Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2020

Το επάγγελμα δεν κάνει τον άνθρωπο.


 Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Δ’ «Οικογενειακή Ζωή» - 95 -
Εγώ γνώρισα έναν αχθοφόρο που είχε αναστήσει νεκρό. Όταν ήμουν στην Σκήτη των Ιβήρων, με επισκέφθηκε μια μέρα κάποιος που ήταν περίπου πενήντα πέντε χρονών. Είχε έρθει αργά το απόγευμα και δεν χτύπησε, για να μην ενοχλήση τους Πατέρες και κοιμήθηκε έξω.
Όταν τον είδαν οι Πατέρες, τον πήραν μέσα και με ειδοποίησαν. «Καλά, του είπα, γιατί δεν χτύπησες το καμπανάκι, για να σού ανοίξουμε και να σε τακτοποιήσουμε;». «Τί λές, Πάτερ μου, πώς να ενοχλήσω τους Πατέρες;», μου είπε. Βλέπω, το πρόσωπό του είχε μία λάμψη. Κατάλαβα ότι θα ζούσε πολύ πνευματικά. Μου είπε μετά ότι είχε μείνει μικρός ορφανός από πατέρα και γι᾿ αυτό, όταν παντρεύτηκε, αγαπούσε πάρα πολύ τον πεθερό του. Πρώτα περνούσε από το σπίτι των πεθερικών του και μετά πήγαινε στο σπίτι του.
Στενοχωριόταν όμως, γιατί ο πεθερός του έβριζε πολύ.
Πολλές φορές τον είχε παρακαλέσει να μη βρίζη, αλλά εκείνος γινόταν χειρότερος. Κάποτε αρρώστησε βαριά ο πεθερός του. Τον πήγαν στο νοσοκομείο και μετά από λίγες μέρες πέθανε. Εκείνος δεν ήταν κοντά του την ώρα που ξεψύχησε, γιατί έπρεπε να ξεφορτώση ένα πλοίο. Όταν πήγε στο νοσοκομείο και τον βρήκε στο νεκροστάσιο, προσευχήθηκε με πολύ πόνο: «Θεέ μου, Σε παρακαλώ, είπε, ανάστησέ τον, για να μετανοήση, και μετά πάρ᾿ τον». Αμέσως ο νεκρός άνοιξε τα μάτια του και άρχισε να κουνάη τα χέρια του. Το προσωπικό, μόλις τον είδαν, εξαφανίσθηκαν. Τον τακτοποίησε και τον πήγε στο σπίτι του εντελώς καλά.
Έζησε πέντε χρόνια με μετάνοια και μετά πέθανε. «Πάτερ μου, μου είπε, ευχαριστώ πολύ τον Θεό, που μου έκανε αυτήν την χάρη. Ποιός είμαι εγώ, για να μου κάνη ο Θεός τέτοια χάρη;». Είχε απλότητα και τέτοια ταπείνωση, που ούτε καν του περνούσε από το μυαλό ότι ανέστησε νεκρό. Είχε διαλυθή από ευγνωμοσύνη προς τον Θεό γι᾿ αυτό που του έκανε.
Πολλοί άνθρωποι βασανίζονται, γιατί δεν κατορθώνουν να δοξασθούν με μάταιες δόξες ή να πλουτίσουν με μάταια πράγματα.
Δεν σκέφτονται ότι αυτά στην άλλη, την αληθινή, ζωή ούτε χρειάζονται, αλλά ούτε και μεταφέρονται. Εκεί μόνον τα έργα μας θα μεταφέρουμε, τα οποία θα μας βγάλουν από εδώ και το ανάλογο διαβατήριο για το μεγάλο και αιώνιο ταξίδι μας.

Γνώσις και βίωμα της Ορθοδόξου Πίστεως


Από μικρός ζούσε στο βουνό ένας βοσκός.
Ένα πρωί χτυπούσαν οι καμπάνες κάτω από το χωριό. Κατεβαίνει κι εκείνος.
Τρέχει για να προλάβη. Μπαίνει στην Εκκλησία και βλέπει όλους να φορούν σαμάρια.
Ντράπηκε που δεν φορούσε κι εκείνος.
Πηγαίνει στον σαμαρτζή, αγοράζει το σαμάρι του, το φοράει και γυρίζει ξανά στην Εκκλησία.
Βλέπει, κάποια στιγμή, έναν χριστιανό και έσπερνε σπόρο, έναν άλλο που ζευγάριζε και τον παπά να τρώη ψάρι την ώρα που σήκωνε τα Άγια.
Καθένας έκανε και τη δουλειά του.
Βγάζει κι αυτός το γαβάλ του-τη φλογέρα του- κι άρχισε να παίζη.
Τον πήραν για τρελό.
Με σαμάρι στην Εκκλησία και να παίζη και φλογέρα! Τον πλησιάζουν οι χωρικοί και του ζητούν να τους εξηγήση.
Κι εκείνος τους λέει:
-Ήρθα στην Εκκλησία. Σας είδα όλους να φοράτε σαμάρια. Πήγα, έδωσα τόσα λεφτά, για να’ ρθω κι εγώ με σαμάρι, σαν και σας.
Είδα πάλι εκείνον που ζευγάριζε.
Εκείνον που «σέρνισκε».
Τον παπά κι έτρωγε ψάρι. Καθένας έκανε τη δουλειά του. Έβγαλα κι εγώ το γαβάλ μου- τη φλογέρα μου- κι άρχισα να παίζω…
Ρωτούν μετά και τον παπά για τα λόγια του βοσκού. Κι ο παπάς τους είπε:
-Την ώρα που έβγαζα τα Άγια, σκέφθηκα πόσο νόστιμα θα ήσαν, ζεστά – ζεστά, τα φρέσκα ψάρια που αγόρασα. Με πόση όρεξι θα τα έτρωγα.
Ρωτούν εκείνον που έσπερνε.
-Σκέφθηκα, είπε, να πάω να αποτελειώσω ένα κομμάτι που μου είχε μείνει στο χωράφι.
Το ίδιο είπε κι αυτός που ζευγάριζε.
Κατάλαβαν τότε πώς ο βοσκός ήταν άγιος και αυτοί όλοι αμαρτωλοί και τα σαμάρια που είδε ο βοσκός στις ράχες τους, ήσαν οι αμαρτίες τους.
«Γνώσις και βίωμα της Ορθοδόξου Πίστεως»
Του Πρωτοπρεσβύτερου Στεφάνου Κ. Αναγνωστοπούλου.

Η μάνα έμαθε στο παιδί της πως να πιάνει το μαχαίρι και το πηρούνι, πως να καθαρίζει το φρούτο και πως το αβγό. Δεν το έμαθε όμως πως να προσεύχεται. Γιατί άραγε;


Η μάνα έμαθε στο παιδί της πως να πιάνει το μαχαίρι και το πηρούνι, πως να καθαρίζει το φρούτο και πως το αβγό. Δεν το έμαθε όμως πως να προσεύχεται. Γιατί άραγε; Μα σάμπως προσεύχεται εκείνη; Δεν μπορεί να δώσει στο παιδί της, κάτι που η ίδια δεν έχει.
Βέβαια δεν είναι κακό να μάθει η μάνα στο παιδί της πως να τρώει, είναι όμως κακό, να το μάθει να τρώει μόνο σαρκικώς και να μην τρώει πνευματικώς. Διότι έτσι αφήνει το παιδί της απροστάτευτο από τις παγίδες του σατανά, ο οποίος εύκολα θα το βάλει στο χέρι. Κάθε μάνα πρέπει να εξοπλίζει το παιδί της, με το να το μάθει να προσεύχεται.
Λένε μερικοί: ''Το παιδί δεν καταλαβαίνει τις προσευχές''...
Ασφαλώς και δεν καταλαβαίνει το νόημα της προσευχής, εισέρχεται όμως στο κλίμα της ευλαβείας, διότι όταν προσεύχεται σκέφτεται τον Θεό και προσφέρει σε Αυτόν, όχι τη λογική του, αλλά το συναίσθημά του. Μια τέτοια προσευχή που προέρχεται από την αθώα παιδική καρδιά, είναι πολύ πιο ευάρεστη από την προσευχή την δικιά μας των λεγομένων μορφωμένων και σοφών, που ναι μεν καταλαβαίνουμε την προσευχή, αλλά την διαβάζουμε με την ψυχρή λογική, χωρίς τη θέρμη της καρδιάς.
Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυξ