει κανείς: «Οὐ μή φάγω κρέα εἰς τόν αἰῶνα ἵνα μή τόν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω» (Α΄ Κορ. η΄ 13). Ὁ Παῦλος εἶναι ἕτοιμος νά κόψει ὅλα τά δικαιώματά του, ἄν αὐτά πρόκειται νά διαταράξουν τήν ἀγάπη του μέ τούς ἀδελφούς. Πόσο μακριά εἴμαστε ἀπό αὐτό τό πνεῦμα; Ἐμεῖς, προκειμένου νά ἱκανοποιήσουμε τίς ἐπιθυμίες μας εἴμαστε ἔτοιμοι νά ἰσοπεδώσουμε τόν ἀδελφό... Ὅποιος αὐξάνει στήν ἀγάπη, θέλοντας καί μη, περιορίζει τά δικαιώματά του ἀλλά καί τίς ἀδυναμίες του. Αὐτό ὅμως ἐπισυμβαίνει μέ ἕναν τρόπο φυσικό καί ἀνεπαίσθητο. Κάποιος νέος ἄνθρωπος πού ἀγάπησε πολύ ἕναν ἀδικημένο τόλμησε νά ρισκάρει τήν καλή θέση του. Χωρίς νά σκέφτεται μήπως τόν ὑποσκελίσουν, μίλησε καί ἔγραψε μέ παρρησία στούς ἁρμόδιους γιά τή λεβεντιά, τό ὕφος καί τήν ἀνωτερότητα τοῦ ἀδικημένου καί παρεξηγημένου ἀδελφοῦ του. Ὁ ἄνθρωπος πού τελειώθηκε στήν ἀγάπη δέν προσβάλλει τόν ἀδελφό του. Κάνει παρέα μαζί του, ἔστω κι ἄν ξέρει ὅτι ὁ ἀδελφός του τόν συκοφαντεῖ. Γνώρισα ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο πού συμπεριφερόταν μέ περίσσια ἄνεση σέ γνωστό του, ὁ ὁποῖος τόν κατηγοροῦσε σέ τρίτους. Προσπαθοῦσε, ὁποτε βρισκόταν κοντά του νά κινεῖται μέ ἀγάπη. Δέν ἤθελε νά τόν στριμώξει οὔτε μ’ ἕνα σκληρό βλέμμα. Παράπονο ἤ πικρία δέν βγῆκε ἀπό τό στόμα του. Ὁ φιλόψογος ἐκεῖνος ἄνθρωπος ποτέ του δέν ἔμαθε πώς ὁ φίλος του γνώριζε ὅλα ὅσα διέδιδε γι’ αὐτόν. Τελικά, ἡ φιλία δέν χάλασε καί ὁ ἁμαρτωλός φίλος, μετανιωμένος, ἄρχισε νά τόν σέβεται καί νά τόν ἐκτιμᾶ. Τί κοινό ἔχουν ὁ Θεός μας, ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ἀπόστολος Πέτρος καί ὁ πατέρας τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ τῆς παραβολῆς; Ὅλοι τους τόλμησαν ἀπό μεγάλη ἀγάπη νά κάνουν κινήσεις πού τούς ταπείνωναν καί, τελικά, βγῆκαν κερδισμένοι. Ὁ Θεός ἔδωσε ἐλευθερία στόν ἄνθρωπο καί ταπεινώθηκε ἕως ἐσχάτων ἀπό τά λάθη τοῦ δημιουργήματός Του πάνω στόν Σταυρό. Τελικά ἀναστήθηκε καί ἀνέστησε καί τό πλάσμα Του.Ὁ ἀπ. Παῦλος δίωκε ἀπό ζῆλο καί ὑπέρμετρη ἀγάπη πρός τόν Θεό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τούς χριστιανούς καί ταπεινώθηκε στόν δρόμο πρός τή Δαμασκό. Τυφλώθηκε. Τελικά, ἔγινε Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν.Ὁ ἀπ. Πέτρος ἀπό ἀγάπη στόν Χριστό ἔκοψε τό αὐτί τοῦ Μάλχου, ἀρνήθηκε τόν Χριστό, παραλίγο νά πνίγει στή θάλασσα καί ἄκουσε τό «πίσω μου σ’ ἔχω, σατανᾶ». Τελικά ἔγινε ὁ στῦλος τῆς Ἐκκλησίας.Ὁ πατέρας τῆς παραβολῆς τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ ἔδωσε τό μερίδιο τῆς περιουσίας πού ἀναλογοῦσε στόν γιό του ἀπό ἀγάπη. Ταπεινώθηκε ἀπό τή φυγή τοῦ ἄσωτου παιδιοῦ του, ἀλλά μέ τήν ὑπέρμετρη ἀγάπη του κέρδισε τήν ἐπιστροφή αὐτοῦ.
Ἀρχιμ. Ἀρσενίου Κωτσόπουλου, "Ἐκπλήξεις Χάριτος", Ἀθήνα 2010, σελ. 543-544