Ὅσο προχωρῶ στὴν ἡλικία, τόσο περισσότερο συνειδητοποιῶ τὴ ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καὶ τὴν ἀστάθειά τους. Ἀλίμονο, γιατί ἀνησυχοῦμε μάταια; Ἡ ζωή μας εἶναι σύντομη· εἶναι σκόνη, στάχτη καὶ περαστικὰ ὄνειρα, καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγο θὰ γευθοῦμε τὴ φθορά. Σήμερα εἶσαι ὑγιὴς καὶ αὔριο θὰ χάσεις τὴν ὑγεία σου. Σήμερα γελᾷς καὶ αὔριο θὰ λυπηθεῖς. Τώρα τὰ μάτια σου χύνουν δάκρυα χαρᾶς, καὶ σύντομα θὰ χύσουν δάκρυα λύπης καὶ πόνου. Σήμερα ἡ οἰκονομικὴ κατάσταση εἶναι σταθερή, καὶ αὔριο θὰ ἔρθουν δοκιμασίες. Σήμερα δέχεσαι χαρμόσυνες εἰδήσεις, καὶ μὲ μιὰ ἀνοιγοκλείση τῶν ματιῶν θὰ πάρουν τὴ θέση τους λυπηρὲς εἰδήσεις.
Κουράζουμε
μάταια τοὺς ἑαυτούς μας. Ἡ ζωή μας εἶναι σκιὰ καὶ περαστικὸ ὄνειρο. Ποῦ εἶναι οἱ
γονεῖς μας, οἱ συγγενεῖς μας καὶ οἱ παπποῦδες μας; Ὁ τάφος τοὺς ἔχει ὅλους
σκεπάσει, καὶ ἀποσυντέθηκαν καὶ ἔγιναν τροφὴ τῶν σκωλήκων.
Ὁ
τάφος καὶ ἡ φθορὰ περιμένουν καὶ ἐμᾶς.
Ὢ
θάνατε, ἡ μνήμη σου εἶναι πολὺ πικρή. Ὁ Χριστός μας μᾶς ἔδωσε τὴ δύναμη νὰ
γίνουμε τέκνα τοῦ Θεοῦ, ὁπλίζοντάς μας μὲ πολλὰ θεῖα ὅπλα, γιὰ νὰ πολεμήσουμε τὸν
ἀνελέητο ἐχθρό μας. Ὅμως ἐμεῖς — κι ἐγὼ πρώτη ἀπὸ ὅλους — γινόμαστε αἰχμάλωτοι
τοῦ ἀντιπάλου μας, ἐπειδὴ παραμελοῦμε τὰ ὅπλα ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Χριστός. Καὶ ὅσο
πλησιάζουμε στὸν θάνατο, τόσο περισσότερο τρέμουμε ἀπὸ φόβο καὶ προσπαθοῦμε μὲ
κάθε τρόπο νὰ παρατείνουμε τὴ ζωή μας, ἐπειδὴ ἡ ψυχὴ φοβᾶται νὰ ἀποχωριστεῖ ἀπὸ
τὸ σῶμα. Γιατί; Γιατί δὲν παίρνεις θάρρος ὡς θυγατέρα τοῦ Θεοῦ; Πηγαίνει μήπως
σὲ ξένον βασιλιά; Ἀλλὰ ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ Δημιουργός της καὶ ὁ Σωτήρας της, ὁ Ὁποῖος
ἔχυσε τὸ Αἷμά Του γιὰ νὰ ἐλευθερώσει τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὸν ἐχθρό της. Γιατί
λοιπόν φοβᾶσαι καὶ στερεῖσαι θάρρους;
Ὁ
θάνατος εἶναι ψυχρὸς ἀπὸ τὴ φύση του· «περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου»,
ὅπως εἶπε ὁ Ἰησοῦς. Ὁ περισσότερος φόβος — δυστυχῶς — προέρχεται ἀπὸ τὴ
συνείδηση, διότι δὲν διαβεβαιώνει τὴν ψυχὴ ὅτι ἔζησε ὅπως ἔπρεπε, ἐπειδὴ δὲν ἔζησε
μὲ τάξη καὶ εὐταξία καὶ δὲν ἔπλυνε τὸ νυμφικὸ ἔνδυμα. Γι’ αὐτὸ ντρέπεται νὰ
παρουσιαστεῖ μπροστὰ στὸν Βασιλέα, συλλογιζόμενη τὴν κρίση ποὺ θὰ λάβει: ναί ἢ ὄχι;
Θὰ σωθῶ ἢ ὄχι; Ἐὰν ἡ ψυχὴ φύγει χωρὶς ἐξομολόγηση καὶ χωρὶς πλήρη μετάνοια,
τότε ἀλλοίμονο σ’ αὐτὴν ἐκείνη τὴν ὥρα — αὐτὴ εἶναι ἡ πονηρὴ ἡμέρα στὴν ὁποία ἀναφέρθηκε
ὁ Προφήτης Ἱερεμίας: «Μὴ γένου μοι εἰς φόβον, ἐσὺ καταφυγή μου ἐν ἡμέρᾳ κακῶν».
Ἂς
προσευχηθοῦμε, ὥστε ὁ Ἅγιος Θεός μας νὰ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς τοὺς
τρόμους, χαρίζοντάς μας πλήρη μετάνοια καὶ ἔργα ἄξια αὐτῆς — ἔργα ἐλέους καὶ ἀγάπης
— καὶ πνεῦμα μετανοίας μὲ ἀληθινὴ ταπείνωση. Εἴθε ὁ δίκαιος Κριτὴς νὰ εἶναι ἐλεήμων
μαζί μας, ὥστε, ὅταν ἔρθει ἡ φοβερὴ ὥρα τοῦ θανάτου, ἡ ψυχὴ νὰ πάρει θάρρος, ἔχοντας
ἐμπιστοσύνη στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ πεῖ: «Εἶμαι βέβαιη ὅτι ὁ Θεὸς θὰ ἐλεήσει
τὴν ἀθλιότητά μου». Ἀμήν.
ΛΟΓΙΑ ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΩΣ ἈΠΟ ΤΟ ἉΓΙΟΝ ὌΡΟΣ

No comments:
Post a Comment