Saturday, July 16, 2011

Αποχαιρετιστήριος επιστολή του π. Ευέλθωντος Χαραλάμπους (+27.6.2011)

Ἐπειδή εἶναι ἄδηλος καί ἄγνωστος τοῦ καθενός ἡ ὥρα τοῦ θανάτου, σημειώνω ἐδῶ λίγα λόγια, σάν διαθήκη, καί ὄσα εἶναι δυνατόν, παρακαλῶ τά παιδιά μου νά τά ἐφαρμόσουν.

Τά χρόνια πού ἐπέτρεψε ὁ Θεός νά ζήσω στή γῆ ἦταν ἀρκετά, ὥστε νά πέσω σέ πολλά ἁμαρτήματα. Ὅσα θυμόμουνα καί ὅσα μπόρεσα τά ἔχω ἐξομολογηθεῖ σέ πνευματικούς Πατέρες. Γιά ὅσα λησμόνησα ἤ δέ μπόρεσα νά ἐξομολογηθῶ, παρακαλῶ τό Θεό νά γίνει ἵλεως καί γιά μένα καί νά δείξει τό ἔλεός του σέ μένα τόν ἁμαρτωλό.

Ἀξιώθηκα, χωρίς νά τό ἀξίζω, νά εἰσέλθω στίς τάξεις τοῦ Κλήρου. Τό τιμητικό αὐτό γιά μένα γεγονός θά γίνει αἰτία γιά πιό αὐστηρή κρίση ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. Γιατί τό ξέρω, δέν ἤμουνα σάν κληρικός αὐτός πού ἔπρεπε νά ἤμουν. Λυποῦμαι καί ζητῶ συγγνώμη ἀπό ὅσους σκανδάλισα ἤ ἐπίκρανα ἤ ἐπλήγωσα ἤ τούς φέρθηκα μέ τρόπο πού δέν ἔπρεπε. Ζητῶ ἀπό ὅλους συγγνώμη. Ταυτόχρονα ἔχω ἥσυχη τή συνείδηση ὅτι κανένα δέν ἔβλαψα ἐνσυνείδητα. Λάθη διέπραξα. Σέ ἁμαρτίες ὑπέπεσα. Ἐσκεμμένα, ὅμως, δέν ἀδίκησα καί δέν ἔβλαψα.

Ἐκείνους πού περισσότερο στενοχώρησα ἤ πίκρανα μέ τή συμπεριφορά μου, εἶναι ἡ σύζυγος καί τά παιδιά μου, τά πρόσωπα πού ἀγάπησα περισσότερο σ' αὐτό τόν κόσμο. Παρακαλῶ νά μήν μοῦ κρατοῦν κακία καί νά προσεύχονται γιά τή ψυχή μου.

Ἐκεῖνο πού ἔντονα θέλω εἶναι νά ἔχουν πάντα ἀγάπη μεταξύ τους. Ὁ Γιῶργος μέ τή Μαρία καί τά παιδιά τους. Ὁ Δημήτρης καί ἡ Χρύσω καί τά παιδιά τους. Ἡ Ἀνδρούλα μέ τά παιδιά μας.

Στό σημεῖο αὐτό θέλω νά εὐχαριστήσω ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς μου τό Θεό γιά τή γυναίκα πού μοῦ χάρισε. Ἄν σάν κληρικός, σάν πατέρας, σάν ἄνθρωπος μπόρεσα νά κάμω κάτι στή ζωή, αὐτό ὀφείλεται στήν Ἀνδρούλα. Στάθηκε δίπλα μου σάν ἡ πιό ἄξια σύζυγος, μητέρα καί κατ' ἐξοχήν πρεσβυτέρα. Ἡ γυναικεία διαίσθηση, ἡ ὀξυδέρκεια καί ἡ αὐστηρή κριτική της μέ προστάτευσαν σέ κρίσιμες ὧρες. Ἡ ἀφοσίωση καί συμπαράστασή της ἦταν διαρκής, ἔστω κι ἄν ἐγώ πολλές φορές τήν πλήγωσα μέ τόν ἐγωισμό καί τήν ἀπαράδεκτη συμπεριφορά μου. Τήν παρακαλῶ νά μέ συγχωρέσει γιά ὅλα.

Πέρα ἀπό τά κατά σάρκα παιδιά μου, τό Χριστόφορο, τή Μαρία, τό Γιῶργο, τή Χρύσω καί τό Δημήτρη, ἐξ ἴσου ἀγάπησα καί τά ἄλλα μου παιδιά, τόν κόσμο τοῦ Παραλιμνιοῦ. Ἔκαμα γι' αὐτούς ὅ,τι καλύτερο μπόρεσα. Ἔκλαψα στόν πόνο τους καί χάρηκα στίς χαρές τους. Βέβαια ἔκαμα καί πολλά λάθη στή μακροχρόνια διακονία μου, ἀφοῦ ἐπέτρεψε ὁ Θεός νά κρατήσω πολλές φορές σημαντικά πόστα καί καίριες θέσεις, τόσο σάν κληρικός, ὅσο καί σάν ἐκπαιδευτικός.

Παρηγοριέμαι μέ τή σκέψη ὅτι μόνο ἐκεῖνοι πού δέν κάνουν τίποτε δέν διατρέχουν τόν κίνδυνο νά ὑποπέσουν σέ λάθη. Ἐνῶ, ὅσοι ἐργάζονται, σίγουρα στήν πορεία τους θά διαπράξουν πολλά.

Τό πρῶτο πού θά ἤθελα νά πῶ εἶναι ὅτι καμμιά περιουσία ὑλική ἤ ὅποιο δήποτε ἄλλο περιουσιακό στοιχεῖο δέν ἔχω καί δέν ἀφήνω. Ἐάν εὑρεθοῦν στό ὄνομά μου κάποιες καταθέσεις ἤ ὁποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεῖα, αὐτά δέν ἀνήκουν σέ μένα. Πρόκειται γιά χρήματα πού κατά καιρούς μοῦ δόθηκαν γιά πτωχούς καί δέν πρόλαβα νά τά δώσω. Νά διατεθοῦν σέ φιλανθρωπικούς σκοπούς.

Τό μόνο πού ἀφήνω στά παιδιά μου εἶναι ἡ εὐχή καί ἡ ἀγάπη μου. Ἐάν μέ ἐλεήσει ὁ Θεός, οἱ προσευχές μου θά εἶναι μαζί τους καί στήν μετά τόν θάνατο ζωή. Δικό τους εἶναι καί ὅ,τι ἄλλο βρίσκεται στό σπίτι μας.

Ὅταν θά μέ ἑτοιμάζουν γιά τόν τάφο δέν θέλω νά μέ ντύσουν μέ πλήρη ἱερατική στολή. Τά ράσα μου κι ἕνα ἐπιτραχήλιο μοῦ φτάνουν.

Ἥ Ἀκολουθία στήν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ὅσο πιό ἁπλά καί λιτά. Δέν χρειάζονται ἐπικήδειοι. Οὔτε πολλοί παπάδες. Θά ἤθελα, ὅμως, νά εὑρίσκονται παρόντες ὅσοι μέ ἀγάπησαν.Θέλω τήν προσευχή τους, νά ἐλεήσει ὁ καλός Θεός τήν ψυχή μου.

Γιά τάφο θά ἤθελα ἐκεῖνο τό χῶρο πού εὑρίσκεται δεξιά τοῦ τάφου τοῦ Χριστόφορου (ὄχι πρός τόν διάδρομο). Πάνω στόν τάφο, στό ἐπίπεδο τοῦ ἐδάφους, σέ μιά λευκή πλάκα νά χαρακτοῦν τά ἀρχικά μου, ἡ ἡμερομηνία θανάτου μου καί τό πιό κάτω Κάθισμα ἀπό τήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀσώτου:

π. Ε. Χαραλ. .. /.. /20 ..

Ἀγκάλας πατρικάς, διανοῖξαι μοι σπεῦσον·

ἀσώτως τόν ἐμόν, κατηνάλωσα βίον·

εἰς πλοῦτον ἀδαπάνητον, ἀφορῶν τοῦ ἐλέους Σου.

Νῦν πτωχεύουσαν, μή ὑπερίδῃς καρδίαν·

σοί γάρ, Κύριε, ἐν κατανύξει κραυγάζω·

Ἥμαρτον· σῶσον με.

http://synodoiporia.blogspot.com/2011/06/2762011_30.html

Ἁμαρτία καί τιμωρία

Εἶναι δίκαιο γιά μία ἁμαρτία που διήρκησε λίγα λεπτά νά τιμωρεῖσαι γιά πολλλά χρόνια μέ ἐξορίες, φυλακίσεις ἤ διωγμούς; Ἡ κοσμική δικαιοσύνη δέν εὐσπλαχνίζεται. Ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος σέ τέλειο βαθμό εἶναι μόνον ὁ Θεάνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἀνατέλλει τόν ἥλιο γιά δικαίους καί ἀδίκους. Δέν ἀπομονώνει, δέν νεκρώνει· καλεῖ τούς ἁμαρτωλούς, τούς προσλαμβάνει καί τούς θεώνει. Ἡ Ἐκκλησία ὡς Μητέρα τοῦ ἐλέους καί "ταμειοῦχος τῆς χάριτος", προσφέρει ἐλπίδα στόν ἀπελπισμένο ἁμαρτωλό πού λόγω ἄγνοιας καί ἀδυναμίας πέφτει σέ σφάλματα. Δέν γνωρίζω νά ὑπάρχει ἄνθρωπος πού νά ἀγαπάει τίς ἀδυναμίες του. Ὅμως, αὐτές, παραμένοντας μακροχρόνια μέσα του γίνονται τρόπος ζωῆς καί δύσκολα ἀποβάλλονται.

Ὁ Θεός ἐπιτρέπει τίς ἀδυναμίες μας γιά νά παραμένει ἡ ταπείνωση στήν ψυχή, τό ἀκατάκριτο γιά τούς συνανθρώπους μας. Ὄχι πώς θέλει τίς ἁμαρτίες, ἀλλά πολλές φορές τίς ἐπιτρέπει γιά νά γεννηθεῖ μέσα μας τό πένθος τῆς μετανοίας καί τό αἴσθημα τῆς μηδαμινότητάς μας .Ἡ ἀνθρώπινη δικαιοσύνη προσπαθεῖ νά θεραπεύσει τήν κοινωνία τιμωρώντας τά ἄρρωστα μέλη της. Ἡ θεία δικαιοσύνη θεραπεύει τήν κοινωνία ἀγκαλιάζοντας τά ἄρρωστα μέλη της. Ἡ πρώτη νεκρώνει, περιθωροποιεῖ· ἡ δεύτερη προσλαμβάνει, νουθετεῖ, ἐνισχύει, ζωοποιεῖ, ἀνορθώνει. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε παιδιά τοῦ Ἀδάμ, ἀδέλφια πνευματικά καί κανείς λογικός καί σώφρων δέν θέλει νά βλέπει τά ἀδέλφια του νά ὑποφέρουν. Ἀντίθετα, προσπαθεῖ ἐκεῖνα πού χάνονται νά τά ξαναβάλει στή μάντρα, ὅπου ὁ καλός ποιμήν, ὁ Χριστός, παρέχει ἄφθονη τροφή καί τό «ζῶν ὕδωρ».

Ἀρχιμ. Ἀρσενίου Κωτσόπουλου, "Ἐκπλήξεις Χάριτος", Ἀθήνα 2010, σελ. 332-333

Ἡ ἔξοδος ἀπό τό πρόγραμμα.

Ὁ ἄνθρωπος πού δέν ἀγωνίζεται στήν ἐν Χριστῷ ζωή ἱκανοποιεῖ τό θρησκευτικό του συναίσθημα προσκολλημένος στόν τύπο, στόν νόμο, στό πρόγραμμα, στό σχέδιό του. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ἀναπαύει τή συνείδησή του.

Στό Γεροντικό ἀναφέρεται ἡ ἐξῆς ἱστορία : Ἕνας γέροντας εἶπε στούς ὑποτακτικούς του νά πᾶνε σέ ἀγρυπνία. Τό δικό του θέλημα ἔγινε ἕνα μέ τό θέλημα τῶν ὑποτακτικῶν. Λειτούργησε ἄψογα ἡ δυαδική σχέση, γέροντα-ὑποτακτικῶν. Πηγαίνοντας στήν ἀγρυπνία, συνάντησαν ἕναν πληγωμένο διαβάτη. Τόν προσπέρασαν βιαστικά δικαιολογώντας τόν ἑαυτό τους πώς πηγαίνουν σέ ἀγρυπνία καί δέν πρέπει νά παρακούσουν τόν γέροντά τους. Ὕστερα ἀπό λίγη ὥρα διέβη τόν ἴδιο δρόμο καί γέροντάς τους. Στενοχωρήθηκε πού οἱ ὑποτακτικοί του δέν ἔδειξαν φροντίδα στόν ἀδελφό. Τόν φορτώθηκε λοιπόν στούς ὤμους καί κίνησε γιά τό πλησιέστερο χωριό. Ὁ ἱδρώτας του ἔτρεχε ποτάμι. Ξαφνικά ἄρχισε νά νιώθει τό φορτίο πολύ ἐλαφρύ, ἐνῶ στή συνέχεια δέν αἰσθανόταν καθόλου τό βάρος του. Γύρισε πίσω νά δεῖ τί συμβαίνει καί εἶδε μέ ἔκπληξη ἕναν ἄγγελο. Ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε: «Μέ ἔστειλε ὁ Θεός νά σέ πληροφορήσω ὅτι οἱ δυό ὑποτακτικοί σου δέν εἶναι ἄξιοι τῆς βασιλείας Του διότι δέν ἔχουν ἀγάπη» (Εὐεργετινός, τόμ. Δ΄, Ἀθήνα 1988, σελ. 281-86).

Ἦταν πολύ πικρή ἡ ἀπάντηση τοῦ ἀγγέλου στόν ὅσιο γέροντα, διότι ἀστόχησαν οἱ δυό ὑποτακτικοί του στήν τριαδική σχέση. Οὐσιαστικά, δέν ἀγαποῦσαν οὔτε τόν γέροντά τους. Εἶχαν κολλήσει στόν τύπο κι ἔκαναν στεγνή ὑπακοή. Ἄν εἶχαν φτάσει στήν ἀγάπη, θά γνώριζαν τό πνεῦμα τοῦ γέροντά τους καί δέν θά ἀδιαφοροῦσαν γιά τόν ἄρρωστο ἀδελφό. Ἡ "ἀνυπακοή" τους αὐτή θά ἦταν ἀρεστή καί στόν γέροντά τους.

Μία γυναίκα ἀπό τήν Κύπρο, ἀπό ἀγάπη γιά τήν οἰκογένειά της, ἔκανε πράγματα πού τήν ταπείνωναν· συμμετεῖχε σέ ὅλες τίς κοσμικές δραστηριότητες τοῦ συζύγου της χωρίς ἡ ἴδια ἐσωτερικά νά συγκατατίθεται σέ αὐτές. Ἔτσι, ἐνῶ φαινομενικά διασκέδαζε μέ τόν ἄντρα της σέ νυχτερινά κέντρα, μέσα της φλεγόταν ἀπό προσευχή. Ὁ Θεός εἶδε τή θυσία της καί τήν ἀγαθή της πρόθεση καί τελικά ὁδήγησε τόν ἄντρα της στή μετάνοια, ἔσωσε τήν οἰκογένειά της ἀπό διαζύγιο καί εὐλόγησε τά παιδιά της.

Στό νοσοκομεῖο ὁ σπουδαῖος χειρουργός δύναται νά κάνει προσωρινή ἀνυπακοή στόν ἀσθενή καί νά ἀναβάλλει τήν προγραμματισμένη ἐγχείρηση ἐνόψει κάποιου ἔκτακτου περιστατικοῦ.

Ὁ ἱερέας, ἐπίσης, δέν μπορεῖ νά ἔχει ποτέ δικό του πρόγραμμα. Ἀνάλογα μέ τίς ἀνάγκες τῶν ἐνοριτῶν προσαρμόζει τούς ρυθμούς τῆς ζωῆς του. Πηγαίνει, γιά παράδειγμα, στόν ναό γιά τήν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ. Καθ' ὀδόν συναντᾶ ἕναν ἐνορίτη πού τόν καθυστερεῖ πέντε λεπτά, γιά νά τοῦ ἐκμυστηρευτεῖ τό πρόβλημα πού τόν ἀπασχολεῖ. Λαχανιασμένος, ξεκινᾶ τόν ἑσπερινό μέ πέντε λεπτά καθυστέρηση. Τί λέτε;Ὁ Θεός θά χαρεῖ ἤ θά λυπηθεῖ μέ αὐτή τήν καθυστέρηση; Ὁ Θεός χαίρεται νά χάνεις τό πρόγραμμά σου ἀπό πόνο καί ἐνδιαφέρον γιά τόν ἄλλον, ἐνῶ λυπᾶται ὄταν χάνεις τό πρόγραμμά σου ἀπό τεμπελιά καί ἀναισθησία.

Ἄς μή βγάζουμε λοιπόν εὔκολα συμπεράσματα, κρίνοντας τίς ἐνέργειες τῶν συνανθρώπων μας ὅταν δέ γνωρίζουμε τίς βαθύτερες προθέσεις τους. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶχε ἀγαθή πρόθεση ὅταν δίωκε τούς Χριστιανούς. Κϊνητρό του ἦταν ἡ μεγάλη του ἀγάπη στίς πατρικές παραδόσεις. Γι’ αὐτό ἡ μεταμόρφωσή του ἦταν ὁλική, γενόμενος Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν.

Ἀρχιμ. Ἀρσενίου Κωτσόπουλου, "Ἐκπλήξεις Χάριτος", Ἀθήνα 2010, σελ. 394-396.

Wednesday, July 13, 2011

«Μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσε να δοθεί...τέτοια απάντηση» Ερχαρτ Κέστνερ

Ο μεγάλος Γερμανός συγγραφέας Έρχαρτ Κέστνερ έκανε την εξής εξομολόγηση. «Στα 1952 πήγα για πρώτη φορά μετά το πόλεμο, στην Αθήνα. Η γερμανική πρεσβεία, όταν άκουσε πως είχα πρόθεση να πάω στη Κρήτη, μου συνέστησε, επειδή ήταν πολύ νωρίς ακόμα και οι πληγές από τη γερμανική κατοχή ανεπούλωτες, να λέω πως είμαι Ελβετός. Αλλά εγώ τους ήξερα τους Κρήτες. Από την πρώτη στιγμή είπα πως ήμουν Γερμανός και όχι μόνο δεν κακόπαθα, αλλά ξανάζησα παντού όπου πέρασα τη θρυλική κρητική φιλοξενία».

Ένα σούρουπο, καθώς ο ήλιος βασίλευε, πλησίασα το γερμανικό νεκροταφείο, έρημο με μόνο σύντροφο τις τελευταίες ηλιαχτίδες. Έκανα όμως λάθος. Υπήρχε εκεί και μια ζωντανή ψυχή, ήταν μια μαυροφορεμένη γυναίκα. Με μεγάλη μου έκπληξη την είδα ν' ανάβει κεριά στους τάφους των Γερμανών νεκρών του πολέμου και να πηγαίνει μεθοδικά από μνήμα σε μνήμα. Την πλησίασα και τη ρώτησα. Είστε από εδώ; Μάλιστα. Και τότε γιατί το κάνετε αυτό; Οι άνθρωποι αυτοί σκότωσαν τους Κρητικούς». Και γράφει ο Κέστνερ. «Η απάντηση, μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσε να δοθεί».

Απαντά η γυναίκα.
«Παιδί μου, από τη προφορά σου φαίνεσαι ξένος και δεν θα γνωρίζεις τι συνέβη εδώ στα 41 με 44. Ο άντρας μου σκοτώθηκε στη μάχη της Κρήτης κι έμεινα με το μονάκριβο γιο μου. Μου τον πήραν οι Γερμανοί όμηρο στα 1943 και πέθανε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως, στο Σαξενχάουζεν. Δεν ξέρω πού είναι θαμμένο το παιδί μου. Ξέρω όμως πως όλα τούτα ήταν τα παιδιά μιας κάποιας μάνας, σαν κι εμένα. Και ανάβω στη μνήμη τους, επειδή οι μάνες τους δεν μπορούν να 'ρθουν εδώ κάτω. Σίγουρα μια άλλη μάνα θα ανάβει το καντήλι στη μνήμη του γιού μου»...

Σωστά έγραψε ο Γερμανός, ότι «Μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσε να δοθεί η απάντηση αυτή». Λέμε εμείς. Ναι, στην Ελλάδα την ταλαιπωρημένη και απ' όλους αδικημένη.

http://ethnos-istoria-krato.pblogs.gr/2010/10/mono-sthn-ellada-tha-mporoyse-na-dothei-tetoia-apanthsh-erhart-k.html

Saturday, July 9, 2011

Η κρίσις του Θεού για το αχάριστο παιδί

Σε χειρόγραφα των Μονών του Αγίου Όρους είναι γραμμένο το ακόλουθο διδακτικό παράδειγμα για την αχαριστία και ασέβεια πού δείχνουν τα παιδιά στους γονείς τους. «Ένα ανδρόγυνο δεν είχε δικά του παιδιά και αποφάσισε να υιοθετήσει ένα ξένο μωρό — πολύ μικρό παιδάκι. — Το παιδί όταν έγινε δέκα οχτώ χρόνων πέθανε η θετή του μητέρα. Ο δε πατέρας του, που το είχε υιοθετήσει είχε το επάγγελμα πραγματευτής - γυρολόγος - δηλαδή μικροπωλητής όπως λέμε σήμερα. Είχε ένα υποζύγιο και γύριζε στα γύρω χωριά όπου πουλούσε το εμπόρευμά του, από το οποίο, επειδή πολλά χρόνια έκανε αυτό το εμπόριο, είχε κάνει αρκετά χρήματα και μεγάλη περιουσία. Το παιδί, ο θετός πατέρας του, το ανέθρεψε όσο μπορούσε χριστιανικά και αφού έμαθε τα πρώτα και απαραίτητα για τη δουλειά τους αυτή γράμματα, το πήρε μαζί του στο εμπόριο για βοηθό και φύλακα του εκεί που γύριζε στα διάφορα χωριά. Για την εργασία τους αυτή πολλές φορές μένανε σε διάφορα Χάνια. Έτσι λέγονταν τα ξενοδοχεία τότε, τα οποία είχαν δωμάτια για τους ανθρώπους και στάβλους για τα ζώα. Τα Χάνια συνήθως βρίσκονταν σε έρημα μέρη μακριά από τα χωριά ή στα ενδιάμεσα για να διανυκτερεύουν οι διάφοροι έμποροι και ξενιτεμένοι ταξιδιώτες με τα ζώα τους. Το θετό αυτό παιδί, για το οποίο γίνεται λόγος, βγήκε πολύ κακής προαιρέσεως άνθρωπος, διότι σκέφτηκε πονηρά κατά του ευεργέτου και θετού του πατέρα. Έτσι με την πονηρή σκέψη του το κακοπροαίρετο αυτό παιδί, σε ένα από τα χάνια αυτά όταν νύχτωσε και μείνανε οι δυο τους και ο ξενοδόχος, αφού διαπίστωσε ότι δεν βρίσκεται κανείς άλλος εκεί, σηκώθηκε την νύχτα και εκεί που κοιμότανε ο πατέρας του, αυτός που τον ανέθρεψε, τον προστάτεψε και τον μεγάλωσε, αυτόν λέγω τον πατέρα του τον σκότωσε και όλη την νύχτα τον έβγαλε από το χάνι έξω στο δρόμο και τον έθαψε. Το πρωί σαν έφεξε ο Θεός την ήμερα, το παιδί, πήρε το ζώο και το εμπόριο, έφυγε γύρισε στο σπίτι του πατέρα του και έγινε κάτοχος όλης της μεγάλης εκείνης περιουσίας του. Ύστερα από χρόνια ήρθε σε συναίσθηση και μετανόησε για το κακό που είχε κάνει στο θετό του πατέρα και πήγε στον πνευματικό να εξομολογηθεί την αμαρτία του. Ο πνευματικός του είπε: «Παιδί μου, είναι πολύ μεγάλο το αμάρτημα σου, αυτό, πήγαινε δώσε όλα τα χρήματα και την περιουσία που πήρες, από τον πατέρα ευεργέτη σου, δώσε και όλα τα δικά σου, που κέρδισες από την δουλειά του και ο Θεός είναι πολυέλεος και πολυεύσπλαχνος, θα κάνει και σε σένα το έλεος Του. Να πας όμως και να κάνεις ανακομιδή και να βγάλεις από τον τάφο τα οστά του θετού σου πατέρα. Ο ασεβής εκείνος νέος πήγε κατά την εντολή του πνευματικού του να κάνει ανακομιδή κι όταν πλησίασε στον τάφο, του αδικοσκοτωμένου πατέρα, άκουσε να βγαίνει φωνή από τον τάφο και να λέει πολλές φορές τις φράσεις: «Κρίσις ω Κρίσις!». Ο νέος μόλις άκουσε τις φωνές αυτές φοβήθηκε, πήγε στον πνευματικό και του ανέφερε την πα­ράξενη εκείνη φωνή που έλεγε «Κρίσις ω Κρίσις!». Ο πνευματικός ρώτησε τον νέο: «Παιδί μου μια φορά ή πολλές φορές άκουσες τη φωνή να λέει αυτά τα λόγια;» Και εκείνος του είπε: «Πάτερ όσες φορές δοκίμασα να περάσω από το μέρος εκείνο ή να πάω κοντά στον τάφο ακούω πάντοτε να επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια «Κρίσις ώ Κρίσις!». Ο πνευματικός πάλι είπε στον νέο: «πήγαινε παιδί μου άλλη μια φορά στον τάφο, κι αν ακούσεις τα ίδια λόγια, τότε να τον ρωτήσεις να σου πει ως πότε; και να δούμε τι θα σου απαντήσει». Πράγματι ο νέος πήγε πάλι στον τάφο κι άμα άκουσε το «Κρίσις ω Κρίσις», όπως του είπε ο πνευματικός, ρώτησε και τότε άκουσε να λέει ο πεθαμένος «έως δέκα χρόνους». Την απόκριση του πεθαμένου από τον τάφο μετέφερε ο νέος στον πνευματικό, ο οποίος του είπε: «Παιδί μου κάνε θερμή προσευχή στο Θεό, ο οποίος μόνος γνωρίζει τα κρίματα αυτά, ώσπου να περάσουν τα δέκα χρόνια και τότε έλα πάλι για να δούμε τι ο Κύριος θα φανερώσει. Με φόβο, αγωνία και τρόμο πέρασαν τα δέκα χρόνια, κίνησε ο νέος να πάει στον πνευματικό για να δει μήπως έχει εκείνος καμιά πληροφορία στην απορία τους αυτή. Ο πνευματικός του είπε γύρισε στο σπίτι σου και κάνε θερμή προσευχή ίσως μας λυπηθεί ο Θεός και δώσει τέλος σ' αυτό το μαρτύριο της συνειδήσεως. Ο νέος επιστρέφοντας για το σπίτι του πέρασε από την αγορά της πόλεως και πήρε από το κρεοπωλείο ένα κατσικίσιο κεφάλι για να το μαγειρέψει, το έβαλε στο σακίδιο του και στον δρόμο που πήγαινε, χωρίς αυτός να καταλάβει τίποτα, από το σακίδιο έσταζε νωπό αίμα. Τούτο κίνησε την περιέργεια των ανθρώπων από εκεί που περνούσε και τον παρακολούθησαν, τον σταμάτησαν και τον ρώτησαν τι έχει μέσα στον σάκο του που στάζει αίμα; Αυτός είπε ότι από το κρεοπωλείο πέρασε και αγόρασε ένα κεφάλι κατσικίσιο για να φτιάξει φαγητό. Οι άνθρωποι όμως δεν τον πίστεψαν, άνοιξαν τον σάκο και είδαν μέσα αντί για κατσικίσιο να είναι ανθρώπινο κεφάλι, το οποίο ήταν μόλις φρεσκοκομμένο και έσταζε αίμα!! Αμέσως τον συνέλαβαν, τον παρέδωσαν στον Κριτή, όπου ομολόγησε το έγκλημα, που πριν από δέκα χρόνια είχε σκοτώσει τον θετό πατέρα του, τον οποίο λήστεψε και έθαψε στην ερημιά!! Ο Κριτής ξέθαψε το σώμα του νεκρού και είδε ότι έλειπε το κεφάλι, το οποίο ήταν εκείνο που, ο νέος, είχε στο σακίδιο του, οπόταν καταδικάστηκε αμέσως σε θανατική ποινή για να αποδοθεί αυτό που ζήταγε ο νεκρός, την δικαιοσύνη, σύμφωνα με το ρητό της αγίας Γρα­φής που λέει ότι «πάντες οι λαβόντες μάχαιραν, εν μαχαίρα αποθανούνται» (Ματθ. ΚΣΤ' 52), επειδή μπροστά στα μάτια του Θεού δεν υπάρχει, τίποτε το κρυπτό: «ουκ εστί κρυπτόν ο ου φανερόν γενήσεται καί άπόκρυφον ο ου γνωσθήσεται» (Ματθ. Ι' 26).

Από: Giannis Spanos

Η μητέρα του έδειξε το δρόμο της σωτηρίας...

Μου το διηγήθηκε μια γυναίκα με πανεπιστημιακή μόρφωση:
Στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, χτύπησαν την πόρτα στην Εκκλησία. Ήταν μια γριούλα. Και ζητούσε παπά, να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο.
Ο παπάς ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας. H γριούλα ανοίγει την πόρτα και μπάζει τον ιερέα σε ένα δωμάτιο.
Και να ξαφνικά ό παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με μόνο τον άρρωστο.
Ο άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα και σκούζει.
- Φύγε από εδώ! Ποιος σε κάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Και άθεος θα πεθάνω.
Ο παπάς τα έχασε.
- Μα δεν ήλθα από μόνος μου! Με κάλεσε ή γριά!
- Ποια γριά; Εγώ δεν ξέρω καμιά γριά!
Ο παπάς, καθώς στέκει απέναντι του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του άρρωστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα πού τον κάλεσε. Του λέει, ενώ του δείχνει το πορτρέτο.
- Να αυτή!
- Ποια αυτή, Ξέρεις, τι λες, παπά; Αυτή είναι ή μάνα μου. Και έχει πεθάνει χρόνια τώρα!

Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο. Αισθάνθηκαν δέος. Ο άρρωστος άρχισε να κλαίει. Και αφού έκλαψε, ζήτησε να εξομολογηθεί. Και μετά, κοινώνησε.
Η μητέρα του είχε φροντίσει από τον ουρανό, να του δείξει τον δρόμο της σωτηρίας.
Δημητρίου Ντουτκο, ιερέως. Από το βιβλίο του (Στο σταυροδρόμι), Μόσχα 1994

http://proskynitis.blogspot.com/2010/03/blog-post_10.html?spref=fb

Thursday, July 7, 2011

Η Αγία Θεοδώρα στα Βάστα. (Το θαύμα με τα δέντρα) Γιορτάζει στις 11 Σεπτεμβρίου.

Ένα ζωτανό θαύμα της εκκλησίας μας.
Πρόκειται για ένα μικρό εκκλησάκι λιθόκτιστο με δίριχτη λίθινη στέγη διαστάσεων 6.50Χ2.50μ. που κρατεί από την Βυζαντινή εποχή, τον 12ο αιώνα μΧ. Το μικρό αυτό εκκλησάκι βρίσκεται στη συνδρομή δυο ποταμών, που οι ροές τους σχηματίζουν ορθή γωνία στο βάθος μιας ευρύχωρης κοιλάδας, που είναι κυριολεκτικά πνιγμένη στο πράσινο που το αποτελούν μεγάλα δέντρα.
Το κτίσμα με πρώτη ματιά είναι ετοιμόρροπο, λες ότι από στιγμή σε στιγμή θα καταρρεύσει και απορείς πως ακόμη δεν έχει παρασυρθεί από τα υδάτινα ρεύματα στη συνδρομή των οποίων βρίσκεται. Στην στέγη του φύονται δέκα επτά (17) ολοζώντανα των οποίων το ύψος επίσης ποικίλλει και φτάνει πολλές φορές και τα 18 μέτρα! Το παράξενο στην όλη κατάσταση είναι ότι τα δέντρα αυτά τα πανύψηλα ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΘΟΛΟΥ ΡΙΖΕΣ!!! Φαίνονται ότι στην κυριολεξία ίπτανται!! Από έρευνες που έχουν γίνει με ακτίνες Χ στους τοίχους του κτίσματος δεν έχουν δείξει καθόλου ρίζες.

Έχει υπολογισθεί από τον όγκο των κορμών και των κλώνων ότι το εκκλησάκι φέρει αυτή τη στιγμή το ισοδύναμο βάρος 18 αυτοκινήτων mercedes, δίχως να υπολογίζουμε και το βάρος των φύλων την εποχή που τα δέντρα είναι κατάφυτα.

Τον χειμώνα στη κοιλάδα πνέουν ισχυροί άνεμοι που κανονικά θα έπρεπε να έχουν παρασύρει τα δέντρα και μαζί το εκκλησάκι που τα στηρίζει, αλλά αυτό δεν έχει συμβεί μέχρι στιγμής.

Το εκκλησάκι είναι αφιερωμένο στην Αγία Θεοδώρα της Βάστας. Για την ζωή, το μαρτύριο και την εν συνεχεία αποκατάσταση της και την δημιουργία του κτίσματος έχουν γράψει διάφοροι.

Το ατυχές με αυτές τις εποχές είναι ότι οι υπάρχουσες γραπτές μαρτυρίες που να έρχονται από τον 7ο αιώνα είναι ελάχιστες και ότι ξέρουμε λοιπόν για την Αγία Θεοδώρα το εξάγουμε από την παράδοση και κάποιες μαρτυρίες που αναφέρονται αλλού και κάπου εκεί βρίσκεις και μια ελάχιστη μνεία για την Αγία Θεοδώρα. Η ιστορία της λοιπόν είναι παράξενη όπως παράξενο είναι και το ναίδριο που είναι αφιερωμένο σ' αυτή.

Από μικρή αγάπησε τον θεάνθρωπο και λυτρωτή Χριστό και σ' αυτόν αφιέρωσε τη ζωή της. Έζησε σαν μοναχός σε ανδρικό μοναστήρι της άνω Μεσσηνίας και έφτασε σε μεγάλο ύψος αγιότητας. Συκοφαντήθικε όμως βάναυσα, ότι άφησε έγκυο κοπέλα της περιοχής! Τα ήθη της εποχής εκείνης ήταν τέτοια, ώστε βιαστικά την καταδίκασαν σε θάνατο. Γιατί όμως ενώ είχε πρόχειρη την απόδειξη αθωότητας της σαν γυναίκα και αφού αρνήθηκε τη συκοφαντία, δεν την χρησιμοποίησε; Το λόγο γνωρίζει αυτή και ο Θεός. Γεγονός είναι ότι φορτώθηκε ξένη ντροπή και αποφάσισε να μαρτυρήσει από αγάπη. Τα τελευταία λόγια της ήταν: «Το σώμα μου να γίνει ναός, τα μαλλιά μου πελώρια δέντρα και το αίμα μου ποτάμι».

Την εποχή εκείνη τα ρούχα ήταν σπάνιο πράγμα και ακριβό γι' αυτό και συνήθιζαν να γδύνουν τους καταδικασμένους σε θάνατο, μετά τη θανάτωση, και να πουλούν τα ρούχα τους ή να τα δίνουν για να τα φορέσει κάποιος άλλος. Πήγαν λοιπόν να γδύσουν και τη Θεοδώρα και τότε κατάλαβαν το μεγάλο λάθος που είχε γίνει. Ο νεκρός .... μοναχός ήταν ..... γυναίκα!!! Την στιγμή που η Θεοδώρα άφηνε την τελευταία πνοή της, λέγεται ότι άρχισε να τρέχει ορμητικό το δεύτερο ποτάμι που τρέχει και ενώνεται κάθετα με το πρώτο, σαν εκπλήρωση της παράκλησης "το αίμα μου να γίνει ποτάμι".

Μετά από αιώνες, ίσως τον 12ο αιώνα, κάποιος ηγούμενος Μονής, σε συνεργασία με τους συγχωριανούς της, έκτισε το ναίδριο και το αφιέρωσε στη μνήμη της και η Θεοδώρα ετάφη μέσα εκεί, όπου και ακόμη αναπαύεται. Τότε, λέγεται ότι άρχισαν να φύονται τα δέντρα στη στέγη, που θέριεψαν μέσα σε ελάχιστο χρόνο, για να εκπληρωθεί και η δεύτερη παράκληση της : "τα μαλλιά μου να γίνουν ..... δέντρα".

Η εξήγηση που έδωσαν για το παράδοξο αυτό φαινόμενο συνοπτικά μερικοί επιστήμονες:

- κ. Λούκος Κων/νος (Γεωπόνος - Κόρινθος): "Δεν υπάρχει εξήγηση από πλευράς γεωπονικής επιστημονικής. Πρόκειται για ένα ΔΙΑΡΚΕΣ ΘΑΥΜΑ".

- κ. Μακρυγιάννης Π. (Γεωπόνος): "... Αλλά σα γεωπόνος, είμαι σε θέση να ξέρω πολύ καλά, ότι οι τοίχοι θα είχαν ανοίξει και σπάσει από τις ρίζες ενός μόνο δέντρου, πόσο μάλλον δεκαεπτά".

- κ. Ράπτης Γεώργιος (Δασολόγος - Ναύπακτος): "Το όλο φαινόμενο υπερβαίνει κάθε λογική, φυσική και επιστημονική εξήγηση του ανθρώπου".

- κ. Μπεληγιάννης Ελευθέριος (Πολιτικός Μηχανικός - Αθήνα): "Όταν ο αέρας αυτός (της ρεματιάς) έχει τη δυνατότητα να ξεριζώνει δέντρα, καταλαβαίνει κανείς, τι δυνάμεις εξασκούνται από τα 17 δέντρα για την ανατροπή της στέγης".

- κ. Σταυρογιάννη - Περρή Ελένη (Αρχιτέκτων - Καλαμάτα): "Φαινόμενο επιστημονικά ανεξήγητο. Οι δυνάμεις βάρους και αέρος σε συνάρτηση, θα έπρεπε λόγω θέσεως του εξωκλησιού, αλλά και λόγω της προχείρου κατασκευής αυτού, προς δε και της παλαιότητάς του να είχαν διαλύσει το κτίσμα. Τούτο όμως, παραμένει επί τόσους αιώνας χωρίς σοβαρές φθορές".

- κ. Παλλας (Διευθυντής Αρχαιοτήτων - Κόρινθος): "Βάσει των φυσικών νόμων, τουλάχιστον τα μεγάλα αυτά δέντρα, λόγω κλίσεως, ύψους, περιμέτρου έπρεπε να είχαν γκρεμισθεί. Δια να στέκουν αγέρωχα, είναι κάτι που η επιστήμη δεν μπορεί να δώσει εξήγηση".

- κ. Τίγκας Αναστάσιος (Θεολόγος, Αρχαιολόγος, Ιστορικός - Ηράκλειο Αττικής): " Η όλη ανάπτυξης, ύπαρξης και ζωή των δέντρων επί της στέγης του ναού της Οσιοπαρθενομάρτυρος Θεοδώρας εκπλήσσει, αντιβαίνει προς πάσα λογικήν και φυσικήν εξήγησιν του ανθρώπου. Καταδεικνύει μιαν σπανίαν ιδιαιτερότητα, την επέμβασιν του Θεού επί της δημιουργίας Του, το θαύμα".

Wednesday, July 6, 2011

Κάνε κουράγειο Ελλάδα μου

Τό ποίημα αυτά το ἔγραψε ὁ κύριος Ἀνδρούτσος ὁ ὁποῖος διαμένει στό Wellington New Zealand. Κατάγεται ἀπό τήν ἔνδοξη οἰκογένεια τοῦ Ὀδυσσέα Ἀνδρούτσου, ἕνας κύριος μέ εὐαισθησίες καί πόνο γιά τήν Πατρίδα μας.

Κάνε κουράγειο Ελλάδα μου καί δυνατά κρατήσου!

Κάνε κουράγειο μάνα μου! Η Παναγιά μαζί σου.

Οί κυβερνήτες πέρασαν στήν πλάτη σου κρυμμένοι

Σέ έγδαραν καί σου έφαγαν τα πλούτοι σου καημένη.

Τώρα ο κοσμάκης ο φτωχός καί αυτοί που σ' αγαπάνε

ζούνε σε τούνελ δίχως φώς, δέν ξέρουν που να πάνε!


Στης γειτονιάς την εκκλησιά, πηγαίνουν κάθε μέρα.

Γονατιστοί παρακαλούν. Βοήθα μας Πατέρα!

Ναί! Περιμένουν τόν Θεό, στήν Γή για να κατέβει.

Νά καθαρίσει το κακό! Χαρά να ξαναφέρει!


Όμως οι διάβολοι είναι πολλοί, μαζί και οι κυβερνήτες

Σου σκίζουν κάθε λίγο την ψυχή. Προδότες και αλήτες.

Να σε ρημάξουν προσπαθούν, οι κλέφτες του πλανήτη

και σαν ζητιάνα πια να ζής, μές' το δικό σου σπίτι.


Στούς ουρανούς σου θέλω απόψε να βρεθώ.

Αγκαλιασμένοι να καθίσουμε και οι δύο .

Καί στην καρδιά σου αν μπορέσω για να μπώ

Νά ακούσω τον παλμό! Να νιώσω μεγαλείο!!


Όταν γυρίσω για τα μέρη μου ξανά

Σ'ολο τον κόσμο δυνατά θα ξεφωνίζω!

Η Ελλάδα μου ειναι εδώ! Είναι καλά!

Μέ του ουρανού το χρώμα, την Γή της θα ραντίσω!

Νικόλαος Ανδρούτσος 20 Ιουνιου 2011

Ιδού έστηκα επί την θύρα και κρούω...

… Τον είδα να έρχεται. Βάδιζε γοργά. Ήξερα ή μάλλον ένιωθα ότι ερχόταν σπίτι μου και απομακρύνθηκα βιαστικά από το παράθυρο για να μη με δει. Γιατί δεν ήμουν βέβαιη πως θα Του άνοιγα.

Οι επισκέψεις Του μου δημιουργούν μιαν εντύπωση αμφίβολη, αντιφατική. Γνωριζόμαστε από καιρό πολύ. Ήτανε εποχές που συνδεόμαστε στενά. Ύστερα οι σχέσεις ξεμάκρυναν. Από τη μία αισθανόμουν τιμή και ευτυχία που Τον είχα κοντά μου. Απ’ την άλλη αισθανόμουν συχνά ενοχλημένη. Μου έκανε ερωτήσεις προσωπικές, κάπως απότομες που τις ένιωθα σαν εγκαύματα. Προσπαθούσα να γυρίσω τη συζήτηση στην περιοχή των ιδεών και των θεωριών.

Όμως, πάντα την ξανάφερνε προς τα ιδιαίτερα πράγματα για τα οποία φοβόμουν να μιλήσω. Πολλές φορές ήρθε, κι αντί ν’ ανοίξω κρύφτηκα, όχι χωρίς ντροπή, όχι χωρίς τύψεις…

Να που τώρα ήρθε στη θύρα μου. Όχι στην κύρια είσοδο του σπιτιού μου. Στέκεται αυτή τη στιγμή εμπρός σε μια μικρότερη πίσω θύρα μου.

Στην αρχή των στενών μας σχέσεων, όταν δεν ήθελα να έχω μυστικά από Αυτόν, τον είχα παρακαλέσει να έρχεται πάντα απ’ αυτή την πίσω θύρα, αφήνοντας τη μεγάλη θύρα για τους ξένους, για τις τυπικές επισκέψεις. Ύστερα, άρχισα να δοκιμάζω στενοχώρια, γιατί χρησιμοποιούσε αυτή την ιδιαίτερη θύρα. Μπαίνοντας από πίσω περνούσε κι έβλεπε οικογενειακά δωμάτια ασυγύριστα. Φαινόταν να νοιάζεται για την τραπεζαρία μου, το μαγειρείο μου, τον κοιτώνα μου. Η αταξία και η σκόνη δεν του ξέφευγαν. Έκανε μάλιστα και νύξεις, διακριτικές μαζί και ευθείες. Απάντησα με προφάσεις: «ω! είναι τόσο δύσκολο… δεν προλαβαίνω!». Μου λέει τότε: «Αν προσπαθούσαμε μαζί και οι δύο;». Αλλά φοβόμουν, φοβόμουν μήπως ανακάλυπτε πόσο μερικά πράγματα δεν ήταν όπως έπρεπε να είναι. Καθυστερούσα, προφασιζόμουν επείγουσες απασχολήσεις. Για να δώσω τέλος, κατάργησα την πίσω θύρα. Τον έβαλα από τότε από τη θύρα της πρόσοψης. Τον δέχτηκα στο σαλόνι. Οι επισκέψεις Του έγιναν ολοένα πιο ψυχρές, πιο τυπικές…

Ήρθε λοιπόν, στην πίσω θύρα. Είναι κλειστή. Από τότε που η θύρα Του καταργήθηκε μια άγρια βλάστηση άρχισε να την σκεπάζει. Ο κισσός μεγαλώνει ελεύθερα. Στο κατώφλι φυτρώνουν φυτά δηλητηριώδη. Η κλειδωνιά σκούριασε. Στάθηκε μπροστά στη θύρα Του και την κοιτάζει. Θα χτυπήσει; Θέλει λοιπόν να μπει απ’ αυτήν τη θύρα και να δείξει έτσι ότι επιθυμεί ν’ ανανεώσει τις αλλοτινές στενές μας σχέσεις;; Αλλά να που χτυπά!!! Θα Του ανοίξω;; Τίποτα δεν είναι έτοιμο για να Τον δεχτώ. Μια αταξία φοβερή απλώνεται παντού. Και που είναι το κλειδί αυτής της θύρας;; Χτυπά ακόμη… Τον παρατηρώ από μακριά. Χτυπά σιγά. Δεν δίνει γροθιές. Κρούει αργά τη θύρα με το μεγάλο δάχτυλο. Βλέπω πως το βλέμμα Του δεν πηγαίνει ίσια στην πόρτα. Χτυπώντας κοιτά στο πλάι και ψηλά κατά τον ουρανό. Η έκφρασή Του είναι σοβαρή, προσεκτική αλλά όχι ανυπόμονη. Μοιάζει να συγκεντρώνεται, όχι στην θύρα και στην απόκρισή μου αλλά στη χάρη που ο Πατέρας μπορεί να δώσει, στην απόφαση που ο Πατέρας μπορεί να εμπνεύσει. Χτυπά ολοένα. Τι να κάνω;; Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς την παρουσία Του και δεν μπορώ να υποφέρω την παρουσία Του. Αν ανοίξω θα μου κάνει παρατηρήσεις. Θα προσπαθήσω να δικαιολογηθώ. Δεν μπορώ να ανοίξω παρά αν Του παραδοθώ χωρίς όρους. Τότε δεν θα υπάρχουν προβλήματα.. Εμπρός! Πηγαίνω προς την θύρα. Ανοίγω αυτή την θύρα, που τρίζει και την εμποδίζουν τα παράσιτα φυτά.

Χάνομαι: «Κύριε, έμπα. Κύριε, ξέρεις…»Θα έλεγα «ξέρεις πως μ’ όλα ταύτα Σ’ !». Δεν τολμώ όμως να συνεχίσω την φράση κι ένας λυγμός πνίγει τη φωνή μου. Λέει: «Ξέρω… θα δειπνήσω μαζί σου.». Φωνάζω: «Κύριε, δεν ετοίμασα δείπνο. Δεν έχω τίποτα απ’ ότι χρειάζεται». Απαντά: «Εγώ σε καλώ στο δείπνο μου, θέλω στο σπίτι σου να εορτάσω το δείπνο μου».

http://synaxari-synaxari.blogspot.com/2011/05/blog-post.html

Tuesday, July 5, 2011

Κι ὅμως εἶναι ἑλληνικές.ἐτυμολογική ἐξέταση λέξεων τῆς Ἀγγλικῆς

Μπαμπινιώτης Γεώργιος (Καθηγητής Γλωσσολογίας Πανεπιστημίου 'Αθηνῶν)

Ἄν σᾶς ρωτήσει κανείς, θέλοντας νά ἐλέγξει τίς ἐτυμολογικές γνώσεις σας στήν Ἀγγλική ἤ στήν Ἑλληνική, ἄν λέξεις ὅπως λ.χ. butter «βούτυρο», paper «χαρτί», church «ἐκκλησία», sketch «σκαρίφημα - θεατρικό σκέτς», bomb «βόμβα», clergy «κληρικός» καί clerk «ὑπάλληλος», chart «χάρτης» καί card «κάρτα», calm «νηνεμία, γαλήνη», pain «πόνος», pirate «πειρατής», diploma «δίπλωμα», chanel «δίαυλος», priest «ἱερέας», buffalo «βουβάλι», monk «μοναχός», bishop «ἐπίσκοπος» κ.α. προέρχονται ἀπό τήν Ἑλληνική ἤ εἶναι ἀμιγῶς ἀγγλικές, μή βιαστεῖτε νά ἀπαντήσετε ὅτι δέν σᾶς φαίνονται ἑλληνικές. Ἡ πραγματικότητα εἶναι ὅτι περνώντας μέσα ἀπό διάφορους, συχνά δαιδαλώδεις καί σκολιούς, γλωσσικούς δρόμους οἱ λέξεις αὐτές ἔφτασαν στήν Ἀγγλική, ἔχοντας ξεκινήσει ἀπό τήν ἑλληνική γλώσσα. Εἶναι δάνειες λέξεις τῆς Ἀγγλικῆς ἀπό τήν Ἑλληνική. Μία ματιά σέ ἔγκυρα λεξικά τῆς Ἀγγλικῆς (Webster, Random House, Longman, Oxford κ.α.) μπορεῖ νά σᾶς πείσει.

Τό ἀρχ. ἑλληνικό βούτυρον / βούτυρος (βούς + τυρός), μέσω τοῦ λατιν. butyrum, ἔδωσε τό ἀρχ. ἀγγλ. butere, ἀπ' ὅπου τό σύγχρονο ἀγγλ. butter (καί τά γερμ. Butter, γαλλ. beurre, ἰταλ. burro κ.α.). Τό ἀρχ. ἑλλην. πάπυρος, πού δήλωσε τήν πρώτη μορφή γραφικῆς ὕλης ἀπό τό ὁμώνυμο φυτό τό ὁποῖο εὐδοκιμοῦσε στήν Αἴγυπτο, ἔδωσε τό ἀγγλ. paper (γαλλ. papier, γερμ. Papier κ.ἄ.) μέσω τοῦ λατιν. papyrum, ἀπ' ὅπου τό μεσαιων. γαλλ. papier καί τό μεσαιων. ἀγγλ. papir. Πιό σύνθετη εἶναι ἡ προέλευση τῆς λέξης πού δήλωσε στήν Ἀγγλική «τήν ἐκκλησία», τῆς λ. church. Ξεκίνησε ἀπό τό ἑλληνιστ. κυριακόν (δῶμα) «ὁ οἶκος τοῦ Κυρίου» (ἀπό τό Κύριος), τό ὁποῖο, μέσω τοῦ ἀρχ. γερμ. kirihha (ἀπ' ὅπου τό νέο γερμ. Kirche «ἐκκλησία») καί τῶν ἀρχ. ἀγγλ. cirice καί μεσαιων. ἀγγλ. chirche, ἔδωσε τό νέο ἀγγλ. church. Οἱ ἴδιοι οἱ Ἕλληνες χριστιανοί χρησιμοποίησαν τό ἀρχ. ἐκκλησία (ἐκκλησία τοῦ δήμου «ἡ συγκέντρωση τοῦ λαοῦ / τῶν πολιτῶν ὡς θεσμικό ὄργανο») μέ νέο περιεχόμενο: χῶρος ὅπου συγκεντρώνονται οἱ πιστοί γιά νά λατρεύσουν τόν Θεό (ἐνῶ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες χρησιμοποιοῦσαν τή λ. ναός, μέ τήν ἀντίληψη ὅτι ἀποτελεῖ χῶρο ὅπου ναίουν, ὅπου κατοικοῦν οἱ θεοί).

Ἐνδιαφέρον ἔχει, γιά τίς περιπέτειές της, ἡ λέξη sketch «σκαρίφημα - θεατρικό σκέτς». Ποιός τό φαντάζεται, ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι προέρχεται ἀπό τήν ἑλλην. λ. σχέδιο; Ἡ ἀρχαία ἑλλ. λ. σχέδιον (ἀπό τό ἀρχ. σχέδιος πού σήμαινε «προσωρινός, αὐτοσχέδιος», προερχόμενη ἀπό τή λ. σχεδόν κι αὐτή ἀπό τό ἔχω), μέσω τοῦ λατιν. schedium, ἔδωσε τό ἰταλ. schizzo, πού πέρασε στά ὀλλανδικά ὡς schets, ἀπό ὅπου τό ἀγγλ. sketch. Τό περίεργο γιά τή ζωή τῶν λέξεων εἶναι ὅτι τό ἑλλην. σχέδιο ἐπανῆλθε στούς νεότερους χρόνους στήν Ἑλληνική, δηλ. ὡς «ἀντιδάνειο» (ὡς δάνειο δανείου!...), μέσα ἀπό δύο ξένες γλῶσσες: ἀπό τήν Ἰταλική ὡς σκίτσο καί ἀπό τήν Ἀγγλική ὡς σκέτς.
Ἀνάλογη εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ ἀγγλ. scene «σκηνή». Προέρχεται ἀπό τό ἑλλην. σκηνή, μέσω τοῦ λατιν. scaena / scena. Ἀπό τό ὑποκοριστικό τοῦ λατιν. scene, ἀπό τό scenarium, προῆλθε τό ἰταλ. scenario πού πέρασε σέ διάφορες γλῶσσες (ἀγγλ. scenario, γαλλ. scenario κ.α.) καί ἐπανῆλθε στά Ἑλληνικά ὡς σενάριο (ἀντιδάνειο). Ἀπό τό θέμα σχ- (τοῦ ἔχω, πβ. κατά-σχ-ω, παρά-σχ-ω, σχ-εδόν) πού εἴδαμε καί στό σχέδιο, προῆλθε καί ἡ λ. σχῆμα πού ἔδωσε, μέσω τοῦ λατιν. schema, τό ἀγγλ. scheme.

Μία λέξη πού θά ξαφνίαζε ἴσως ὅταν κανείς διαπιστώσει ὅτι εἶναι ἑλληνική, εἶναι ἡ ἀγγλική λ. pain «πόνος». Ἡ λέξη αὐτή προῆλθε ἀπό τήν ἑλλην. λ. ποινή πού σήμαινε ἀρχικά «τιμή αἵματος, ἐκδίκηση (γιά ἔγκλημα)» καί μετά «τιμωρία». Μέσω τοῦ λατ. poena, πού ἔδωσε τό γαλλ. peine (ἀρχικά σήμαινε «τά βασανιστήρια τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως»), προῆλθε τό ἀγγλ. pain μέ τή σημ. «πόνος» ὡς ἀπόρροια τῶν πόνων ἀπό τά βασανιστήρια καί ὡς ἐπακόλουθο τῆς τιμωρίας γενικότερα. Ἐξίσου ἴσως θά ξάφνιαζε καί ἡ ἀγγλική λ. calm «κάλμα, νηνεμία».

Κι αὐτή προῆλθε ἀπό ἑλληνική λέξη, τό ἀρχ. καῦμα, πού δήλωνε τόν καύσωνα καί τό θέρος, ὁδηγώντας συνεκδοχικά στή σημ. τῆς ἠρεμίας τῆς θάλασσας, τῆς ἔλλειψης δυνατῶν ἀνέμων. Στήν Ἀγγλική ἔφτασε ἡ λέξη ἀπό τό ἰταλ. calma πού ἀνάγεται σέ ὄψιμο λατιν. cauma ἀπό τό καῦμα. Ὅτι ἡ λ. ξαναγύρισε στήν Ἑλληνική μέσω τῆς Ἰταλικῆς ὡς κάλμα, δηλ. ὡς ἀντιδάνειο, εἴδαμε ὅτι ἀποτελεῖ συχνό φαινόμενο. Τό ἀρχ. πειρῶμαι «προσπαθῶ, ἀποπειρῶμαι, τολμῶ» ἔδωσε στή μεταγενέστερη Ἑλληνική τή λ. πειρατής πού προφανῶς θά σήμαινε ἀρχικά αὐτόν πού ἀποτολμᾶ παράτολμα καί παράνομα ἐγχειρήματα. Μέσω τοῦ λατιν. pirata ἡ λ. ἔδωσε τό ἀγγλ. pirate.

Στήν ἐκκλησιαστική γλώσσα μία σειρά ἀπό ἀγγλικές λέξεις προέρχονται ἀπό τήν Ἑλληνική, χωρίς αὐτό νά εἶναι ἀμέσως αἰσθητό στόν μή εἰδικό. Τέτοιες εἶναι οἱ ἀγγλικές λέξεις priest, clergy (καί clerc), bishop, monk κ.α. Συγκεκριμένα τό ἑλλην. πρεσβύτερος (ἀρχική σημ. «γεροντότερος») ἔδωσε τό ὄψιμο λατ. presbyter. Ἀπό αὐτό, μέ ὁρισμένες μεταβολές, προῆλθε τό ἀρχ. ἀγγλ. preost καί κατόπιν τό μεσαίων. ἀγγλ. preist, πού ἔδωσε τό νεότ. ἀγγλ. priest. Τό ἑλλην. κληρικός (ἀπό τή λ. κλῆρος) «αὐτός πού τοῦ πέφτει ὁ κλῆρος, πού τοῦ ἀνατίθεται ἕνα ἔργο» ἔδωσε τό ὄψιμο λατιν. clericus ἀπ' ὅπου τά ἀρχ. ἀγγλ. cleric καί clerc. Ἀπό αὐτά προῆλθε τό ἀγγλ. clerk «λόγιος» - «ὑπάλληλος ἐξουσιοδοτημένος μέ συγκεκριμένο ἔργο» - «ἁπλός ὑπάλληλος». Τό ἀρχ. ἀγγλ. clerc ἔδωσε καί τόν ἐκκλησιαστικό ὅρο clergy «κληρικός, ἱερωμένος». Τό ἑλλην. ἐπίσκοπος εἶναι ἡ λέξη ἀπ' ὅπου προῆλθε τό ἀγγλ. bishop «ἐπίσκοπος», μέσω τοῦ ὄψιμου λατιν. episcopus, ἀπ' ὅπου τά ἀρχ. ἀγγλ. bisceop καί μεσαίων. ἀγγλ. bishhop πού προηγήθηκαν τοῦ νεότερου ἀγγλικοῦ bishop. Ὡς πρός τό ἀγγλ. monk «μοναχός» προῆλθε ἀπό τό μεταγεν. ἑλλην. μοναχός μέσω τοῦ ὄψιμου λατιν. monachus, ἀπ' ὅπου τό ἀρχ. ἀγγλ. munuc καί μετέπειτα τό νεοτ. ἀγγλ. monk. Τό ἀγγλ. chart «χάρτης» ἀλλά καί τό card «κάρτα» προῆλθαν ἀπό τό ἕλλην. χάρτης. Τό bomhttp://www.blogger.com/img/blank.gifb «βόμβα» ἀπό τό ἀρχ. ἑλλην. βόμβος. Τό «πολύ ἀμερικάνικο» buffalo ἀπό τό ἑλλην. βούβαλος. Τό ἑλλην. δίπλωμα (ἀπό διπλώνω, διπλοῦς) μέ τή σήμ. «ἐπίσημο ἔγγραφο» ἔδωσε τό diploma καί ἀπό αὐτό τό diplomat «διπλωμάτης» κ.ο.κ.

Ὅπως ἔγινε, ἐλπίζω, φανερό, ἕνα πλῆθος ἀπό ξένες λέξεις, ἐν προκειμένω ἀγγλικές, ἕλκουν τήν καταγωγή τους ἀπό τήν ἑλληνική γλώσσα, ἀπευθείας ἤ, πιό συχνά, μέσω τῆς λατινικῆς γλώσσας. Ὅσα γράφονται ἐδῶ δέν δίδονται γιά νά ἀποτελέσουν ἀφορμή κομπασμοῦ ἀλλά ὡς νύξεις γιά γλωσσική αὐτογνωσία καί περίσκεψη, γιά τό πόσα ἔχει κανείς νά κερδίσει ἀπό μία ἐτυμολογική περιδιάβαση στούς δρόμους τῆς γλώσσας μας.

http://www.agiazoni.gr/article.php?id=03853600237662775515&PHPSESSID=e325c71f72f43bc3249134777a309643