Monday, May 18, 2026

Τα αίτια της πτώσεως της Κωνσταντινουπόλεως,

 


Τα αίτια της πτώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, κατά τον Ιωσήφ τον Βρυέννιον

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Η πτώση της Κωνσταντινουπόλεως την 29η Μαΐου του 1453 ήταν το αποκορύφωμα της φθίνουσας δόξας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, του λεγομένου Βυζαντίου. Γύρω από τα αίτια της πτώσης αυτής εγράφησαν πολλά, τα οποία παρουσιάζουν την κατάσταση στην οποία βρισκόταν τότε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία-Βυζάντιο, αφού είχε χαθή όλη η Μικρά Ασία, η Ανατολική Θράκη και είχε μείνει μόνον η Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. Οι κατά καιρούς εχθροί είχαν προξενήσει μεγάλη ζημία, με αποκορύφωμα και τελειωτικό κτύπημα την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους, κατά την Δ Σταυροφορία την 13η Απριλίου του έτους 1204. Η μετά από λίγα χρόνια (1261) ανακατάληψή της και ελευθέρωσή της δεν προσέφερε ουσιαστικά πράγματα, διότι ήδη η Πόλη είχε καταστραφή και λεηλατηθή ολοσχερώς.

Πέρα από τα πολιτικά και κοινωνικά αίτια που συνετέλεσαν στην πτώση της Κωνσταντινουπόλεως πρέπει να σημειωθούν ιδιαιτέρως τα πνευματικά αίτια στα οποία συνήθως δεν δίνουμε μεγάλη σημασία.

Άλλωστε κατά την ορθόδοξη θεολογία ο Θεός διευθύνει τον κόσμο με τις άκτιστες ενεργειές Του, και η προσωπική Του επέμβαση εκδηλώνεται με την ευδοκία Του, την μακροθυμία Του, την παραχώρηση των ποικίλων πειρασμών κλπ. Σε αυτά τα πνευματικά αίτια αναφέρεται ο μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος, διδάσκαλος του γένους και ομολογητής της πίστεως, που έζησε στις τελευταίες στιγμές της ζωής της Βασιλεύουσας και άκουγε τον ρόγχο του θανάτου της.

Ο Ιωσήφ Βρυέννιος, διδάσκαλος του αγίου Μάρκου του Ευγενικού, σύμφωνα με μελέτη του αειμνήστου Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικολάου Τωμαδάκη, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη περί το 1350 μ.Χ., εκάρη μοναχός στην Μονή Στουδίου, υπήρξε ασκητής με πατερικό φρόνημα, ανεδείχθηκε μεγάλος λόγιος και διδάσκαλος του γένους, τον οποίον συμβουλεύονταν οι Αυτοκράτορες και οι Πατριάρχες, και αποστελλόταν από τον Αυτοκράτορα σε διάφορες κρίσιμες αποστολές, όπως την Κύπρο και την Κρήτη, ομιλούσε κατά τις επίσημες ημέρες στο Παλάτι, συμμετείχε στις προετοιμασίες για την συζήτηση των Ορθοδόξων με τους Λατίνους, για την «ένωση των Εκκλησιών» και κοιμήθηκε περί το 1431, περίπου είκοσι δύο (22) χρόνια πριν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Όπως γράφει ο Αρχιμ. Ειρηναίος Δεληδήμος, στην εισαγωγή των έργων του που εξεδόθησαν από τον εκδοτικό οίκο Βασιλείου Ρηγόπουλου, «ο Ιωσήφ Βρυέννιος κατά τα έτη 1401-1431 ανεγνωρίζετο ως ο κορυφαίος λόγιος εν Κωνσταντινουπόλει».

Ο Ιωσήφ Βρυέννιος την Μ. Παρασκευή (14 Απριλίου) του έτους 1419, τριανταπέντε περίπου χρόνια πριν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, εξεφώνησε ένα λόγο στο Παλάτι «επί παρουσία βασιλέων, και των εν τέλει, και συνελεύσει των εξαιρέτων του γένους ημών, και της βασιλίδος ταύτης των πόλεων», όπως χαρακτηριστικά γράφεται στην επικεφαλίδα.

Όπως λέγει σε άλλα κείμενά του, στην Κωνσταντινούπολη την εποχή εκείνη ζούσαν περίπου 70.000 κάτοικοι και μάλιστα ο ίδιος έκανε έκκληση στους Κωνσταντινουπολίτας, χωρίς να υπάρχη ανταπόκριση, να συντελέσουν στην ανοικοδόμηση των τειχών της, εν όψει του μεγάλου κινδύνου. Όμως οι κάτοικοι, ιδιαιτέρως οι πλούσιοι, ασχολούμενοι με την αύξηση των ατομικών τους εσόδων, αδιαφορούσαν, με αποτέλεσμα η πόλη να ομοιάζη, όπως λέγει, με «σεσαθρωμένον» πλοίον που ήταν έτοιμο να βυθισθή.

Στον λόγο του αυτόν που αναφερόμαστε, ο διακεκριμένος αυτός λόγιος μοναχός, ομιλώντας μπροστά στους επισήμους άρχοντες της Κωνσταντινουπόλεως, εξέθεσε ανάγλυφα και παραστατικά τα πνευματικά αίτια της επερχομένης πτώσεως της Βασιλευούσης. Και είναι σημαντική αυτή η μαρτυρία γιατί προέρχεται από έναν λόγιο μοναχό και ασκητή, με ήθος, παιδεία και πατερικό φρόνημα, τον οποίον σέβονταν οι πάντες την εποχή εκείνη και ο οποίος έζησε στα χρόνια εκείνα που οι κάτοικοι έβλεπαν τον επερχόμενο όλεθρο.

Το περιεχόμενο του λόγου αυτού αναλύεται στην επικεφαλίδα: «δια το πωλείσθαι καθ' εκάστην το του Χριστού σώμα και αίμα παρά των ούτω λεγομένων πνευματικών, και αγοράζεσθαι παρ' ημών, οίμοι! το ημέτερον γένος αφανισμώ παραδίδοται και Ισμαηλίταις περιπίπτει». Δηλαδή, το γένος αφανίζεται και πέφτει στους Ισμαηλίτες - Μωαμεθανούς, διότι πωλείται το σώμα και το αίμα του Χριστού από τους λεγομένους πνευματικούς και αγοράζεται από τους Χριστιανούς.

Στην αρχή του λόγου του ο Ιωσήφ Βρυέννιος εκφράζει την οδύνη του, αφού το γένος περιστοιχίζεται από δεινά, τα οποία, όπως λέγει, «δάκνει μου την καρδίαν, συγχεί τον νουν και οδυνά την ψυχήν». Κάνει λόγο για την «ολόσωμον πληγήν» και την «νόσον καθολικήν». Το γένος έχει περιπέσει σε ποικίλα πάθη και αμαρτίες. Όλοι οι Χριστιανοί έγιναν «υπερήφανοι, αλαζόνες, φιλάργυροι, φίλαυτοι, αχάριστοι, απειθείς, λιποτάκται, ανόσιοι, αμετανόητοι, αδιάλλακτοι». Έγιναν οι άρχοντες κοινωνοί ανόμων, οι υπεύθυνοι άρπαγες, οι κριτές δωρολήπτες, οι μεσίτες ψευδείς, οι νεώτεροι ακόλαστοι, οι γηράσαντες μεθυσμένοι, οι αστοί εμπαίκτες, οι χωρικοί άλαλοι, «και οι πάντες αχρείοι». Συγχρόνως με την γενική κατάπτωση των ανθρώπων χάθηκε «ευλαβής από της γης, εξέλιπε στοχαστής, ουχ εύρηται φρόνιμος». Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον επέπεσαν εκ δυσμών και εξ ανατολών διάφοροι εχθροί και λυμαίνονται την αυτοκρατορία.

Στην συνέχεια αναφέρεται στο μεγαλύτερο αμάρτημα που έγινε στην ιστορία, δηλαδή την προδοσία του Ιούδα, η οποία συνίσταται στο «πωληθήναι τιμής και αγορασθήναι τον Κύριον», δηλαδή ο Ιούδας επώλησε τον Κύριο, τον Οποίον αγόρασαν οι Εβραίοι. Αυτό το ανοσιούργημα, όπως λέγει, γίνεται στις ημέρες μας, αφού οι πολλοί από τους λεγομένους πνευματικούς πωλούν τον Κύριο και «αγοράζει δε πας ο έχων αργύριον και βουλόμενος». Προφανώς πρόκειται για το ότι οι λεγόμενοι πνευματικοί χορηγούσαν άφεση αμαρτιών με την λήψη χρημάτων. Αλλά και πολλοί από τους ιερείς ασελγούν εν επιγνώσει, αφού και αυτοί διακατέχονται από αυτά τα πάθη και προσέρχονται να λειτουργούν στην σεβασμία Τράπεζα αναιδώς. Αναφέρεται διεξοδικώς στην κατάπτωση της Εκκλησίας, αφού οι ποιμένες έχουν απομακρυνθή από την διδασκαλία και τα όρια που είχαν θέσει οι Πατέρες. Αλλά και οι μοναχοί έχουν χάσει τον προορισμό τους και ασχολούνται με άλλα ζητήματα, αφού υπάρχουν μοναχοί «και τρία και πέντε, και επτά έχοντες αδελφάτα εκ διαφόρων αυτοίς αφεθέντα προσώπων».

Ο όρος «αδελφάτο» σημαίνει «επιτροπεία διευθύνουσα αγαθοεργόν κατάστημα» (Δημητράκου) που ανήκει στους Δήμους. Με γενική έννοια αδελφάτο είναι «σύλλογος, σωματείο με ιδιαίτερα στενούς δεσμούς μεταξύ των μελών του» η ακόμη «επιτροπή με διαχειριστικά καθήκοντα σε φιλανθρωπικά ιδρύματα, ναούς, νοσοκομεία» (Μπαμπινιώτης). Στην περίπτωση αυτή με τον όρο αδελφάτα μάλλον εννοούνται μερίδια της Μονής που παραλαμβάνουν και κατέχουν και οι εκτός της Μονής ζώντες μοναχοί που τα εκμεταλλεύονται, οπότε ένας τέτοιος μοναχός μάλλον πρέπει να καλήται «ληστής» και η ενέργεια αυτή «τόκος εστι, και τόκου χείρον, ιεροκαπηλία λεγόμενον», διότι κρατεί τα αδελφάτα των πτωχευόντων μοναστηρίων ενέχυρα για τόκο. Πρόκειται για αλλοίωση του μοναχισμού, ο οποίος έχασε την ησυχαστική παράδοση και μεταβλήθηκε σε υλική εκμετάλλευση των μοναστηριών.

Και αφού κάνει μεγάλη ανάλυση αυτής της καταστάσεως που παρατηρείται στους άρχοντες και τον λαό, τους Κληρικούς και τους μοναχούς, τους αστούς και τους χωρικούς, καταλήγει στον υπέροχο αυτόν και σημαντικό του λόγο σε μια ανακεφαλαίωση, στην οποία δίνει τις κατάλληλες συμβουλές για να αποφύγουν το κακό, το οποίο βλέπει καθαρά να έρχεται.

Λέγει ότι βλέποντας πριν σαράντα χρόνια να ερημώνωνται οι πόλεις, να αφανίζωνται οι χώρες, να καίγωνται οι Εκκλησίες, να βεβηλώνωνται τα άγια και να δίδωνται τα ιερά σκεύη στα σκυλιά και «παν το ημέτερον γένος, δουλεία παραδιδόμενον και μαχαίρα», προσευχόταν στον Θεό να του αποκαλύψη για το που οφείλεται αυτή η εγκατάλειψη του λαού και «η τοσαύτη του Θεού αγανάκτησις καθ ?μ?ν». Και μετά από πολλές προσευχές βρήκε ποιό είναι το αίτιο και θέλει να το αποκαλύψη, την ημέρα αυτή, ενώπιον των Βασιλέων και των αρχόντων και όλου του λαού, γιατί φοβάται, μήπως τιμωρηθή αν σιωπήση. Και η αιτία της οργής του Θεού και της δικαίας Του αγανακτήσεως κατά των Ρωμαίων είναι «το πωλείσθαι καθ' εκάστην το του Χριστού σώμα και αίμα, παρά των λεγομένων πνευματικών και αγοράζεσθαι προς υμών των χριστιανών».

Διαμαρτύρεται για το γεγονός αυτό και επικαλείται ως μάρτυρες τον χορό των αγίων και των αγγέλων. Ζητά από τους άρχοντες τον Κλήρο και τον λαό να μετανοήσουν και να επιστρέψουν στον Θεό για να γίνη «η του γένους ανάκλησις» και να είναι μαζί τους ο Θεός, γιατί διαφορετικά θα πάθουν χειρότερα από εκείνα που έπαθεν η παλαιά Ιερουσαλήμ, που κυριεύθηκε από τους εχθρούς. Σαφώς εδώ αναφέρεται στην πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, της νέας Ιερουσαλήμ. Ζητά από τους κατοίκους να μετανοήσουν, γιατί αν δεν γίνη αυτό, η καταστροφή θα είναι τόσο μεγάλη που όλα τα έθνη και οι μέλλουσες γενεές θα λένε σε παρόμοιες περιπτώσεις: «μη πάθοιμεν α οι Ρωμαίοι πεπόνθασιν». Εδώ πρέπει να παρατηρηθή ότι παραμονές της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως και της Αυτοκρατορίας οι κάτοικοί της δεν λέγονταν Βυζαντινοί -που ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε αργότερα από τους Φράγκους- αλλά Ρωμαίοι.

Δεν αρκείται, όμως, ο Ιωσήφ Βρυέννιος σε γενικές προτροπές για μετάνοια, αλλά την συγκεκριμενοποιεί και με αυτόν τον τρόπο αναλύει στην πραγματικότητα τι θα πη να πωλούν το σώμα και το αίμα του Χριστού, δηλαδή αναφέρεται στην ανάξια μετάληψη του σώματος και του αίματος του Χριστού, την τέλεση διαφόρων αμαρτιών από Κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς, τις οποίες δεν εξομολογούνται και την προδοσία της πίστεως. Με αυτούς τους τρόπους γίνεται ασέβεια στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Δίνει τέσσερεις συμβουλές και κατευθύνσεις μετανοίας.

Η πρώτη είναι οι πνευματικοί να μη λαμβάνουν χρήματα από τους εξομολογουμένους. Η δεύτερη συμβουλή είναι να μη κρατούν οι Ιερείς ενέχυρα για τόκους, να μη λαμβάνη κάποιος μοναχός η μονάστρια τόκους, ούτε οι εκτός της Μονής να κρατούν αδελφάτα πάνω από δύο ο καθένας και μετά παρέλευση δέκα χρόνων, και να μη κοινωνή κανείς των αχράντων μυστηρίων από εκείνους που είναι τελώνες και άδικοι, αν δεν αποκαταστήση και επιστρέψη το αδίκημα. Η τρίτη συμβουλή είναι να μη κοινωνή κανείς από του σώματος και του αίματος του Χριστού, «της αμαρτίας έτι ενεργουμένης» -αν δεν έχη μετανοήσει και δεν ελευθερώθηκε από την αμαρτία- εκτός και εάν μετά την εξομολόγηση είναι βαριά ασθενής προς θάνατον. Και η τέταρτη συμβουλή είναι «μηδείς ιερέων τοις δυσσεβούσιν ιερεύσι συλλειτουργή (εννοεί τους λατίνους και λατινόφρονας) μηδέ τις των κοσμικών αυτούς εκδική».

Και επειδή μερικοί ισχυρίζονταν ότι πριν αποθάνη κανείς θα έπρεπε να κοινωνήση χωρίς τις αναγκαίες προϋποθέσεις, ο Ιωσήφ Βρυέννιος λέγει ότι κανένας δεν πήγε στην Κόλαση, επειδή δεν πρόλαβε να κοινωνήση των Αχράντων Μυστηρίων, την τελευταία στιγμή -εννοείται αφού ζούσε σε μετάνοια μέσα στην Εκκλησία- αλλά μύριοι κολάσθηκαν «δια το αναξίως μεταλαβείν». Γι' αυτό συνιστά στους Χριστιανούς να εξομολογούνται και να τηρούν τον χρόνο αποχής από την θεία Κοινωνία που θα επιβληθή από τον πνευματικό για την θεραπεία κάθε αμαρτήματος. Επίσης, μετά βεβαιότητος λέγει: «κρείσσων γαρ η αποχή τούτου μετ' ευλαβείας και φόβου, ήπερ η μετάληψις μετά τόλμης και αναξιότητος, πίστευσον».

Είναι σημαντικός αυτός ο λόγος του μεγάλου διδασκάλου του γένους μας πριν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως που δείχνει ποιά είναι τα πνευματικά αίτια της πτώσεως της Βασιλευούσης των πόλεων και ποιά πρέπει να είναι η αληθινή ζωή των Κληρικών και Χριστιανών που θέλουν να είναι και να λέγωνται ορθόδοξοι Χριστιανοί.

Τα διάφορα δεινά έχουν κυρίως και προ παντός πνευματικά αίτια, έστω κι αν δεν θέλουμε να τα εντοπίζουμε. Δεν πρέπει να παραμένουμε μόνον σε πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες, αλλά θα πρέπει να βλέπουμε και την πνευματική διάσταση του θέματος, αφού ο Θεός διευθύνει την ιστορία. Άλλωστε η χιλιόχρονη Ρωμαϊκή - Βυζαντινή Αυτοκρατορία διατηρήθηκε τόσα χρόνια, γιατί βίωνε την ορθόδοξη πίστη, αφού το πρότυπό της, κατά βάση, ήταν ο αγιασμός και η συμμετοχή στην δόξα του Θεού.
Επίσης, από τον προφητικό και πατερικό αυτόν λόγο του Ιωσήφ Βρυεννίου φαίνεται ότι πρέπει να μάθουμε «πως δει εν οίκω Θεού αναστρέφεσθαι ήτις εστιν εκκλησία Θεού ζώντος, στύλος και έδραιωμα της αληθείας» (Α' Τιμ. γ , 15). Αυτό αναφέρεται στον κατάλληλο τρόπο προσελεύσεως στα άγια Μυστήρια, στην προσπάθεια να τηρούμε τις εντολές του Χριστού στην καθημερινή μας ζωή, και στον αγώνα να διατηρούμε ανόθευτη την ορθόδοξη πίστη.

Αυτοί οι λόγοι του Ιωσήφ Βρυεννίου αναφέρονται και σε μας, αφού τόσο στην εθνική, όσο και στην οικογενειακή και προσωπική μας ζωή, πρέπει να στηριζόμαστε σε πνευματικά θεμέλια. Τα χωρία «μακάριος ο λαός ου εστί βοηθός Κύριος ο Θεός αυτού» και «μακάριοι πάντες οι φοβούμενοι τον Κύριον» έχουν πνευματική εφαρμογή και συνιστούν τον λεγόμενο πνευματικό νόμο. Εάν ζούμε απρεπώς, τότε ο Θεός προς παιδαγωγία και από αγάπη επιτρέπει διάφορα δεινά για να μετανοήσουμε.

Ο προφητικός λόγος του διδασκάλου του γένους μας Ιωσήφ Βρυεννίου είναι επίκαιρος.

http://www.parembasis.gr/frames_new.htm

Monday, May 11, 2026

Περί νοεράς προσευχής. Όσιος Θεoφάνης ο έγκλειστος.

 


Ἐπιθυμεῖτε νά μάθετε κάτι σχετικό μέ τήν προσευχή. Τί θά μποροῦσα νά σᾶς πῶ ποῦ νά μήν τό ξέρετε;

Πλησιάζοντας κανείς τόν Κύριο, ἀμέσως νοιώθει τήν ἀνάγκη νά προσευχηθεῖ. Σ’ αὐτό βοηθοῦν οἱ ἐκκλησιαστικοί ὕμνοι καί τά προσευχητάρια. Καθώς ὅμως προσεύχεται κανείς, διαπιστώνει ὅτι ἡ προσευχή τοῦ διασπᾶται καί διάφοροι λογισμοί ἀπασχολοῦν τήν ψυχή. Τότε χρειάζεται ἀγῶνας.

Ὅσο περισσότερο ἀγωνίζεται κανείς νά συγκρατήσει τό νοῦ, τόσο καί ἡ προσευχή γίνεται περισσότερο καθαρή. Ἡ ψυχική ἀτμόσφαιρα δέν καθαρίζεται τελείως ἄν δέν ἀνάψει ἡ πνευματική φλόγα. Αὐτή εἶναι δῶρο τῆς θείας Χάριτος. Ὅταν ἀνάψει, ἡ ἀκατάσχετη φλυαρία τῶν λογισμῶν σταματᾶ. Συμβαίνει στήν ψυχή ὅ,τι συμβαίνει καί στήν αἱμορροοῦσα, μόλις ἄγγιξε τό ἔνδυμα τοῦ Κυρίου: «Ἔστη [=σταμάτησε] ἡ ρῦσις τοῦ αἵματος αὐτῆς» (Λουκ. 8, 44). Στήν κατάσταση αὐτή, ἡ προσευχή τείνει νά γίνη ἀδιάκοπη, ἀδιάλειπτη. Ἐδῶ ἐξασκεῖται συστηματικά ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, ἡ συνεχής ἐπανάληψις τοῦ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Ἕως ἐδῶ φθάνει κανείς μέ τήν δική του προσπάθεια. Ἀπ’ ἐδῶ καί πέρα ἡ θεία Χάρις ἐπεμβαίνει περισσότερο δραστικά.

Ἡ προσευχή δίνεται ἀπό τόν Θεό καί δέν ἀπορρέει ἀπό τήν ψυχική διάθεσι τοῦ ἀνθρώπου. Εἰσέρχεται μέσα του τό πνεῦμα τῆς προσευχῆς καί γεμίζει τό ἐσωτερικό της καρδιᾶς του. Ἡ ψυχή τότε ἀναβλύζει μόνη της τήν προσευχή. Βρίσκεται στήν ἐπήρεια τοῦ πνεύματος τῆς προσευχῆς. Ἐδῶ ὑπάρχουν δύο στάδια:

Στό πρῶτο, ἡ ψυχή τά αἰσθάνεται καί τά διακρίνει ὅλα. Βλέπει γύρω της, νοιώθει τήν κατάσταση της, κυβερνᾶ τόν ἑαυτό της, μπορεῖ ἀκόμη καί νά διακόψει τήν ἐπίσκεψι τῆς χάριτος τοῦ πνεύματος τῆς προσευχῆς.

Στό δεύτερο στάδιο, καθώς διδάσκουν οἱ ἅγιοι Πατέρες καί ἰδιαίτερα ὁ ὅσιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος, ἔχουμε μιά ἐντελῶς διαφορετική κατάστασι. Χαρακτηρίζεται σάν ἔκσταση ἤ σάν ἁρπαγή. Ἡ ψυχή, μεθυσμένη ἀπό τήν Θεία Χάρη, παύει νά αἰσθάνεται τά γήινα καί τά αἰσθητά. Ἀδυνατεῖ νά ἐλέγχει τόν ἑαυτό της καί νά ἐπηρεάζει τήν κατάσταση στήν ὁποία βρίσκεται.

Ἀναφέρεται στά πατερικά κείμενα ὅτι κάποιος ἄρχισε τήν προσευχή τό βράδυ, περιῆλθε σ’ αὐτή τήν κατάσταση καί συνῆλθε τό πρωί. Σ’ ἄλλους μέν ἡ κατάσταση αὐτή συνοδευόταν μέ λάμψη στό πρόσωπο ἤ μιά ἀκτινοβολία γύρω του. Σ’ ἄλλους μέ αἰώρηση πάνω ἀπό τό ἔδαφος. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σ’ αὐτή τήν κατάσταση «ἀνῆλθε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ». Καί οἱ ἅγιοι προφῆτες μέ τόν τρόπο αὐτό μετέφεραν τίς βουλές τοῦ Θεοῦ. Θαυμάστε τό ἔλεος τοῦ Κυρίου. Λίγο κοπιάζει κανείς καί σέ τί ὕψη ἀξιώνεται ν’ ἀνεβεῖ! Γι’ αὐτό πρέπει νά ἐνθαρρύνουμε κάθε ἀδελφό: Ἀγωνίζου, ἀξίζει τόν κόπο!».

«Ποτέ νά μήν προσεύχεσθε βιαστικά. Νά προσεύχεσθε μέ ἔντονη συμμετοχή τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς στά νοήματα τῆς προσευχῆς. Νά προετοιμάζεσθε πρίν ἀπό τήν προσευχή μαζεύοντας τίς σκέψεις καί προσπαθῶντας μέ συγκεντρωμένη προσοχή νά σταθεῖτε ἐνώπιόν του Κυρίου. Βασική προϋπόθεση μιάς καλῆς προσευχῆς εἶναι ἡ μετάνοια. Ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί καί ὁ Θεός «πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην οὐκ ἐξουδενώσει». Σέ κάθε προσευχή θυμηθεῖτε τίς ἁμαρτίες στίς ὁποῖες πέσατε.

Τί προσπαθῶ νά κατορθώσω μέ τήν προσευχή; Νά θερμανθεῖ ἡ καρδιά ἀπό ἀγάπη πρός τόν Θεό καί νά διατηρεῖται ἔντονη ἡ αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Σ’ αὐτό βοηθάει πολύ ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ: «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μέ τόν ἁμαρτωλό». Συχνά νά λέτε αὐτή τήν προσευχή, μέχρις ὅτου ἡ γλῶσσα συνηθίσει νά τήν ἐπαναλαμβάνει μόνη της. Γιά νά προοδεύσει κανείς στήν προσευχή πρέπει νά προσπαθεῖ νά στολίσει τήν καρδιά του μέ ὅλες τίς ἀρετές. Προπαντός μέ τήν ταπείνωση, τήν μετάνοια καί τήν αὐταπάρνηση. Ὁ Θεός ὅλα τα βλέπει καί ὅλα τα ἀκούει. Γνωρίζει ὅλα τα μυστικά μας. Γι’ αὐτό ἄς καθαρίσουμε κάθε κηλῖδα τοῦ ἑαυτοῦ μας. Καί ὅποτε μᾶς ἔλθει στό νοῦ ἤ στήν καρδιά μᾶς κάτι τό ἀκάθαρτο, ἀμέσως ἅς τό ἀπομακρύνουμε καί ἀμέσως ἅς καταφεύγουμε στήν προσευχή».

Κάθε ἀναφορά τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς πρός τόν Θεό εἶναι πραγματική προσευχή. Ἐάν, καθώς ἐργάζεσθε, ἐνθυμεῖσθε τόν Θεό, αὐτό ἀποτελεῖ προσευχή. Ο Μ. Βασίλειος θέτει τό ἐρώτημα: «Πῶς οἱ ἀπόστολοι μποροῦσαν νά προσεύχωνται ἀδιάλειπτα;» Καί δίνει τήν ἀπάντηση: «Σ’ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις τούς εἶχαν τήν σκέψη τους στόν Θεό καί ζοῦσαν διαρκῶς ἀφωσιωμένοι σ’ Αὐτόν. Αὐτή ἡ ἐσωτερική τους διάθεση ἀποτελοῦσε ἀδιάλειπτη προσευχή».

Ἐσεῖς πού ζεῖτε μέσα στόν κόσμο, πρέπει ἀφ ἑνός ν’ ἀπομακρύνετε ἀπό τήν καρδιά σας κάθε ἁμαρτωλό λογισμό καί ἀφ’ ἑτέρου ν’ ἀφιερώνετε στόν Θεό ὅλες σας τίς δραστηριότητες. Αὐτή ἡ ἀναφορά στόν Θεό μετατρέπει κάθε πράξη σέ προσευχή. Ἀναφέρει ἡ Ἁγία Γραφή ὅτι τό αἷμα τοῦ Ἄβελ βοᾶ πρός τόν Θεό. Κατά παρόμοιο τρόπο καί τά ἔργα πού ἀφιερώνονται στόν Θεό, βοοῦν πρός Αὐτόν.

Κάποτε πρόσφεραν σ’ ἕνα στάρετς ἐκλεκτό φαγητό. Μόλις τό πῆρε, εἶπε:
 «Τί ἄσχημα πού μυρίζει…».

Τόν ρώτησαν:

 «Πῶς συμβαίνει αὐτό;».

Καί αὐτός τούς ἐξήγησε ὅτι τό ἔστειλε ἄνθρωπος χωρίς καλή διάθεση καί ζωή.

Κάθε ἔργο ἐμποτίζεται μ’ ἐκεῖνα τά αἰσθήματα μέ τά ὁποῖα πραγματοποιεῖται. Ὅσοι ἔχουν καθαρή καρδιά τό αἰσθάνονται αὐτό. Ὅπως εὐωδιάζουν τ’ ἄνθη, ἔτσι εὐωδιάζουν τά ἔργα πού γίνονται μέ καλή προαίρεση. Ἡ εὐωδία τῶν καλῶν ἔργων ὑψώνεται πρός τόν οὐρανό, ὅπως τό θυμίαμα.

Οἱ δοκιμασίες σας δέν σταμάτησαν. Νομίζετε ὅτι μάταια τό ἐπιτρέπει αὐτό ὁ Θεός; Τό ἐπιτρέπει ἐπειδή σᾶς ἀγαπᾶ. Μέ τήν δοκιμασία σᾶς καθαρίζει, σᾶς κάνει ἀστραφτερούς σάν διαμάντι στόν ἥλιο. Σᾶς ἐξομαλύνει ἀκόμη τόν δρόμο γιά τήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἡ ἅμαξα μέ τήν ὁποία φθάνει κανείς ἐκεῖ εἶναι ἡ ὑπομονή. Καί τήν ὑπομονή μόνο μέ τίς δοκιμασίες μπορεῖ κανείς νά τήν ἀποκτήσει. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς καί στέλνονται».

«Εἴθε ὁ Κύριος νά εὐλογεῖ τήν προσπάθειά σας γιά τήν ἀδιάλειπτη προσευχή. Εἶναι ἀπαράβατος πνευματικός νόμος νά μᾶς χαρίζει ὁ Θεός ὅ,τι ὠφέλιμό Του ζητᾶμε. Ἡ θεία βοήθεια πάντοτε εἶναι ἕτοιμη νά μᾶς δοθεῖ καί πάντοτε βρίσκεται κοντά μας. Πρέπει ὅμως νά τήν ζητήσουμε. Πλούσια μᾶς χαρίζεται, ὅταν δέν ὑπάρχει ἀπό πουθενά ἀλλοῦ συμπαράσταση καί μέ ὅλη μας τήν καρδιά ἀπευθυνόμαστε στόν Κύριο.

Ὅσο ὅμως στηριζόμαστε ἀγέρωχα στίς δικές μας ἀνθρώπινες δυνάμεις, ὁ Κύριος δέν ἐπεμβαίνει. Εἶναι σάν νά λέει:

 «Ἐλπίζεις νά ἐπιτύχεις μόνος σου. Πιστεύεις στό εἴδωλο τοῦ ἑαυτοῦ σου. Περίμενε λοιπόν…».

Εἴθε ὁ Κύριος νά μᾶς χαρίσει «πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην» (Ψαλμ. 50, 19), ὥστε νά καταφεύγουμε πάντοτε σ’  Αὐτόν».

«Ἡ ποιότητα καί ἡ ποσότητα τῆς προσευχῆς φανερώνουν τήν κατάσταση τῶν σχέσεων μας μέ τόν Θεό καί τήν στάθμη τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς. Γι’ αὐτό βλέπουμε ἁγίους, ν’ ἀρχίζουν ἀπό τήν δύση τοῦ ἡλίου τήν προσευχή καί νά τήν συνεχίζουν ὅλη τήν νύχτα, μέχρι τήν ἀνατολή καί ἀκόμη περισσότερο. Ἡ προσευχή τούς ἀνυψώνει πρός τόν οὐράνιο Πατέρα καί τούς ἁγίους, πού τούς παρηγοροῦν καί τούς εὐφραίνουν».

«Ἐπιθυμεῖτε νά γνωρίσετε τήν νοερά προσευχή. Καλό καί ὑπέροχο ἔργο ἐπιθυμεῖτε! Εἶναι ὅμως δύσκολο νά προκόψει κανείς στήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, ἄν δέν συνηθίσει νά συγκεντρώνεται γενικά σέ κάθε προσευχή. Ἀκολουθῆστε γι’ αὐτό τόν ἑξῆς τρόπο: Συγκεντρώνετε τήν προσοχή σας στά λόγια, στά νοήματα ὁρισμένων ψαλμῶν ἤ ἄλλων μικρῶν προσευχῶν, πού ταιριάζουν στήν ἐσωτερική σας κατάσταση. Ἐπαναλαμβάνετε τους συχνά μέ βαθειά συναίσθηση καί ἀνάμεσά τους παρεμβάλετε τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ. Ἀργότερα προσθέστε τήν ἐπίκλησι πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί τούς ἁγίους, καθώς καί δεήσεις γιά ζῶντες καί νεκρούς». «Ἡ εὐχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον με», εἶναι ὅπλο ἰσχυρό καί ἀποτελεσματικό. Καί τοῦτο διότι τό ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι φοβερό στούς ἐχθρούς της σωτηρίας μας καί εὐλογητό στούς ἁγίους».

«Ἡ πραγματική προσευχή εἶναι θεῖο δῶρο. Νά παρακαλεῖτε θερμά τόν Θεό νά σᾶς τό χαρίσει. Ἡ ψυχρότητα στόν προσευχή εἶναι ἀποτέλεσμα κατακρίσεων, ὀργῆς καί θυμοῦ, κοσμικῶν ἐνδιαφερόντων καί ἀπασχολήσεων, σαρκικῶν ἱκανοποιήσεων καί ἀπολαύσεων… Φυλαχθεῖτε ἀπ’ ὅλα αὐτά καί θά ὑποχωρήσει».

Αναδημοσίευση από

Wednesday, May 6, 2026

Τη 6τη του αυτού μηνός η μνήμη της Αγίας Σοφίας εν κλεισούρα


Tο χελιδόνι του Πόντου , η ασκήτρια που μιλούσε με την Παναγία.

Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη μιας σύγχρονης οσίας μορφής που με την παρουσία της αγίασε τα χώματα της Μακεδονίας: της Οσίας Σοφίας της εν Κλεισούρα, της «ασκήτριας της Παναγίας».

Ακολουθεί ένα πνευματικό κείμενο αφιερωμένο στη χάρη της, δομημένο γύρω από τα διδάγματα της βιοτής της.

Η Οσία Σοφία δεν υπήρξε μια συνηθισμένη μοναχή. Ήταν μια γυναίκα που δοκιμάστηκε στη φωτιά του πόνου —ορφανή, χήρα, πρόσφυγας από τον Πόντο— και επέλεξε τον δύσβατο δρόμο της «διά Χριστόν σαλότητας». Εκεί που ο κόσμος έβλεπε μια ρακένδυτη γυναίκα να κοιμάται πάνω στις στάχτες, ο Θεός έβλεπε μια φλεγόμενη λαμπάδα πίστεως. Η Αγία Σοφία έχασε παιδί και σύζυγο, ξεριζώθηκε από την πατρίδα της, αλλά δεν γόγγυσε. Αντίθετα, μετέτρεψε τον πόνο της σε αδιάλειπτη προσευχή.

«Να έχετε υπομονή... ο Θεός δεν αφήνει», έλεγε συχνά, υπενθυμίζοντάς μας πως η ελπίδα είναι το ισχυρότερο όπλο του χριστιανού. Ζώντας μέσα στο κρύο της Κλεισούρας, με ελάχιστη τροφή και φορώντας κουρέλια, η Οσία Σοφία έγινε ο καθρέφτης της απόλυτης ακτημοσύνης. Σε μια εποχή που η εικόνα και η άνεση είναι τα είδωλά μας, η Αγία μας δείχνει ότι η αληθινή ελευθερία βρίσκεται στην αποδέσμευση από τα περιττά. Η ταπείνωσή της ήταν τόσο βαθιά, που την έκανε να κρύβει τα χαρίσματά της πίσω από μια προσποιητή «τρέλα».

Παρά την αυστηρή της άσκηση, η καρδιά της ήταν μια ανοιχτή αγκαλιά. Δεχόταν τους πάντες, μοίραζε τις ελεημοσύνες που της έδιναν στους φτωχούς και παρηγορούσε κάθε πονεμένο που έφτανε στο Μοναστήρι της Παναγίας.

Η Οσία παρέδωσε το πνεύμά της στις 6 Μαΐου 1974. Παρά την εξαντλητική της άσκηση και τις κακουχίες που πέρασε (ζούσε για δεκαετίες δίπλα στο τζάκι της μονής, μέσα στις στάχτες, φορώντας μόνο λεπτά κουρέλια ακόμα και στους βαρείς χειμώνες της Καστοριάς), έζησε μέχρι την ηλικία των 91 ετών.

Η κοίμησή της ήταν οσία και ειρηνική, αντάξια της πνευματικής της κατάστασης. Είχε προαισθανθεί το τέλος της. Λίγο καιρό πριν, προετοίμαζε τους γύρω της, λέγοντας με τον δικό της απλό τρόπο ότι ήρθε η ώρα να φύγει.

Λίγο πριν ξεψυχήσει, ζήτησε να μεταλάβει των Αχράντων Μυστηρίων. Η παράδοση αναφέρει πως, παρά την ηλικία και την εξάντληση, το πρόσωπό της εξέπεμπε μια αλλιώτικη γαλήνη.

Tuesday, May 5, 2026

Ο Θεός θέλει να σωθούν όλοι, και εμείς πρέπει να σκεφτόμαστε τη σωτηρία όλων και να προσευχόμαστε για όλους.


 Δυο μοναχοί συνομιλούσαν για τη σωτηρία.

Ο ένας έλεγε:

– Η ψυχή μου δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τη σκέψη ότι κάποιος θα χαθεί αιώνια. Νομίζω πως ο Κύριος θα βρει τρόπο να τους σώσει όλους.

Ο άλλος απάντησε:

– Οι άγιοι Πατέρες λένε ότι ο Θεός μπορούσε να δημιουργήσει τον άνθρωπο χωρίς τη συνέργειά του, αλλά να τον σώσει χωρίς τη συμφωνία και τη συνέργεια του ιδίου του ανθρώπου είναι αδύνατο.

Η σωτηρία και η απώλεια βρίσκονται στην ελευθερία του ανθρώπου.

Ο πρώτος:

– Νομίζω ότι ο Θεός με το πλήθος της αγάπης Του θα υπερβεί την αντίσταση του κτίσματος, χωρίς να καταλύσει την ελευθερία του.

Ο δεύτερος:

– Μου φαίνεται πως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ελευθερία του ανθρώπου είναι δυνητικά τόσο μεγάλη, που και στο επίπεδο του αιώνιου Είναι, μπορεί να προσδιοριστεί αρνητικά απέναντι στον Θεό. Όσοι δεν το γνωρίζουν αυτό ή το λησμονούν, τρέφονται με «ωριγενικό γάλα».

– Αλλά πραγματικά, αυτό είναι μωρία!

– Ναι, μωρία.

– Τι να κάνουμε, λοιπόν;

– Ο Θεός θέλει να σωθούν όλοι, και εμείς πρέπει να σκεφτόμαστε τη σωτηρία όλων και να προσευχόμαστε για όλους. Αλλά ούτε η αποκάλυψη ούτε η πείρα μας μάς δίνουν βάση να ισχυριστούμε ότι όλοι θα σωθούν.

Η ελευθερία είναι μεγάλο δώρο, αλλά φρικτό.

ΠΗΓΗ

Saturday, May 2, 2026

"Η αγράμματη γιαγιά και το Ευαγγέλιο.."

 


Κάποια αγράμματη αλλά ευσεβής γιαγιά, πήγε μια μέρα στην Εκκλησία και άκουσε τον ιεροκήρυκα να λέει:

Αυτός που δεν διαβάζει την Αγία Γραφή, δεν θα σωθεί!

Η γιαγιά μόλις άκουσε το λόγο αυτόν χλώμιασε, απογοητεύτηκε και γυρίζοντας σπίτι, λέει στην κόρη της:

Παιδί μου θα κολαστώ, διότι δεν διαβάζω την Αγία Γραφή!

Η κόρη της προσπάθησε να την καθησυχάσει, αλλά ματαίως.

Μια μέρα, αποφάσισε η γιαγιά να πάει σε έναν φωτισμένο γέροντα, για να την βοηθήσει.

Η γιαγιά μόλις τον είδε, του λέει:

Πάτερ μου, δεν θα σωθώ, διότι δεν διαβάζω την Αγία Γραφή, διότι είμαι αγράμματη!

Ο γέροντας όμως την καθησύχασε και της είπε:

Και πώς σώθηκαν τόσοι και τόσοι αγράμματοι άνθρωποι γιαγιά; Μάλιστα έχουμε και Αγίους, που ήταν τελείως αγράμματοι! Αυτοί πως σώθηκαν; Τα γράμματα δεν σώζουν, αλλά ούτε και η αμορφωσιά κολάζει.

Λοιπόν γιαγιά, θα κάνεις το εξής: Θα παίρνεις το Ευαγγέλιο, θα το ανοίγεις στην πρώτη σελίδα, θα βάζεις την παλάμη σου πάνω στο Ευαγγέλιο και μετά θα πηγαίνεις στο εικονοστάσι και θα λες την εξής προσευχή: ''Χριστέ μου, αυτά που γράφεις στο Ευαγγέλιο, βάλτα μέσα στην καρδιά μου!''.

Την άλλη μέρα θα βάζεις την παλάμη σου στην δεύτερη σελίδα κ.ο.κ.

Η γιαγιά εφάρμοσε κατά γράμμα τα λόγια του γέροντα για αρκετούς μήνες. Μια μέρα στο σπίτι παίζανε τα εγγονάκια της και άρχισαν να μιλάνε άσχημα και να κατακρίνουν.

Η γιαγιά το άκουσε και τα παρατήρησε, λέγοντάς τα:

Παιδιά μου, μην κρίνετε για να μην κριθείτε!

Κόκκαλο η κόρη της!

Μάνα, αυτό που είπες, από που το άκουσες και το είπες; Αυτό το λέει το Ευαγγέλιο, εσύ δεν ξέρεις γράμματα, ποιός σου το είπε;

Παιδί μου, δεν το άκουσα από κάπου, αλλά βγήκε μέσα από την καρδιά μου!

Από την στιγμή εκείνη, άρχισε η γιαγιά να αναπαράγει λόγια του Ευαγγελίου, χωρίς να το καταλαβαίνει! Η γιαγιά επειδή έκανε υπακοή στον γέροντα με πίστη και απλότητα, άρχισε ο Χριστός να εμφυτεύει τα λόγια του Ευαγγελίου στην καρδιά της.

Αυτό που θα μας σώσει είναι η πίστη στον Χριστό και όχι η μόρφωσή μας.

Εξάλλου ο Χριστός, επέλεξε αγράμματους ανθρώπους για Μαθητές Του, για να δείξει, ότι μπορεί να σε κάνει πάνσοφο, ακόμα και αν είσαι αγράμματος, αρκεί να έχει κανείς πίστη και ταπείνωση..

Γέροντας Εφραίμ της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα

Friday, May 1, 2026

Where were the Angels when Christ was crucified?


At the time Christ was being scourged…

at the time He was being lifted up on the Cross…

at the time He was dying for man…

a question stands silently:

Where were the angels?

Were they absent?

Or were they unable to intervene?

The answer from the Holy Scriptures and the Fathers is shocking.

Christ had said that if He wanted, He would call upon “twelve legions of angels.”

That is, the entire heaven would descend in an instant.

So the angels were not absent.

They were there.

But… they did not move.

They stood.

They watched.

They were silent.

They did not do it out of weakness.

But out of obedience to the will of God.

The angels saw their Creator being humiliated… insulted… crucified by His own creatures.

And they did not intervene.

Because at that time a battle of power was not being played out… but the greatest Mystery of love was being revealed.

If the angels came down, the Cross would stop.

And if the Cross stopped… man would not be saved.

That is why heaven fell silent.

But creation spoke: the sun darkened, the earth shook, the curtain was torn.

And the angels?

They stood in awe.

In pain.

In holy silence.

And they waited…

Until the moment when the silence became a cry of victory: “He is not here… He is risen!”

My brothers, Christ did not come down from the Cross because He wanted to take us to Heaven.

And the angels did not save Him from the pain…

because at that time we were being saved.

And if at that time the angels were silent…

it was because Love spoke.

The angels did not hold Him on the Cross…

His love for you held Him.

Every nail and an “I love you”.

Every drop of blood and a salvation.

And when He said “It is finished”, it was not His end… it was the beginning of your own life.

So do not just ask where the angels were…

Ask yourself:

You… where are you in the face of such love?

Thursday, April 30, 2026

Σφοδροί λογισμοί και σαρκικοί πειρασμοί...

 


Του Αγίου Ισαάκ του Σύρου

Γνώριζε ότι σφοδροί λογισμοί και σαρκικοί πειρασμοί θα σε πολεμούν, για να μολύνουν το σώμα σου και την ψυχή σου.

Για να νικήσεις το πάθος αυτό πρέπει ν’ αποφεύγεις συστηματικά τις κοσμικές συναναστροφές. Μη ξεχνάς ότι η φύση μας έχει μέσα της την ορμή για τεκνογονία, που φουντώνει από την απρόσεκτη συμπεριφορά μας με τις γυναίκες.

Άλλη ζημιά προκαλούν στην ψυχή οι πειρασμοί που έρχονται από πράγματα που βρίσκονται μακριά μας, και άλλη, πολύ σοβαρότερη βλάβη, προξενούν στην ψυχή μας οι λογισμοί που μας έρχονται όταν ο πειρασμός είναι κοντά μας. Όταν η φωτιά είναι μακριά δε μας βλάπτει πολύ, όταν όμως είναι κοντά, τότε η ζημιά είναι σίγουρη.

Όπως το λάδι τρέφει το φως του λυχναριού, έτσι και οι σαρκικές επιθυμίες τρέφουν τα πάθη. Για να κρατήσουμε το σώμα μας καθαρό από τους σαρκικούς μολυσμούς, πρέπει να προσέχουμε πολύ τα ερεθίσματα. Γιατί δε βλάπτει η ροπή για την τεκνογονία, που έβαλε ο Θεός στον άνθρωπο, αλλά η εκτροπή. Τη ροπή όμως αυτή ο άνθρωπος πρέπει να τη δαμάζει και να την οδηγεί στο καλό. Γιατί αν αφήσει τον εαυτό του χωρίς χαλινάρι, τότε θα καταντήσει χειρότερος κι από τα άλογα ζώα. Ο Θεός τα έκανε όλα «καλά λίαν», αλλά ο άνθρωπος ξέφυγε από το σωστό δρόμο και άφησε το σώμα του ελεύθερο να ικανοποιείται όπως εκείνο θέλει, και όχι όπως προστάζει το θέλημα του Θεού.

 Οι φυσικές κινήσεις του σώματος δεν πρέπει να μας βγάζουν από το σωστό δρόμο ούτε να μας εμποδίζουν στη σωφροσύνη. Τα ποτά, τα πολλά φαγητά και η απρόσεκτη συναναστροφή με γυναίκες ανάβουν τη φλόγα των κακών επιθυμιών και το σώμα αγριεύει, χάνοντας τη φυσική του ημερότητα και απλότητα.

Πολλές φορές νομίζουμε ότι με την άσκηση και την προσευχή έχουμε φτάσει σε υψηλά μέτρα αρετής. Τότε ακριβώς επιτρέπει ο Θεός τους σαρκικούς πειρασμούς για να ταπεινωθούμε. Χρειάζεται βία, γιατί η σάρκα δεν υποτάσσεται εύκολα. Ο αγώνας είναι δύσκολος, αλλά με τη βοήθεια του Κυρίου θα νικήσουμε. Ο κόπος και ο αγώνας μας, ο σκληρός και δύσκολος, θα αμειφθεί από τον Θεό. Οι θλίψεις και οι στεναχώριες θανατώνουν τα σαρκικά πάθη.

Το σώμα μας, όπως και η ψυχή μας, δεν είναι αμαρτωλά, αλλά οι κακές επιθυμίες και οι σαρκικοί μολυσμοί τα μολύνουν. Η άσκηση, η ταλαιπωρία του σώματος και η προσευχή βοηθούν στην πνευματική ανύψωση.

Όταν περιφρονούμε τις θλίψεις και τις στεναχώριες, που επιτρέπει ο Θεός για την τελειοποίησή μας, είναι σαν να περιφρονούμε τις εντολές του Θεού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αρετή ανθίζει μέσα μας σαν λουλούδι μόνο με τις θλίψεις και τους σωματικούς κόπους. Όσο περισσότερο αγαπάμε την ανάπαυση, τόσο περισσότερο δίνουμε τόπο στα πάθη. Γιατί, όταν ταλαιπωρείται το σώμα με κόπους και με θλίψεις, οι πονηροί λογισμοί υποχωρούν. Όταν ο άνθρωπος θυμάται τις αμαρτίες του και μετανοεί γι’ αυτές, τότε ο Θεός προνοεί γι’ αυτόν και του αυξάνει την αρετή. Όσο περισσότερο κανείς βιάζει τον εαυτό του, τόσο περισσότερο ο Θεός τον ευλογεί, χαρίζοντας σ’ αυτόν τη χαρά της αρετής. Κάθε χαρά, που δεν προέρχεται από την αρετή, τροφοδοτεί τα πάθη της σάρκας.

«Πολλές φορές το σώμα μας, φοβούμενο τους πειρασμούς, γίνεται φίλος της αμαρτίας».

Αυτά τα λόγια είπε ένας από τους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας. Αυτός λοιπόν που επιθυμεί να κατοικήσει μέσα του ο Κύριος, πρέπει να βιάζει το σώμα του, να εργάζεται τις εντολές του Θεού και να φυλάει την ψυχή του από τα έργα της σάρκας. Το Πνεύμα το Άγιο δεν κατοικεί στο σώμα που αναπαύεται στις σαρκικές επιθυμίες. Όταν το σώμα εξασθενήσει με τη νηστεία και την προσευχή, τότε δυναμώνεται η ψυχή. Συνηθίζει δε το σώμα να παρακαλεί την ψυχή για ανάπαυση, γιατί η ανάπαυση είναι η τροφή του. Όταν δεν τροφοδοτείται το σώμα με τη χαυνότητα και την πολλή ανάπαυση, τότε υποχωρεί και νικιέται.

Γι’ αυτό έρχεται και παρακαλεί:«Άφησέ με λίγο να ξεκουρασθώ και να συνέλθω».

Και αυτό το κάνει μέχρις ότου αναλάβει τις δυνάμεις του. Ύστερα επιτίθεται στην ψυχή με μεγαλύτερη σφοδρότητα. Τις ύπουλες λοιπόν παρακλήσεις του σώματος δε θα τις υπολογίσουμε. Εμείς θα πολιτευθούμε όπως θέλει ο Θεός. Και μέσα στον κόσμο μπορεί ν’ αποκτήσει κανείς την αρετή, αρκεί ν’ αγωνίζεται εναντίον των εφάμαρτων απαιτήσεων του σώματος.

Όταν το σώμα αποκάμει από τους πειρασμούς και ζητεί ν’ απαλλαγεί, εσύ να του πεις: «Εσύ την ακαθαρσία και την αισχρή ζωή επιθυμείς». Αν όμως σου αντιτάξει ότι είναι μεγάλη αμαρτία να φονεύει κανείς το σώμα του, εσύ θα το αντικρούσεις με το επιχείρημα ότι δε φονεύω εσένα (το σώμα), αλλά τις κακές και πονηρές επιθυμίες που φωλιάζουν μέσα σου.

Θα λες στο σώμα: «Εγώ σκοτώνω την ακάθαρτη ζωή που βδελύσσεται ο Κύριος, κι όχι εσένα που είσαι δώρο του Θεού».

Καλύτερα να πεθάνουμε παρά να χωριστούμε από το Θεό μας, που μας χαρίζει τόσα δώρα, και προπαντός την καθαρότητα της ψυχής και τη σωφροσύνη. Τι να την κάνει κανείς τη ζωή, όταν είναι μακριά από το Θεό; Χίλιες φορές να υπομείνει τις ταλαιπωρίες του σώματος, παρά να υποχωρήσει στις παράνομες και αμαρτωλές επιθυμίες του.

πηγή / churchofagianapa.blogspot.gr