Tuesday, November 23, 2021

Μαρτυρίες γιὰ τὸν Ὅσιο Δανιήλ, τὸν Κατιουνακιώτη ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη

 


Ἀφιέρωμα στὴν μνήμη του 7/20 Σεπτεμβρίου

 

μεγάλος Σκιαθίτης πεζογράφος, Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, ὁ ἄλλος μετὰ τὸν Παπαδιαμάντη ἅγιος τῶν νεοελληνικῶν γραμμάτων, ἦταν τὸ πνευματικὸ τέκνο τοῦ Γέροντος Δανιήλ, ἀπὸ τὸ πρόσωπο καὶ τὶς διδαχὲς τοῦ ὁποίου εἶχε πολὺ ἐντυπωσιασθεῖ, τόσο αὐτὸς ὅσο καὶ ἡ γυναίκα του, ὥστε ἔζησαν μαζὶ στὸν κόσμο ὄχι ἁπλῶς ὡς κοσμοκαλόγεροι, ἀλλὰ ἀξιώθηκαν καὶ οἱ δύο νὰ φορέσουν τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα ὡς μοναχού, Ἀνδρόνικος καὶ Ἀθανασία. Συνέβαλαν μάλιστα καὶ οἱ δύο πολὺ στὴν ἀνάπτυξη τῆς ἐπικοινωνίας καὶ στὴν ἀμοιβαία ἐκτίμηση μεταξὺ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου καὶ τοῦ Γέροντος Δανιήλ. Ἡ σύζυγος μάλιστα τοῦ Μωραϊτίδη ἦταν  στὸν κύκλο τῶν γυναικῶν, οἱ ὁποῖες βρίσκονταν ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Σχολαρχίας του στὴν Ριζάρειο Ἐκκλησιαστικὴ Σχολή. Ὑπάρχουν ἐντυπωσιακὲς μαρτυρίες τοῦ ἴδιου τοῦ Μωραϊτίδη γιὰ τὴν ἐντύπωση ποὺ τοῦ προκάλεσαν ἡ πρώτη του γνωριμία μὲ τὸν Γέροντα, οἱ νυκτερινὲς συζητήσεις στὴν ἁπλωταριὰ τοῦ κελλιοῦ στὰ Κατουνάκια, ἡ γενικὴ ἐκτίμηση καὶ ἀποδοχὴ τοῦ διακριτικοῦ Γέροντος ἀπὸ τοὺς ἁγιορεῖτες. Οἱ μαρτυρίες αὐτὲς προέρχονται ὅλες ἀπὸ τὸ γνωστὸ ἔργο τοῦ Μωραϊτίδη «Μὲ τοῦ βοριὰ τὰ κύματα».

Γράφει γιὰ τὴν πρώτη τους γνωριμία ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊοτίδης:

«Ἐκεῖ, στὰ Κατουνάκια, πρωτοεῖδα τὸν γέρο-Δανιήλ, συστάσεων δὲν εἶχον ἀνάγκην… ὥστε ὁ Γέρων Δανιὴλ μόλις ἤκουσε τὸ ὄνομά μου ἔδειξεν εἰλικρινῆ χαράν, ὡσὰν νὰ ἔβλεπεν ἀρχαῖον τινὰ μαθητήν του, καὶ δὲν ἤξευρε, καθὼς λέγει ὁ λόγος, πῶς νὰ μὲ περιποιηθεῖ οἰκειότερον, ὅσον τὸ δυνατόν. Σμυρναῖος, διαβασμένος, ἀσκητικώτατος, μὲ τὴν ὁσιακήν του ὠχρόλαμπρον αἴγλην τῆς μορφῆς του, μὲ τὴν μιξοπόλιον γενειάδα του, μὲ τὴν ὑπόξανθον κόμην του καὶ τοὺς γλαυκοὺς πως ὀφθαλμούς του, λόγιος καὶ ὁμιλητικώτατος. Κοινοβιάσας κατ’ ἀρχὰς εἰς μεγάλας μονάς, ἀλλὰ ὀλιγοστὰ ἔτη πρὸ τῆς γνωριμίας μας ἀποσυρθεὶς εἰς Κατουνάκια πρὸς μείζονα ἡσυχίαν, ἐν ᾗ ὄντως παράγεται τὸ γλυκύτατον τῆς ἀσκήσεως μέλι, οὗ τὴν ἡδύτητα γνωρίζουσι μόνον ὅσοι τὸ ἐγεύθησαν… Ἐκεῖ κατὰ πρῶτον ἐξετίμησα τὴν χάριν, τὴν διάκρισιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ταπείνωσιν τοῦ Γέροντος Δανιήλ, ὅστις, σημειωθείτω, ἔχει διέλθει ὅλην τὴν σειρὰν τῶν γραμμάτων τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἀλλὰ καὶ τὴν σειρὰν τῶν συγγραμμάτων τῶν λεγομένων Νηπτικῶν, ὧν ἡ ἀνάγνωσις βαθύτερον τὸν ἑλκύει, ἀρεσκόμενον εἰς τὰς ἀλληγορίας καὶ τὰς λοιπὰς καλλονὰς τῶν λόγων τῶν τοιούτων Πατέρων, π.χ. Ἰωάννου τῆς Κλίμακος καὶ Συμεών, τοῦ Νέου  Θεολόγου. Ὁ Γέρων Δανιὴλ ὡς ἀντελήφθην ἀμέσως, μελετηρότατος καὶ ὁμιλητικότατος, διακριτικότατος δὲ εἰς τὸ ἄκρον, ὅπου ἂν ἐκοινοβίασεν ἐν Ἄθωνι ἀπέκτησε ταχέως τὴν ἀγάπην καὶ συμπάθειαν τῶν ἀδελφῶν, οὗ ἡ γνώμη ἐπὶ τῶν πνευματικῶν ζητημάτων βαρύνει πολύ, πάρα πολύ».

Σὲ ἕνα ἄλλο σημεῖο γράφει γιὰ τὴν ἕλξη καὶ ἐπίδραση ποὺ ἀσκοῦσε ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦἉγίου Ὄρους ὁ Ὅσιος Δανιήλ: «Πρωτοστατεῖ δὲ ἐν τῇ ἱστορίᾳ πλέον τῶν Κατουνακίων ὁ Γέρων Δανιήλ, ὁ Σμυρναῖος, κατὰ τὸ ἔτος 1881 ἐγκατασταθεὶς ἐνταῦθα. Οὗτος στολισμένος μὲ τὴν χάριν τοῦ λόγου καὶ μὲ τὴν φυσικήν τινά γλυκύτητα τῆς ὁμιλίας του, φιλομαθὴς καὶ μελετηρός, ὡς εἴπομεν, ἔχων δὲ εἰς ἔπακρον τὸ αἴσθημα τῆς φιλαλληλίας καὶ τρέφων τὸν πόθον νὰ φανῇ ψυχωφελὴς εἰς τὸν πλησίον, ἤρχισε νὰ συγκεντρώνῃ περὶ ἑαυτὸν μέγαν εὐλαβῶν προσκυνητῶν κύκλον… Μολονότι δὲ δὲν ἔχει τὸ ἀξίωμα τοῦ ἱερέως, ὅμως, κοσμεῖται μὲ πλούσιον τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως, ἐπαναπαύων τοὺς ἐξομολογούμενους εἰς αὐτὸν καὶ ζητοῦντας τὴν συμβουλήν του ἐπὶ διαφόρων ζητημάτων. Τὸ ὄνομά του εἶναι γνωστὸν εἰς τε τὴν Σμύρνην καὶ τὰς Ἀθήνας μάλιστα, καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος, ὅπου μακροσκελεῖς ἐπιστολὰς στέλλει πρὸς πάμπολλα πνευματικὰ τέκνα του, ἀκούραστος ἐν τῇ πνευματικῇ ταύτῃ ἐργασίᾳ του, ἡ ὁποία καθιστᾶ αὐτὸν ὄντως ἀξιοθαύμαστον».

Συχνὰ ἀναπολεῖ ὁ Μωραϊτίδης τὸ περιβάλλον τῆς καλύβης τοῦ Γέροντος στὰ Κατουνάκια: «Ἀφοῦ ἐδειπνήσαμε ἐν τῇ πενιχρᾷ τῆς καλύβης τραπέζῃ ἀπολαυστικώτατα, διότι ἡ Κυρία Θεοτόκος εὐλόγησε τὰ παρατεθέντα λιτὰ βρώματα καὶ ἔγιναν γλυκύτατα, ἐξήλθομεν καὶ ἐκαθήσαμεν εἰς τὸ ὕπαιθρον ἔξω ἐπὶ πέτρινων ἀναπαυστικῶν καθισμάτων, ἔμπροσθεν τῆς μικρᾶς αἰθούσης τῆς φιλοξενίας, νὰ λάβωμεν τὰ ἐπιδόρπια, ἅτινα ἦσαν λόγοι ἀποστάζοντες οὐράνιον γλυκασμόν, τοῦ Γέροντος Δανιὴλ λόγοι. Ἐκεῖ διήλθομεν μακρὰς ὥρας συνομιλοῦντες, ἔχοντες κατενώπιον ἡμῶν τὸν λαμπυρίζοντα πόντον… ἕνα θέαμα μαγευτικώτατον, μίαν σκηνὴν ἀπὸ τὰς πλέον θαυμαστὰς τῆς Δημιουργίας…».

Ἐπαναλαμβάνοντας δὲ καὶ συμπληρώνοντας καταλλήλως τοὺς λόγους τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, τοῦ Θεολόγου, ὁ ὁποῖος ἀναπολοῦσε ἐπίσης τὶς γλυκεῖες κατανυκτικὲς στιγμὲς ποὺ ἔζησε στὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Πόντου μαζὶ μὲ τὸν Μ. Βασίλειο καὶ τοὺς ἄλλους ἀδελφούς, γράφει ὁ Μωραϊτίδης γιὰ τὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Γέροντος Δανιὴλ στὰ Κατουνάκια: «Ποιός ἠμπορεῖ νὰ μὲ ἐπαναφέρῃ εἰς τὸν μήνα τῶν παρελθουσῶν ἐκείνων ἡμερῶν; Ποιός πλέον νὰ μοῦ δώσῃ τὰς ψαλμωδίας ἐκείνας καὶ τὰς ἀγρυπνίας καὶ τὰς πρὸς Θεὸν ἐκδημίας διὰ μέσου τῆς προσευχῆς καὶ τὴν ἄϋλον τρόπον τινά ζωήν, ὅπου ἐπερνούσαμεν τότε εἰς τὰ Κατουνάκια; Ποιός νὰ παραστήσῃ τὴν φιλοπονίαν μας διὰ τὴν ἐξήγησιν τῶν θείων λόγων κατὰ τὰς ἀναγνώσεις ὁποὺ ἐκάμνομεν, ἰδίως τὸν Συμεών, τὸν Νέον Θεολόγον; Ποιός νὰ παραστήσῃ τὰς καθημερινὰς ἐργασίας μας καὶ τὰ ἐργόχειρά μας; Ποιός δὲν ἐνθυμεῖται τὴν δροσερὰν ἐκείνην ἁπλωταριάν, ὅπου ἐκάθητο τὴν νύκτα οὐχὶ πολυκτήμων καὶ πολύχρυσος πυργοδεσπότης, ἀλλὰ μοναχὸς κατακουρασμένος; … Ἐγὼ δὲν ἐλπίζω νὰ σᾶς ξαναΐδω πλέον, ὦ ἐρημικά, ὦ ἐράσμια, ὦ παμπόθητα, ὦ πανέρημα Κατουνάκια!…».

Οἱ συζητήσεις αὐτὲς τοῦ Γέροντος Δανιὴλ δὲν ἔμοιαζαν καθόλου μὲ τὶς φλύαρες καὶ ἄσκοπες ἀργολογίες γιὰ ἀσήμαντα καὶ ἐπουσιώδη θέματα, ποὺ σπαταλοῦν τὸν πολύτιμο γιὰ τὴν σωτηρία χρόνο καὶ συνήθως συνδυάζονται μὲ κατακρίσεις προσώπων καὶ ἐγωπαθεῖς ἀναφορές. Ἀπέβλεπαν στὴν πνευματικὴ ὠφέλεια τῶν συζητούντων, στὴν τόνωση τῆς διαθέσεως γιὰ μετάνοια, ταπείνωση καὶ ἐπιστροφή. Εἶναι συγκλονιστικὴ ἡ τελευταία σχετικὴ μαρτυρία τοῦ Μωραϊτίδη: «Ὅταν βγῆκα στὰ Καρούλια – Κατουνάκια, ἐνόμισα ὅτι ἔφθασα εἰς τὸν Θεόν. Ἀλλ’ ὅταν συνομίλησα μετὰ τοῦ Γέροντος Δανιὴλ εἶπον: »Τώρα εἶδον πόσον μακρὰν εἶμαι ἀπὸ τὸν Θεόν»».

Ὁ Ὅσιος Δανιὴλ μὲ τὸ προρατικό του χάρισμα εἶχε πεῖ στὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη, ποὺ εἶχε τὸν πόθο νὰ γένει μοναχός, ὅτι μετὰ ἀπὸ 40 ἡμέρες ἀπὸ τὴν κουρά του θὰ παραδώσει τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο. Ἡ πρόβλεψη αὐτὴ ἐπαληθεύθηκε, ἀφοῦ ἡ κουρά του ἔγινε στὶς 16 Σεπτεμβρίου καὶ ἡ κοίμησή του στὶς 25 Ὀκτωβρίου τοῦ 1929.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

Friday, September 3, 2021

Η ΑΜΕΤΑΝΟΗΣΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΏΠΩΝ

 


Θέλων ὁ Θεὸς νὰ κάμη κατακλυσμὸν νὰ χαλάση τὸν κόσμον, ἐπρόσταξε τὸν Νῶε νὰ κάμη ἕνα καράβι ἐπάνω εἰς τὴν γῆς, διὰ νὰ τὸν ἐρωτοῦν οἱ ἄνθρωποι, διατὶ τὸ κάμνεις; Νὰ τοὺς λέγη ὅτι ὁ Θεὸς θὰ χαλάση τὸν κόσμον, καὶ αὐτοὶ θὰ τὸν περιγελοῦν, ἀλλὰ νὰ μὴν τὸν μέλη. Ἤρχισεν ὁ Νῶε τὸ καράβι. Τὸν ἐρωτοῦσαν οἱ ἄνθρωποι: Διατὶ κάμνεις τὸ καράβι; Ὁ Νῶε τοὺς ἔλεγε: Διότι ὁ Θεὸς θὰ χαλάση τὸν κόσμον. Ἐκεῖνοι τοῦ ἔλεγον ὅτι εἶνε τρελλός. Τί ἔπαθεν ὁ Θεὸς νὰ χαλάση τὸν κόσμον; Νῶε ἐτήραγε τὴν δουλειά του, καὶ εἰς 100 χρόνους ἐτελείωσε τὸ καράβι. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ὀκτὼ ἄνθρωποι εὑρέθησαν καλοί· Ὁ Νῶε, ἡ γυναίκα του, τὰ τρία του τέκνα καὶ αἱ τρεῖς του νυφάδες. Θέλων ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ αὐτοὺς τοὺς ὀκτώ.

Οἱ ἄνθρωποι ἔξω ἔτρωγον, ἔπινον, ἔκαμνον πραγματείας καὶ ἄλλα διαβολικὰ ἔργα. Τότε ἤνοιξεν ὁ Θεὸς τοὺς καταρράκτας τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἔπιπτεν ἡ βροχὴ ὡς ποταμὸς εἰς τὴν γῆν. Ἐφώναζον οἱ ἄνθρωποι: Νῶε, ἄνοιξόν μας νὰ ἔμβωμεν εἰς τὸ καράαβι. Ὁ Νῶε τοὺς ἔλεγε: Ποῦ εἶσθε ἐδῶ καὶ ἑκατὸ χρόνους ὁποὺ σᾶς ἔλεγον ὅτι ὁ Θεὸς θὰ χαλάση τὸν κόσμον; Τώρα τί νὰ σᾶς κάμω; Ἐν τῷ ᾅδῃ οὐκ ἔστι μετάνοιαν! Καὶ τότε ἐπλημμύρισεν ἡ γῆ, καὶ τὸ νερὸ ἐσκέπασεν ὅλα τὰ ὄρη, καὶ ἐπνίγησαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἐκτὸς τοῦ Νῶε καὶ τῆς οἰκογενείας του. Καὶ πάλιν ἀπὸ αὐτοὺς ἐγέμισεν ὅλος ὁ τόπος, καθὼς λέγει ὁ Χριστὸς εἰς τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον. «Ὥσπερ αἱ ἡμέραι τοῦ Νῶε, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου», ἤγουν: Καθὼς εἰς τὸν καιρὸν τοῦ Νῶε οἱ ἄνθρωποι δὲν ἐπίστευον, ἀλλὰ τὸν περιγέλων, ἕως ὅτου ἦλθεν ἔξαφνα ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ, ὁ κατακλυσμός, καὶ ἔπνιξεν ὅλον τὸν κόσμον, ὁμοίως καὶ τώρα, χριστιανοί μου, εἰς τὴν Δευτέραν Παρουσίαν τοῦ Κυρίου, δὲν θὰ πιστεύωσιν οἱ ἄνθρωποι καθὼς καὶ τότε. Τὰ λόγια ὅπου σᾶς λέγω δὲν εἶνε ἰδικά μου, ἀλλὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· καὶ ὅστις θέλει ἂς πιστεύση.

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ ΑΙΤΩΛΟΣ

Thursday, September 2, 2021

Η παραβολή του πονηρού δούλου. Αποσπάσματα από την Ομιλία Του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως


 «Ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω βασιλεί, όστις ηθέλησε συνάραι λόγον μετά των δούλων αυτού». Αναλογίσου όσα έχεις πράξει σε όλη σου την ζωή· και όταν ακούσης ότι λογαριάζεται με τους δούλους του, να σκεφθείς ότι εννοεί και βασιλείς, και στρατηγούς, και επάρχους, και πλουσίους και πτωχούς, και δούλους και ελευθέρους:

Αναλογίσου όλα τα αμαρτήματα που έχεις κάμει. Και αν μάλιστα εσύ λησμονήσεις όσα επλημέλησες, ο Θεός δε θα τα λησμονήσει ποτέ, αλλά θα τα στήση όλα ενώπιον των οφθαλμών μας, εάν δεν προλάβομε να τα εξαλείψομε τώρα με μετάνοια και εξομολόγηση και με το να μη μνησικακούμε ποτέ προς τους συνανθρώπους μας.  Όχι επειδή ο ίδιος αγνοεί (πώς θα αγνοούσε αυτός που γνωρίζει τα πάντα πριν γίνουν;), αλλά για να πείσει εσέ τον δούλο του ότι δικαίως οφείλεις αυτό που οφείλεις. Ή καλλίτερα όχι μόνον για να μάθεις, αλλά και για να καθαριστείς τελείως· «Αρξαμένου δε αυτού συναίρειν, προσηνέχθη αυτω εις οφειλέτης μυρίων ταλάντων» [Η ανωτάτη νομισματική μονάς. Ένα τάλαντο στην Ελλάδα του 4ου π.Χ. αιώνος ισοδυναμούσε με 42,5 κιλά χρυσού]. Αραγε πόσα του είχε εμπιστευθεί, αφού κατέφαγε τόσα πολλά; Μεγάλος ο όγκος του χρέους.

«Μη έχοντος δε αυτού αποδούναι». Οταν λέγει ότι δεν ημπορούσε να τα επιστρέψει, δεν εννοεί τίποτε άλλο παρά ότι ήταν στερημένος κατορθωμάτων και δεν είχε κανένα έργον αγαθόν, για να λογαριασθεί στην απαλλαγή των αμαρτημάτων του. Διότι λογαριάζονται, οπωσδήποτε τα κατορθώματα για την απαλλαγή των αμαρτημάτων μας, όπως και η πίστη, και οι θλίψεις μας λογαριάζονται για την εξάλειψη των αμαρτημάτων. Και εάν ο πειρασμός και η νόσος και η ασθένεια και ο αφανισμός του σώματος, τα οποία υπομένουμε ακουσίως, χωρίς να τα δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι, μας λογαριάζονται στην εξάλειψη της αμαρτίας, πολύ περισσότερο τα κατορθώματα, τα οποία πραγματοποιούμε εκουσίως και με την ιδική μας προσπάθεια.

Αυτός όμως και στερημένος από κάθε αγαθόν ήταν, και αφόρητο φορτίο αμαρτημάτων είχε…

«Πεσών ουν», λέγει, «παρά τους πόδας αυτού, παρεκάλει αυτόν λέγων· μακροθύμησον επ εμοί, και πάντα σοι αποδώσω». Ας ακούσομε όσοι ραθυμούμε στην προσευχή, πόση είναι η δύναμη των παρακλήσεων. Αυτός δεν επέδειξε νηστεία, ούτε ακτημοσύνη, ούτε τίποτε παρόμοιο, αλλά αν και ήταν έρημος και γυμνός από κάθε αρετή, επειδή μόνο παρεκάλεσε τον Κύριο, κατόρθωσε να το παρακινήσει σε ευσπλαχνία.

Μην απελπιζόμεθα λοιπόν για τις αμαρτίες μας, ούτε να απογοητευόμεθα, αλλά ας προσερχώμεθα στο Θεό, ας γονατίζομε ενώπιόν του, ας παρακαλούμε, καθώς έκαμε και αυτός, αφού μέχρι το σημείο αυτό έδειξε τη καλή του διάθεση. Και το ότι δεν έχασε το θάρρος του, και το ότι δεν απελπίσθηκε, και το ότι ομολόγησε τις αμαρτίες του, και το ότι ζήτησε κάποια αναβολή και παράταση, όλα αυτά είναι καλά και φανερώνουν συντριβή διανοίας και ψυχή ταπεινωμένη.

«Σπλαγχνισθείς ο Κύριος αυτού», λέγει, «απέλυσεν αυτόν, καί τό δάνειον αφήκεν αυτώ». Εκείνος εζήτησε αναβολήν, αυτός έδωσε συγχώρησι δηλαδή έλαβε περισσότερον από αυτό πού εζήτησε. Διότι ούτε να φανταστείς δεν ημπορείς τόσα πολλά, όσα εκείνος είναι έτοιμος να σου δώσει.

Ας μη δειλιάζομε λοιπόν, ούτε να διστάζομε στις προσευχές. Επειδή, και αν ακόμη πέσομε σ’ αυτό το ίδιο το βάραθρο της κακίας, έχει τη δυνατότητα γρήγορα να μας ανασύρει από εκεί. Και έχει τόσο μεγάλες δυνατότητες η προσευχή, θα ειπεί κάποιος, ώστε να απαλλάξει από την ποινή και την τιμωρία αυτόν που με έργα και με μύριους τρόπους ήλθε σε σύγκρουση με τον Κύριο; Ναι, άνθρωπε, τόσο μεγάλες δυνατότητες έχει. Διότι δεν κατορθώνει αυτή μόνη της τα πάντα, αλλ’ έχει σύμμαχο και πολύ μεγάλο βοηθό την φιλανθρωπία του δεχομένου την προσευχή Θεού, η οποία και τα κατόρθωσε όλα στην περίπτωσιν αυτήν, και κατέστησε ισχυρά την προσευχή. Αυτό λοιπόν υπονοούσε όταν έλεγε «σπλαγχνισθείς ο Κύριος αυτού απέλυσεν αυτόν, και το δάνειον αφήκεν αυτώ», για να μάθεις ότι μαζί με την προσευχή και πριν από την προσευχή όλα τα έκαμνε η φιλανθρωπία του Κυρίου.

«Εξελθών δε εκείνος εύρε ένα των συνδούλων αυτού, ος όφειλε αυτώ εκατόν δηνάρια· και κρατήσας αυτόν έπνιγε λέγων· απόδος μοι, ει τι οφείλεις».

Βλέπεις πόσον μεγάλο αγαθόν είναι το να ενθυμείτε κανείς τις αμαρτίες του; Διότι και αυτός, εάν τις είχε διαρκώς στη μνήμη του, δεν θα γινόταν τόσον σκληρός και απάνθρωπος. Αυτό το πράγμα όμως εκείνος δεν το έκαμε, αλλά ξεχνώντας το μέγεθος των οφειλών του λησμόνησε και την ευεργεσία. Και αφού λησμόνησε την ευεργεσία, έγινε κακός με τον σύνδουλό του και με την κακία που έδειξε σ’ εκείνον έχασε όλα όσα κέρδισε από την φιλανθρωπία του Θεού …

Βλέποντας όμως οι σύνδουλοί του, λέγει, αγανάκτησαν· και τον καταδικάζουν πριν από τον Κύριο. Όταν ο Κύριός του τα άκουσε αυτά τον κάλεσε και λογαριάζεται πάλι μαζί του. Και τί λέγει «Δούλε πονηρέ, πάσαν οφειλήν εκείνην αφήκα σοι». Ποίος θα ημπορούσε να δείξει μεγαλύτερη καλοσύνη από αυτήν του Κυρίου; Όταν του όφειλε τα μύρια τάλαντα, ούτε καν με λόγο τον ελύπησε, ούτε πονηρόν τον απεκάλεσε, αλλά μόνον διέταξε να πωληθή· και αυτό, για να τον απαλλάξει από τα χρέη. Όταν όμως έγινε κακός στον σύνδουλό του, τότε οργίζεται και θυμώνει· για να μάθεις ότι ευκολότερα συγχωρεί τα αμαρτήματα που έγιναν σ’ αυτόν παρά αυτά που έγιναν στους συνανθρώπους μας. Και δεν το κάνει μόνον εδώ αυτό αλλά και σε άλλη περίπτωση. «Εάν γαρ προσφέρεις το δώρο σου», λέγει, «επί το θυσιαστήριο, κακεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, ύπαγε, πρώτον διαλλάγηθι τω αδελφώ σου, και τότε ελθών πρόσφερε το δώρον σου» (Ματθ. ε΄ 23-24). Βλέπεις πως προτιμά παντού τα ιδικά μας από τα ιδικά του και δεν θεωρεί τίποτε ανώτερο από την ειρήνη και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο; και αλλού πάλιν· «ο απολύων την γυναίκα αυτού παρεκτός λόγου πορνείας, ποιεί αυτήν μοιχευθήναι» (Ματθ. ε΄ 32). Και με τον Παύλο νομοθέτησε έτσι· «ει τις ανήρ γυναίκα έχει άπιστον, και αυτή συνευδοκει οικείν μετ’ αυτού, μη αφιέτω αυτήν» (Α΄ Κορ. ζ΄ 12). Εάν πορνεύσει, λέγει να την διώξεις, εάν όμως είναι άπιστος, μη την διώξεις· εάν δηλαδή αμαρτήσει σε σένα, χώρισέ την· εάν αμαρτήσει σε μένα, κράτησέ την. Έτσι και εδώ όταν αμάρτησε τόσον πολύ σ’ αυτόν, τον συνεχώρησε· όταν αμάρτησε στον σύνδουλό του με λιγότερα και μικρότερα αμαρτήματα από αυτά που αμάρτησε στον Κύριο του, δεν τον συγχώρησε, αλλά τον τιμώρησε αυστηρά. Και εδώ μεν τον απεκάλεσε πονηρό, ενώ εκεί ούτε καν με λόγια δεν τον λύπησε. Γι’ αυτό και εδώ προστίθεται και τούτο, ότι ωργίσθη και τον παρέδωσε στους βασανιστάς· ενώ όταν του ζητούσε να απολογηθεί για τα μύρια τάλαντα, τίποτε παρόμοιο δεν προσέθεσε, για να μάθεις ότι εκείνη μεν η απόφαση δεν ήταν αποτέλεσμα οργής, αλλά φροντίδας που απέβλεπε στην συγχώρησιν· αυτή λοιπόν, η προς τον σύνδουλό του αμαρτία ήταν που τον εξόργισε τόσον πολύ.

Αραγε τί θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερο από την μνησικακία, αφού ανακαλεί και την ήδη αποφασισμένη φιλανθρωπία του Θεού, και αυτά που δεν κατόρθωσαν να του τα προξενήσουν τα αμαρτήματα, αυτά κατορθώνει να του τα προξενήσει η κατά του πλησίον οργή; Μολονότι έχει γραφή ότι «αμεταμέλητα τα χαρίσματα του Θεού» (Ρωμ. ια΄ 29). Πώς λοιπόν εδώ μετά την ανακοίνωση της δωρεάς, μετά την εκδήλωση της φιλανθρωπίας, ανεκλήθη πάλιν η απόφαση; Εξ’ αιτίας της μνησικακίας· ώστε δε θα έσφαλλε κάποιος αν ονόμαζε αυτή πιο φοβερά από κάθε αμαρτίαν· διότι όλες οι άλλες κατέστη δυνατόν να βρουν συγχώρηση, ενώ αυτή όχι μόνον δεν μπόρεσε να επιτύχει συγνώμη, αλλά και τις άλλες, που είχαν αφανισθεί ολοτελώς, τις ανανέωσε πάλι.

Ώστε η μνησικακία είναι διπλό κακό, διότι και καμία απολογία δεν έχει ενώπιον του Θεού, και τα υπόλοιπα αμαρτήματα μας, και αν ακόμη συγχωρηθούν, πάλι τα ανακαλεί και τα στρέφει εναντίον μας· πράγμα το οποίον έκαμε και εδώ. Επειδή τίποτε, τίποτε δεν μισεί και αποστρέφεται ο Θεός, όσον άνθρωπο που είναι μνησίκακος και διατηρεί την οργή του. Αυτό μας το έδειξε εδώ ιδιαιτέρως, αλλά και στην προσευχή που μας παρέδωσε παρήγγειλε να λέγομε έτσι: «άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».

Τίποτε λοιπόν ας μη φροντίζομε τόσον, όσον το να καθαρεύομε από την οργή, και το να συμφιλιωνόμεθα προς εκείνους που είναι δυσαρεστημένοι μαζί μας, γνωρίζοντας πως ούτε η κοινωνία των μυστηρίων, ούτε τίποτε άλλο από αυτά, θα ημπορέσει να μας βοηθήσει εκείνη την ημέρα. Όπως πάλιν εάν νικήσομε αυτήν την αμαρτία, έστω και αν έχομε μύρια πλημμελήματα, θα ημπορέσομε να επιτύχομε κάποια συγγνώμη. Για να έχομε λοιπόν και εδώ γαλήνια και ήρεμη ζωή και εκεί να επιτύχομε συγχώρηση και άφεση, ας προσπαθούμε και ας φροντίζομε να συμφιλιωνόμεθα με όσους εχθρούς έχουμε· διότι έτσι και τον Κύριο μας θα συμφιλιώσομε μαζί μας, και τα μέλλοντα αγαθά θα επιτύχομε, των οποίων είθε όλοι να αξιωθούμε «χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων». Αμήν

Wednesday, September 1, 2021

Μάταιε κόσμε! Ψεύτικε ντουνιά! Κανένα καλόν δεν έχεις επάνω σου! Τελείως ψεύδος.

 


Μάταιε κόσμε! Ψεύτικε ντουνιά! Κανένα καλόν δεν έχεις επάνω σου! Τελείως ψεύδος. Τελείως απάτη. Μας απατάς, μας γελάς, παίζεις μαζί μας... Ει τι εκάναμεν και το εστείλαμεν δια την άλλην ζωήν, εκείνο και μόνον παραμένει άθικτον. Κανείς δεν το παίρνει. Κανείς δεν δύναται να το αφαίρεση.

Γέροντας Ιωσήφ ο Αγιορείτης († 1959 μ.Χ.)

Sunday, August 29, 2021

Ε βρε μπαρμπ'Αλέξανδρε! Πού να ζούσες τώρα να δεις την Ελλάδα!


 Ε βρε μπαρμπ'Αλέξανδρε! Πού να ζούσες τώρα να δεις την Ελλάδα!

Στα χρόνια σου ήτανε ελληνικότατη, κι όλο γκρίνιαζες για τη λεβαντινιά της.

'Επρεπε να σε είχα τώρα, να δεις τη γελοιογραφία της Ελλάδας!»

Φώτης Κόντογλου

Νὰ εὐγνωμονοῦμε τὸν Κύριο. Τὸν Τριαδικό μας Θεό. Ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴν Παναγία μας καὶ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς ἀγγέλους


 «Νὰ εὐγνωμονοῦμε τὸν Κύριο. Τὸν Τριαδικό μας Θεό. Ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴν Παναγία μας καὶ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς ἀγγέλους. Εἶναι οἱ πραγματικοὶ καὶ ἀληθινοὶ καὶ παντοτινοὶ φίλοι καὶ συγγενεῖς μας. Αἰσθανόμεθα, πολλὲς φορές, μόνοι. Ἀποξενωμένοι. Περιφρονημένοι. Ἂν θέλετε, στὰ ἀζήτητα καὶ στὸ περιθώριο. Καὶ νομίζομε πὼς δὲν ἔχομε καμμία ἀξία. Καὶ πιστεύομε πὼς κανένας δὲν μᾶς θέλει. Κανένας δὲν μᾶς ἀγαπᾶ. Καὶ κανένας δὲν νοιάζεται καὶ δὲν φροντίζει γιὰ μᾶς. Τότε, ἀδελφοί μου, ἂς ἀνοιγόμαστε στὸν Χριστὸ καὶ στὴν Παναγία καὶ στοὺς ἁγίους καὶ στοὺς ἀγγέλους. Κι ἂς τοὺς μιλᾶμε. Σταματήσαμε νὰ μιλᾶμε. Χαζέψαμε, πολλὲς φορές, καὶ μὲ τὴν τηλεόραση καὶ μὲ τόσα ἄλλα, καὶ σταματήσαμε νὰ μιλᾶμε καὶ νὰ ἐκφραζόμεθα, ἀδελφοί μου. Σκεπτόμεθα μόνο καὶ παίρνει ἀνάποδες ὁ νοῦς καὶ διαστρέφονται καὶ τὰ αἰσθήματα καὶ συναισθήματά μας. Ἂν μιλᾶμε στὸν Χριστὸ καὶ στοὺς ἁγίους μας, κάνομε πολύ-πολὺ μεγάλο καλὸ στὴν ψυχὴ καὶ στὴ ζωή μας. Καὶ τί νὰ τοὺς ποῦμε; Ὅ,τι ἔχομε, ἀδελφοί μου, νὰ τοὺς ποῦμε. Ὅ,τι ἔχομε! Ἅμα εἰποῦμε αὐτὸ ποὺ ἔχομε, φεύγει ἀπὸ πάνω μας…»

Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης

Saturday, August 28, 2021

''Μή κάνετε ζητήματα ἔξω ἀπό τάς θείας Γραφάς. Ἐρευνᾶτε τας γραφάς, διά νά μανθάνετε περί πίστεως, καί ἀγάπης, καί ἐλπίδος.

 


''Μή κάνετε ζητήματα ἔξω ἀπό τάς θείας Γραφάς. Ἐρευνᾶτε τας γραφάς, διά νά μανθάνετε περί πίστεως, καί ἀγάπης, καί ἐλπίδος. Περί πίστεως μέν, διά νά μή περιφέρεσθε μέ κάθε ἄνεμον, ἤγουν διά νά μή σαλεύεσθε ἀπό κάθε ξένην, καί αἱρετικήν διδασκαλίαν, ὡσάν τούς ἀστερεώτους, καί ἀκαταστάτους ἀνθρώπους. Ἀλλά νά στερεώνεσθε μέ τά ὀρθά δόγματα τῆς ἀποστολικῆς, καί καθολικῆς Ἐκκλησίας, καί νά φρονῆτε ὀρθῶς τόν λόγον τῆς πίστεως..''

 ~ Ἁγίος Συμεὼν ο Νέος Θεολόγος (Τά εὐρισκόμενα Λόγος 45, ι΄ σελ, 225)