Στόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου, στάλθηκε ἀπό τόν Θεό ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ. Δέν ξέρω ἄν ξέρετε, πῶς ἑρμηνεύεται ἡ λέξη «Γαβριήλ». Γαβριήλ ἑρμηνεύεται θεάνθρωπος! Θεός καί ἄνθρωπος ἑρμηνεύεται τό «Γαβριήλ».
Γι' αὐτό ὁ Θεός ἔστειλε τό ἀνάλογο πρόσωπο, στόν ἀνάλογο ρόλο, ὥστε καί μέ τό ὄνομα ἀκόμη τοῦ Ἀρχαγγέλου νά ὁμιλεῖ γι' αὐτό πού πρόκειται νά γίνει.
Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος ἀναφέρει συγκεκριμένα, ὅτι ἔστειλε ὁ Θεός τόν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ γιά νά δηλώσει, ὅτι Αὐτός πού θά γεννηθεῖ ἀπό τήν Θεοτόκο, θά εἶναι Θεός καί Ἄνθρωπος!
Ὁ Ἀρχάγγελος τά πρῶτα λόγια πού εἶπε τῆς Παναγίας μας ἦταν:
- Χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν. (Λουκ. 1,28)
Ἡ ἰδία ἡ Παναγία ἀντέδρασε καί ταράχτηκε στά λόγια αὐτά. Καί δέν μπῆκε ἀμέσως σέ συζήτηση - ὅπως ἔκανε ἡ Εὔα μέ τόν ὄφη (τόν Διάβολο) καί ἔπεσε - ἀλλά μέ σωφροσύνη καί ταπείνωση
διελογίζετο τί εἶναι αὐτό τό γλυκόλογο, ὅπως θά λέγαμε, γιατί βέβαια εἶναι κολακευτικά τά λόγια.
Εἶναι κουμπωμένη ἡ Παναγία καί φοβᾶται. Καί ἐπεμβαίνει ὁ Ἀρχάγγελος καί τῆς λέγει:
- Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. (Λουκ. 1,30)
Καί τῆς ἀνακοινώνει, ὅτι θά γεννήσει υἱόν, τόν Ἰησοῦν, ὁ ὁποῖος θά εἶναι μέγας στήν ἁγιότητα καί θά βασιλεύσει στούς αἰῶνες ὡς αἰώνιος βασιλεύς.
Καί ρωτάει τόν Ἀρχάγγελο ἡ Παναγία:
- Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; (Λουκ. 1,34)
«Πῶς θά συλλάβω παιδί, ἐφόσον δέν γνωρίζω ἄνδρα;».
Τά βλέπει ἀνθρώπινα τά πράγματα ἡ Παναγία. Καί ρωτάει πῶς θά γίνει αὐτό τό πρᾶγμα...
Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος πάνω σ’ αὐτό, ἀπαντάει στήν Παναγία μέ ἕναν δικό του τρόπο καί τῆς λέγει τό ἑξῆς:
«Μή ζητᾶς ἄνδρα καί γυναῖκα γιά νά ἔχουμε ἕνα παιδί, ὅταν αὐτό πού θά γεννηθεῖ εἶναι ὑπέρ - φύση. Εἶναι ἀνώτερος αὐτός ὁ τρόπος τῆς γεννήσεως. Διότι ἄν γνώριζες ἄνδρα, δέν θά γινόταν αὐτό, θά γεννοῦσες ἕναν ἄνθρωπο ἀκόμη, ἄρρωστο πού θά ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἰατρό. Ἐμεῖς θέλουμε, Παναγία, νά γεννήσεις τόν
Σωτῆρα.
Δέν θέλουμε νά γεννήσεις ἕναν ἄνθρωπο ἀκόμη...».
Ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ της λέγει:
- Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι (Λουκ. 1,35).
Εἶναι σάν νά τῆς εἶπε ὁ Ἀρχάγγελος:
«Μήπως ξέρω πώς; Οὔτε στάλθηκα ἀπό τόν Θεό νά σοῦ πῶ, πώς θά γίνει αὐτό τό πρᾶγμα. Ἐγώ στάλθηκα νά σοῦ πῶ, τί θά γίνει. Τό πῶς θά γίνει εἶναι ἕνα μυστήριο...».
Καί αὐτό εἶναι μία ἀπάντηση γιά ἐμᾶς, πού παρότι εἴμαστε κινητά μυστήρια, δέν ἔχουμε λύσει τίποτα γύρω ἀπό τόν ἑαυτόν μας, ἐξακολουθοῦμε νά ζητᾶμε μέ ποιό τρόπο ἔγινε ἡ σύλληψη τῆς Παρθένου καί ἐφόσον δέν στηρίζεται στή λογική μας,
στή μόρφωσή μας, στήν ἐπιστήμη μας, τήν ἀπορρίπτουμε...
Οἱ Πατέρες ἀναφορικῶς μέ τήν σύλληψη λένε, ὅτι δέν τήν ἔκανε μόνο τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, τήν ἔκανε ἡ ἰδία ἡ Ἁγία Τριάδα. Καί ὁ Χριστός ἐνήργησε γιά τήν φάτνη πού θά ἔμπαινε μέσα ἐκεῖ καί ὁ Πατήρ καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιο.
Ἔτσι λένε οἱ Πατέρες. Καί εἶναι ἀλήθεια αὐτό τό πρᾶγμα, στέκεται.
Ὅταν ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ στή συνέχεια τήν ἀνέφερε, ὅτι ἡ συγγενής της, ἡ Ἐλισάβετ εἶναι στό 6ο μῆνα, παρότι στείρα καί γιά τόν Θεό
τίποτα δέν εἶναι ἀδύνατο, ἡ Παναγία σήκωσε τά χέρια καί εἶπε:
- Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου (Λουκ. 1,38).
Παραδόθηκε ἡ Παναγία. Καί ὅταν ὑπέγραψε ὅτι δέχεται, ὁ Ἀρχάγγελος ἀναχώρησε.






