Monday, October 15, 2018

Ο ιερεύς ενδύεται λευκά, πολυτελή ή χρυσοΰφαντα άμφια. Γιατί άραγε;


Ο ιερεύς ενδύεται λευκά, πολυτελή ή χρυσοΰφαντα άμφια. Γιατί άραγε; Επειδή είναι εγωιστής; Όχι, αγαπητοί μου. Όταν φοράη λευκά άμφια, θέλει να δείξη τον Χριστόν, ο οποίος κατά την Μεταμόρφωσιν ενεφανίσθη με λευκά σαν χιόνι ιμάτια. Έτσι, εις το πρόσωπο και εις τα ρούχα του ιερέως εμφανίζεται ο Χριστός. Όταν φοράη πολυτελή άμφια, θέλει να δείξη την δόξαν του Χριστού. Φορώντας το στιχάριον, το πρώτο άμφιον, ενδύεται επάνω του τον Χριστόν. Φορώντας κατόπιν το πετραχήλι, είναι σαν να παίρνη την χάριν του Θεού. Όταν, τέλος, προσθέτη επάνω του το φελόνιόν του, είναι μία πλήρης εικόνα του Χριστού.
--------------------------------------
Βλέπεις τον ιερέα με τα άμφια; Δεν είναι πλέον ο συγκεκριμένος ιερεύς, αλλά ο Χριστός. Κανείς στον κόσμο δεν φοράει τα άμφια που φορούν οι ιερείς. Είναι κάτι το υπερκόσμιον. Είναι ένα παράξενο θέαμα, μια ουράνια οπτασία, για να δείξη ότι κάτι το ουράνιο, ο ίδιος ο Χριστός, κατέβηκε σε εμάς.
--------------------------------------
Ανοίγει λοιπόν η ωραία πύλη και εις το θυσιαστήριον εμφανίζεται ο ιερεύς. Γιατί όμως ο ιερεύς δεν κοιτάζει εμάς, αλλά κοιτάζει προς το θυσιαστήριον; Ίσταται προ του θυσιαστηρίου και δέεται, ικετεύει, παρακαλεί τον Χριστόν ως ένας μεσίτης δικός μας. Όταν θα κάνη κατόπιν την είσοδον, θα πέραση ανάμεσά μας χωρίς να μας ρίξη πάλι ούτε ένα βλέμμα. Είναι αυτός που προπορεύεται, που ανεβαίνει, που μας οδηγεί εις τον δρόμο του ουρανού.
--------------------------------------
Τι κάνει ο ιερεύς και πάει συνεχώς μπροστά χωρίς να μας κοιτάζη; Προσέξτε να καταλάβετε. Ανεβήκατε ποτέ στα μοναστήρια των Μετεώρων; Έχετε έλθει στο Μεγάλο Μετέωρο; Στην αρχαία εποχή οι άνθρωποι ανέβαιναν με το δίκτυ. Τους έβαζαν μέσα, τους έκλειναν τα μάτια για να μη ζαλίζωνται, και τους ανέβαζαν με το βαρούλκο. Αργότερα έκαναν ένα δρομάκι πολύ στενό, σύρριζα στον βράχο, που ανέβαινε μέχρι το βουνό της Μεταμορφώσεως. Όταν λοιπόν ερχόταν κάποιος, πώς να ανέβη εκείνο το πολύ στενό μονοπατάκι; Αν κοιτούσε κάτω στον κρημνό, θα εσωριάζετο και θα εχάνετο. Κατέβαινε τότε ένας καλόγερος, έδινε εις τον επισκέπτη το ράσο του και του έλεγε: Καθώς εγώ θα ανεβαίνω και θα κοιτάζω προς τα επάνω, εσύ κράτα με. Θα ανεβαίνωμε μαζί. Μην κοιτάξης όμως κάτω. Αν κοιτάξης, θα πέσης και θα παρασύρης και εμένα. Και από εκείνο το μικρό μονοπάτι, που χτυπούσε η καρδιά του επισκέπτου, γιατί ήξερε πως κάτω ήταν χάος, τον ανέβαζε ο καλόγερος. Τον ανέβαζε γύρω γύρω και, όταν έφθαναν επάνω, έλεγε: Αχ, εδώ είναι ο Χριστός! Αυτό ακριβώς κάνει και ο ιερεύς. Μας ανεβάζει στο στενό μονοπάτι. Πρόσεξε, μην κοιτάζης κάτω, μη σε πλανέψη κάτι το χοϊκό. Ψηλά η καρδιά σου, ο νους σου αετός, για να μπορή να διασχίση και τους αιθέρας και τους ουρανούς! Χερσαία ζώα δεν μπορούν να πετάξουν. Αετός γίνε! Ψηλά κοίτα!

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης
Πηγή:.myriobiblos.gr

Ελεημοσύνη-Ο Φούρναρης


Ο φούρναρης γκρίνιαζε συνέχεια στην γυναίκα του που πήγαινε στις εκκλησίες και έδινε στους φτωχούς και στους εράνους. Μια μέρα, εκεί που έβγαλε το ζεστό ψωμί και μοσχοβόλησε η γειτονιά, ήρθε και στάθηκε στην πόρτα του ένας φτωχος.
- Αφεντικό, όλα αυτά τα ψωμιά είναι δικά σου;
... - Αμ΄ τίνος να'ναι;
- Και δεν τα τρως;
- Βρε φύγε από δω!
- Δώσε μου και μένα ένα ψωμάκι που πεινάω.
- Φύγε σου είπα, παράτα με.
- Αφεντικό!
- Φεύγεις ή δεν φεύγεις;
- Αφεντικό! Παρακαλούσε ο φτωχός...
Δεν πρόλαβε να τελειώσει, και ο φούρναρης πετάει ένα ψωμί στο κεφάλι του. Έσκυψε ο φτωχός και το ψωμί τον πήρε ξυστά και έπεσε παραπέρα. Τρέχει, το αρπάζει, κάθεται σε μια γωνιά και το τρώει... Ο φούρναρης όλη μέρα ήταν νευριασμένος για τον γρουσούζη επισκέπτη και το ψωμί που έχασε. Ας τολμήσει να ξανάλθει, έλεγε!
Τη νύχτα, κάπου δύο μετά τα μεσάνυχτα, πετάγεται ο φούρναρης από τον ύπνο του τρομαγμένος και καταϊδρωμένος.
- Γυναίκα, σήκω, ξύπνα. Φέρε μου μία φανέλα να αλλάξω και να σου πω… Γυναίκα, πέθανα λέει, και μαζεύτηκαν γύρω μου Άγγελοι και διάβολοι. Ποιoς να πάρει την ψυχή μου. Σε μια μεγάλη ζυγαριά όλο και πρόσθεταν οι τρισκατάρατοι τα κρίματά μου. Και ο ζυγός βάρυνε και βάρυνε και οι Άγγελοι δεν είχαν τίποτα να βάλουν και λυπόντουσαν. Σε μια στιγμή, ένας Άγγελος φωνάζει: Το ψωμί! Αυτό που χόρτασε τον πεινασμένο. Βάλτε το στον άλλο ζυγό. Οι διάβολοι επαναστάτησαν: Το ψωμί δεν το έδωσε. Το έριξε να σπάσει το κεφάλι του φτωχού. Και απάντησαν οι Άγγελοι: Όμως χόρτασε τον πεινασμένο και εκείνος έδωσε την ευχή του. Και που λες γυναίκα μου, εκείνο το ψωμί έκανε και έγειρε η ζυγαριά αντίθετα και σώθηκα. Το λοιπόν, δίνε, δίνε και μη σταματάς. Και εγώ θα δίνω. Αχ, να ξανάρθει εκείνος ο φτωχός...
Nα θυμασαι....
Όταν δίνεις, πλουτίζεις... Δεν πτωχαίνεις!

Διδακτική ιστορία: Τα άκρα, τα περίσσια και τα υπέρμετρα των δαιμόνων είναι..


Όταν ο γερο-Δανιήλ ήταν στο Ρωσικό, παρατηρούσε πως κάποιος μοναχός που ασκήτευε σ΄ ένα κάθισμα έξω από το μοναστήρι, παρίστανε τον μεγάλο ασκητή.
Έκανε μεγάλες νηστείες, φορούσε τα πιο άθλια ρούχα, γύριζε ξιπόλητος, γύριζε ξιπόλητος ακόμα και τον χειμώνα κλπ. Μεταξύ των άλλων, ενώ ο κανονισμός προβλέπει 300 μετάνοιες την ημέρα, αυτός έκανε 3000. Οι άλλοι λοιπόν μοναχοί τον εθαύμαζαν.
-Αυτό; είναι πραγματικός καλόγερος. Αυτός είναι ασκητής με τα όλα του έλεγαν.
Ο π. Δανιήλ, παρ΄ όλο που ήταν νεώτερος τότε, δεν έδειχνε ενθουσιασμένος. Με το διορατικό του βλέμμα διέκρινε μια κατάσταση κάθε άλλο, παρά θεάρεστη. Διεπίστωσε μάλιστα πως στην πόρτα της καλύβης του υπήρχε κάποιο άνοιγμα, που επέτρεπε στους διαβάτες να βλέπουν μέσα για να επαινούν τη μεγάλη του άσκηση.
Η αγάπη τον έσπρωξε ν΄ αναφέρει την υπόθεση στον ηγούμενο, ώστε να σωθεί ο αδελφός από την πλάνη. Τότε ο ηγούμενος ξεκίνησε για την καλύβη του «υπερασκητού»!
–Πώς τα περνάς εσύ εδώ, πάτερ ;
-Με την ευχή σου γέροντα, καλά. Αγωνίζομαι και κλαίω τις αμαρτίες μου.
-Μόνο που δεν ήρθες καμιά φορά να μου πεις τους λογισμούς σου.
-Τί, να σου πω, γέροντα ; Τα ξέρεις. Είμαι ένας αμαρτωλός που αγωνίζομαι.
-Τί αγώνες έχεις ; Δεν μου λες, κάνεις καμιά γονυκλισία ;
-Ναι, γέροντα, κάνω μερικές.
-Πόσες ;
-Να με την ευχή σου 3000 την ημέρα.
-Πώς ; Γιατί 3000 ; Ποιός σου έδωσε ευλογία για τόσες ; Όχι, δεν θα ξανακάνεις 3000. Τί θέλεις να παραστήσεις ; Τον «υπερασκητή»; Στο εξής μόνο πενήντα. Έτσι δεν θα σε πιάνει και υπερηφάνεια.
Ο γέροντας έφυγε. Η τομή είχε γίνει και το απόστημα παρουσιάσθηκε αμέσως με όλη του τη δυσοσμία. Συνέβη κάτι το ανέλπιστο.
Ο άλλοτε «μέγας και τρανός» ασκητής πήρε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών. Γονυκλισίες δεν μπορούσε να κάνει ούτε πενήντα ! Αντί για κουρελιάρικα ρούχα φορούσε τώρα ό,τι πολυτελέστερο υπήρχε. Η φτωχική του τράπεζα γνώρισε τα εκλεκτότερα φαγητά.
Όπως ήταν φυσικό, οι άλλοι πατέρες έτριβαν τα μάτια τους. Τότε πια κατάλαβαν πως οι υπέρμετρες ασκήσεις του οφείλονταν σε πνεύμα υπερηφανείας. Έτσι μπορούσε να εξηγηθεί και η καταπληκτική μεταβολή, γιατί το πνεύμα αυτό της πλάνης κυνηγάει τα άκρα. Τα άκρα, τα περισσά και τα υπέρμετρα, σύμφωνα με την πατερική σοφία «των δαιμόνων εισί».
 ΑΡΧΙΜ. ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ, ΔΑΝΙΗΛ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ

Sunday, October 14, 2018

Για προσκεφάλι σου να έχεις τη λέξη αυτή: ευχαριστώ!


"Για προσκεφάλι σου να έχεις τη λέξη: ευχαριστώ"
Την ώρα που ξαπλώνεις για να κοιμηθείς, θυμίσου να σε παίρνει ο ύπνος μ' αισθήματα ευγνωμοσύνης. Αν κοιμηθείς σκεπτόμενος δυσάρεστα και λυπηρά αν σε μιζέρεια και σε σκέψεις γκρίνιας έρθει ο ύπνος να σε πάρει, γέμισες δηλητήρια το κορμί σου όλη νύχτα . Ενώ αν πεις "σ' ευχαριστώ Θεέ μου" που αναπνέω, που ήρθαν δυο φίλοι σπίτι να με δουν, που έφαγα αυτό το νόστιμο σουβλάκι κι αυτό το τέλειο παγωτό, που είδα τα μάτια του καλού παιδιού μου κι άκουσα το τραγούδι π' αγαπώ, που φίλησα τα χείλη της καλής μου, και έδωσα ένα κέρμα στο φτωχό...Μα όχι μόνο να τα πεις, μα να τα νιώσεις κι όλας τούτα δω τα λόγια. Να αισθανθείς να βγαίνει από τα σπλάχνα σου κάτι γλυκό. Κάτι σαν παιδικό σιρόπι, που ρίχνει ευθύς τον πυρετό. Τότε να δεις τι ομορφιά η καρδιά θα νιώσει και πόσο θα γλυκάνει το μυαλό, και πώς ο ύπνος γρήγορα θα έρθει να σου χαρίσει χορτασμό. Θα κοιμηθείς ίσως τρεις ώρες, μα θα 'ναι ο ύπνος σου βαθύς ντυμένος την ευγνωμοσύνη σαν να εκοιμήθης δεκατρείς. Τέτοιοι ανθρώποι - εγώ νομίζω - θα ζήσουνε χρόνια πολλά, γιατί η γκρίνια μάς γερνάει κι ασπρίζει όλων τα μαλλιά. Γι' αυτό, κι εσύ όταν ξαπλώνεις προσπάθησε να θυμηθείς τα τόσα δώρα που βιώνεις και πάψε να μεμψιμοιρείς...
Για προσκεφάλι σου να έχεις τη λέξη αυτή: ευχαριστώ!
Κι αν η ζωή σου σε πληγώνει εσύ, ξανά ευχαριστώ!
Μοιάζει τρελό, κουφό, παράλογο, να λέω για όλα ευχαριστώ. Μα όσες φορές το δοκιμάζω πιάνει! Και, να! είμαι εδώ, κι ακόμα ζω...
π.Ανδρέας Κονάνος

Θα έρθουν χρόνια δύσκολα, αλλά μη φοβάστε.


Γέροντας Αμβρόσιος :
Θα έρθουν χρόνια δύσκολα, αλλά μη φοβάστε.
Τα παιδιά Του ο Θεός δεν τα εγκαταλείπει, θα τα φυλάει σκανδαλωδώς.
-Δηλαδή, Γέροντα;
-Τί δηλαδή;
Να, άμα δεν θα έχεις να φας, θα ξυπνάς το πρωί, θα βρίσκεις μια φραντζόλα πάνω στο τραπέζι και θα λες : «Αυτό από που ήρθε»;
Αλλά πρέπει να έχεις πίστη.
Χωρίς πίστη, δεν γίνεται τίποτα.
-Από εδώ και πέρα, δεν έχεις διανοηθεί τί θα δεις και τι θα ακούσεις.
-Στην Ελλάδα θα συμβούν;
-Σε όλο τον κόσμο και σ’ εμάς.
Και γιατί;

Μάθε λοιπόν, ότι το να στέκεσαι όρθιος και να μην πέφτεις στα πάθη


Μάθε λοιπόν, ότι το να στέκεσαι όρθιος και να μην πέφτεις στα πάθη, δεν οφείλεται στη δική σου αρετή, αλλά στη χάρη του Θεού, που σε βαστάζει στα χέρια του, για να μη φοβηθείς. Αυτά να σκέφτεσαι τον καιρό της πνευματικής χαράς σου, και όταν αρχίζεις να υψηλοφρονείς, είπε ο άγιος αυτός πατέρας μας, κλάψε και δάκρυσε και να θυμάσαι συνεχώς τα πρότερα παραπτώματα σου, στα όποια έπεσες με την παραχώρηση του Θεού. Κάνε έτσι, για να αποκτήσεις ταπείνωση και να γλιτώσεις από την πτώση. Όμως και πάνω στις πτώσεις σου, μην απελπισθείς, αλλά με ταπεινούς λογισμούς εξιλέωσε το Θεό και άφησε τον να συγχωρήσει τα αμαρτήματα σου.
Όσιος Ισαάκ ο Σύρος

Saturday, October 13, 2018

Μή φοβάσαι, γιατί σέ λύτρωσα. Σοῦ ἔδωσα τό ὄνομά μου, σύ εἶσαι δικός μου


Ἄν ὁ Θεός δεῖ ὅτι ὑποτάχθηκε σ' Αὐτόν ὁ νοῦς μέ ὅλες του τίς δυνάμεις καί δέν ἔχει ἄλλη βοήθεια παρά Αὐτόν μόνο, τότε τόν ἐνδυναμώνει καί λέει: «Μή φοβάσαι, παιδί μου Ἰακώβ, ὀλιγάριθμε Ἰσραήλ»(Ησ. 41,13). Καί πάλι λέει: «Μή φοβάσαι, γιατί σέ λύτρωσα. Σοῦ ἔδωσα τό ὄνομά μου, σύ εἶσαι δικός μου. Καί ἄν περνᾶς ἀπό νερό, εἶμαι μαζί σου, ποτάμια ὁλόκληρα δέν θά σέ παρασύρουν, κι ἄν περάσεις ἀνάμεσα ἀπό φωτιά δέ θά καεῖς και ἡ φλόγα δέν θά σέ κατακάψει, γιατί ἐγώ εἶμαι ὁ Κύριος ὁ Θεός σου, ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ, πού σέ σώζω»(Ησ. 43, 1-3).
  Ἄν λοιπόν ὁ νοῦς ἀκούσει αὐτά τά ἐνθαρρυντικά λόγια, ἀψηφᾶ τούς δαίμονες λέγοντας: «Ποιός εἶναι ποὺ μέ πολεμᾶ; Ἄς σταθεῖ ἀπέναντί μου. Ποιός ἀντιδικεῖ μ' ἐμένα; Ἄς μέ πλησιάσει. Ὁ Κύριος εἶναι βοηθός μου, ποιός θά μοῦ κάνει κακό; Ὅλοι ἐσεῖς θά παλιώσετε ὅπως τά ροῦχα πού τρώει ὁ σκόρος»(Ἡσ. 50,8).
Αγιος Ησαΐας ο αναχωρητής.....