Saturday, March 24, 2012

Το Ελληνόπουλο(L'enfant) (Βίκτωρος Ουγκώ)




Τούρκοι διαβήκαν, χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.
Η Χίο, τ'όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,
με τα κρασιά, με τα δεντρά
τ'αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια
και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια
καθρέφτιζε μεσ' τα νερά.

Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,
στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο
κάθεται, σκύβει θλιβερά
το κεφαλάκι, στήριγμα και σκέπη του απομένει
μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη
μεσ'την αφάνταστη φθορά.

Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες
για να μην κλαις λυπητερά, τι ΄θελες τάχα να 'χες
για να τα ιδώ τα θαλασσά
ματάκια σου ν'αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι
και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι
με τα μαλλάκια τα χρυσά;

Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω
για να τα πλέξεις ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω
ριχτά στους ώμους σου πλατιά
μαλλάκια που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη
και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη
και σαν την κλαίουσα την ιτιά;

Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;
Μήπως το κρίνο απ' το Ιράν που του ματιού σου μοιάζει;
Μην ο καρπός απ'το δεντρί
που μεσ' στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,
κι έν' άλογο χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει, δε σώνει
μεσ' απ' τον ίσκιο του να βγει;

Μην το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύχτα μέρα
και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;
Τι θες κι απ΄ όλα τούτα τ' αγαθά;
Πες. Τ' άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;
Διαβάτη,
μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζο μάτι:
Βόλια, μπαρούτι θέλω. Να!!

Απόδοση στα ελληνικά-Κωστής Παλαμάς

Friday, March 23, 2012

Για να μη λησμονούμε το 1821



 ΑΙ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΙ ΚΑΙ ΥΠΟΘΗΚΑΙ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΟΥ 1821
      
«Είναι θέλημα Θεού. Είναι κοντά μας και βοηθάει, γιατί πολεμάμε για την πίστι μας, για την πατρίδα μας, για τους γέρους γονιούς, για τα αδύνατα παιδιά μας, για την ζωή μας, την λευτεριά μας...Και όταν ο δίκαιος Θεός μας βοηθάει ποιος εχθρός ημπορεί να μας κάνει καλά...;».
(Θεόδωρος Κολοκοτρώνης)

«Μάχου υπέρ πίστεως και Πατρίδος...Είναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον, δια να υψώσωμεν το σημείον, δι' ου πάντοτε νικώμεν, λέγω τον Σταυρόν...».
(Αλέξανδρος Υψηλάντης)

«...Έλληνες ποτέ μην ξεχνάτε το χρέος σε Θεό και σε Πατρίδα! Σ' αυτά τα δύο σας εξορκίζω ή να νικήσουμε ή να πεθάνουμε κάτω από την Σημαία του Χριστού»
(Γρηγόριος - Δικαίος Παπαφλέσσας)

«Όταν σηκώσαμεν την σημαίαν εναντίον της τυραγνίας ξέραμεν ότι είναι πολλοί αυτείνοι και μαχητικοί κι' έχουν και κανόνια κι' όλα τα μέσα. Εμείς ούλα είμαστε αδύνατοι. Όμως ο Θεός φυλάγει και τους αδύνατους, κι' αν πεθάνωμεν πεθαίνομεν δια την Πατρίδα μας, δια την Θρησκείαν μας και πολεμούμεν όσο μπορούμε εναντίον της τυραγνίας κι' ο Θεός βοηθός...».
(Στρατηγός Μακρυγιάννης)

«...Ως Χριστιανός ορθόδοξος και υιός της ημετέρας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ορκίζομαι ...να διαμείνω πιστός εις την Θρησκείαν μου και εις την Πατρίδα μου. Ορκίζομαι να χύσω και αυτήν την υστέρα ρανίδα του αίματός μου υπέρ της Θρησκείας και της Πατρίδος μου. Να χύσω το αίμα μου, ίνα νικήσω τους εχθρούς της Θρησκείας μου ή να αποθάνω ως Μάρτυς δια τον Ιησούν Χριστόν...».
(Ο όρκος των Ιερολοχιτών)

Thursday, March 22, 2012

To Πάσχα του Μεχμέτ Μπέη (ή ο κρυφός Χριστιανός).Μία συγκλονιστική ιστορία


Μία συγκλονιστική ιστορία από το Αναγνωστικό της Στ΄ Δημοτικού του 1947

   Είναι τρεις η ώρα μετά τα μεσάνυχτα και σπάνιοι οι διαβάτες στο δρόμο. Είναι οι τελευταίοι που γυρίζουν από την πρώτη Ανάσταση και πηγαίνουν βιαστικοί στα σπίτια τους.
Σε λίγο τίποτε πια δεν ακούγεται και νεκρική σιγή βασιλεύει σ’ όλη την  τούρκικη συνοικία του Ηρακλείου.
Ξαφνικά, ανοίγει αθόρυβα η αυλόπορτα ενός μεγάλου σπιτιού και προβάλλει ανθρώπινο κεφάλι. Γυρίζει δεξιά και αριστερά και παρατηρεί με προσοχή μέσα στα σκοτάδι. Τραβιέται μέσα και πάλι ξαναφαίνεται και κοιτάζει με προσοχή.
-Ελάτε, δεν είναι κανένας, ακούγεται  χαμηλή φωνή.
Τρεις σκιές, η μια μεγάλη και οι δύο μικρότερες, βγήκανε στο δρόμο.
-Πάμε γρήγορα, ψιθύρισε ο ψηλός άντρας πάμε γρήγορα, γιατί αργήσαμε και θα μας περιμένει. Σκέπασε το πρόσωπο με το μαντήλι σου, Εσμέ! Ρεσίτ, δός μου το χέρι σου!
Περπατούσανε κι οι τρεις σιωπηλοί στο σκοτάδι. Μόλις όμως έστριψαν το στενό σοκάκι, βρήκανε μια γριά, που κρατούσε στο χέρι της αναμμένη λαμπάδα. Περπατούσε με κόπο, γιατί ήταν πολύ γριά. Και φρόντιζε με το αδειανό χέρι να προφυλάξει τη λαμπάδα της από τον αέρα, για να φέρει στο σπίτι το φως της Αναστάσεως, που πήρε από την εκκλησιά.
Όταν είδαν το φως της λαμπάδας οι τρεις νυχτερινοί διαβάτες, γύρισαν αλλού το κεφάλι τους, για να μην γνωριστούν. Του κάκου όμως. Η γριά σήκωσε τη λαμπάδα της και τους φώτισε.
-Πολλά τα έτη σας, Μεχμέτ Μπέη! είπε η γριά.
-Καλημέρα, κυρά, αποκρίθηκε εκείνος, και του χρόνου! Και τράβηξε το δρόμο του.
Η γριά τους κοίταξε από κοντά, ώσπου τους έχασε από τα μάτια της.
«Περίεργο πράγμα!» είπε με το νου της. «Που να πάνε τέτοια ώρα ο Μεχμέτ μπέης με τη χανούμισα και το γιό του; Χριστέ μου, δεν κάνεις το θάμα σου να γλιτώσουν οι Χριστιανοί από έναν Τούρκο;»
Βυθισμένη στο σκοτάδι ήταν και η εκκλησία του Αγίου Μηνά. Εδώ και λίγη ώρα, χιλιάδες κεριών τη φώτιζαν χιλιάδες Χριστιανών στην αυλή της έψαλλαν χαρμόσυνα το «Χριστός Ανέστη». Τώρα έμεινε μόνο το άρωμα του λιβανιού και των κεριών. Και μόνο το καντήλι, που έκαιε μπροστά στην ασημένια εικόνα της Παναγίας, θαμπόφεγγε. Παντού βασίλευε απόλυτη σιγή.
Δύο χτύποι ακούστηκαν στην εξώθυρα. Από ένα στασίδι σηκώνεται κάποιος και τρέχει ν’ ανοίξει ήταν ο παπάς του Αγίου Μηνά.
Οι τρεις νυχτερινοί διαβάτες μπαίνουν αθόρυβα στην εκκλησία και φιλούν το χέρι του παπά. Σφαλίζουν καλά την πόρτα, προχωρούν ευλαβικά στο εικονοστάσι, γονατίζουν και κάνουν το σταυρό τους. Ο παπα-Γρηγόρης μπαίνει από τη δεξιά πόρτα στο ιερό, ανοίγει την Ωραία Πύλη και λέει στο μικρότερο από τους τρείς:
-Έλα, παιδί μου, να με βοηθήσεις! Και του δίνει μια μικρή λαμπάδα, που την άναψε από το ακοίμητο φως, που είναι πάνω στην Άγια Τράπεζα.
Ο παπα-Γρηγόρης φόρεσε το χρυσοκέντητο πετραχήλι του, πήρε με βαθύ σεβασμό το Δισκοπότηρο και πλησίασε στην Ωραία Πύλη. Μπροστά του στέκεται το συμπαθητικό τουρκόπαιδο, ωχρό, συγκινημένο, με τη λαμπάδα στο χέρι.
-Πλησιάστε, είπε ο παπάς στους άλλους δύο.
Πρώτα πλησίασε η γυναίκα, τριάντα έως τριανταπέντε χρονών. Ήταν ωχρή και βαθιά συγκινημένη. Τη στιγμή που ανέβαινε τα σκαλοπάτια του ιερού, χρειάστηκε να την υποστηρίξει ο Μεχμέτ μπέης, για να μην πέσει. Τα μεγάλα μαύρα μάτια της ήταν δακρυσμένα.
-«Μεταλαμβάνει η δούλη του Θεού Μαρία, εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», είπε ο παπάς μ’ επισημότητα και της έδωσε την Άγια Μετάληψη.
Δύο μεγάλα δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπο την σεμνής εκείνης γυναίκας κι ακούστηκε να ψιθυρίζει: «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία σου».
Πήρε έπειτα η γυναίκα τη λαμπάδα στο χέρι της και πλησίασε το παιδί.
-«Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Νικόλαος». επανάλαβε ο παπάς, κοιτάζοντας στοργικά το συμπαθητικό παιδί.
Τώρα ήρθε η σειρά του Μεχμέτ. Ανεβαίνει με θάρρος και πλησιάζει τον παπά. Το φως της λαμπάδας τρέμει, γιατί τρέμουνε και τα χέρια της Μαρίας.
-«Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Εμμανουήλ, εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», λέει για τρίτη φορά ο παπάς, δακρύζοντας τώρα κι αυτός.
-Αμήν. Είπε με βαθιά φωνή ο μυστικός  Χριστιανός.
Σε λίγα λεπτά οι τρεις σκιές χάνονται και πάλι στους σκοτεινούς δρόμους του Ηρακλείου και βιαστικά γυρίζουν στο σπίτι τους. Αυτή τη φορά δε βρέθηκε καμιά γριά στο δρόμο να τους γνωρίσει με το φως της λαμπάδας και να ξαναπεί:
-Θεέ μου, δεν κάνεις το θάμα σου, για να σωθούν από έναν κακό Τούρκο οι Χριστιανοί;
Μόνο ο παπα-Γρηγόρης ήξερε, ότι ο Μεχμέτ μπέης ήτανε Χριστιανός, πιο πολύ πιστός από πολλούς, που λέγονται μονάχα Χριστιανοί.

Γιατί γιορτάζεται το Πάσχα την ημέρα αυτή;


Η Α’ Οικουμενική σύνοδος που έγινε στην Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ., η οποία λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Εβραίοι γιόρταζαν το Πάσχα κατά την ημέρα της Πανσελήνου που γινόταν μετά την εαρινή ισημερία και επειδή ο Χριστός αναστήθηκε μετά την γιορτή του εβραϊκού Πάσχα, δηλαδή μετά την εαρινή πανσέληνο, καθόρισε τον εξής κανόνα:

Το χριστιανικό Πάσχα πρέπει να εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την Πανσέληνο, που θα γίνει κατά την ημέρα της εαρινής ισημερίας ή μετά από αυτήν. Αν η πανσέληνος γίνει Κυριακή τότε το Πάσχα θα εορτάζεται την επομένη Κυριακή.
Αυτό έγινε για να μην συμπίπτει ποτέ το χριστιανικό με το εβραϊκό Πάσχα. Η πανσέληνος που συμβαίνει κατά ή μετά την εαρινή ισημερία λέγεται και πανσέληνος του Πάσχα ή πασχαλινή πανσέληνος.

ΧΩΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ


Τώρα που θα φύγω και θα πάω στα ξένα,

και θα ζούμε μήνες, χρόνους χωρισμένοι,

άφησε να πάρω κάτι και από σένα,

γαλανή πατρίς μου, πολυαγαπημένη.

Άφησε μαζί μου φυλαχτό να πάρω

για την κάθε λύπη, καθετί κακό,

φυλαχτό απ’ αρρώστια, φυλαχτό από χάρο,

μόνο λίγο χώμα, χώμα ελληνικό.

 

Χώμα δροσισμένο με νυχτιάς αγέρι,

χώμα βαπτισμένο με βροχή του Μάη,

χώμα μυρισμένο απ’ το καλοκαίρι,

χώμα ευλογημένο, χώμα που γεννάει

μόνο με της πούλιας την ουράνια χάρη,

μόνο με του ήλιου τα θερμά φιλιά,

το μοσχάτο κλήμα, το ξανθό σιτάρι,

τη χλωρή τη δάφνη, την πικρή ελιά,

 

Χώμα τιμημένο, όπου τό ’χουν σκάψει,

Για να θεμελιώσουν έναν Παρθενώνα,

χώμα δοξασμένο, όπου τό ’χουν βάψει,

αίματα στο Σούλι και στον Μαραθώνα,

χώμα πού ’χει θάψει λείψανα αγιασμένα

απ’ το Μεσολόγγι κι από τα Ψαρά,

χώμα, όπου φέρνει στον μικρόν εμένα,

θάρρος, περηφάνια, δόξα και χαρά.

 

Θέ να σε κρεμάσω φυλαχτό στα στήθια,

κι όταν η καρδιά μου φυλαχτό σε βάλλει,

από σε θα παίρνει δύναμη, βοήθεια,

μην την ξεπλανέψαν άλλα ξένα κάλλη.

Η δική σου χάρη θα με δυναμώνει

κι όπου κι αν γυρίσω κι όπου κι αν σταθώ,

συ θέ να μου δίνεις μια λαχτάρα μόνη:

Πότε στην Ελλάδα πίσω θέ να ’ρθω.

 

Κι αν το ριζικό μου – έρημο και μαύρο –

μού ’γραψε  να φύγω και να μη γυρίσω,

το στερνό συγχώριο εις εσένα θά ’βρω,

το στερνό φιλί μου θέ να σου χαρίσω……

Έτσι κι αν σε ξένα χώματα πεθάνω,

και το ξένο μνήμα θά ’ναι πιο γλυκό,

σαν θαφτείς μαζί μου, στην καρδιά μου επάνω,

χώμα αγαπημένο, χώμα ελληνικό!!!!!!!!! 

   Γεώργιος Δροσίνης (1859 - 1951)

 


Wednesday, March 21, 2012

Γέροντα, γιατί στις γιορτές συνήθως συμβαίνει κάποιος πειρασμός;


- Δεν ξέρεις; Στις γιορτές ο Χριστός, η Παναγία, οι Άγιοι έχουν χαρά και κερνούν, δίνουν ευλογίες, δώρα πνευματικά στους ανθρώπους. Εδώ οι γονείς κερνούν, όταν γιορτάζουν τα παιδιά, οι βασιλείς χαρίζουν ποινές, όταν γεννιέται κανένα βασιλόπουλο, οι Άγιοι γιατί να μην κεράσουν;
Μάλιστα η χαρά που δίνουν κρατάει πολύ και βοηθιούνται πολύ οι ψυχές. Γι’ αυτό ο διάβολος, επειδή το ξέρει αυτό, δημιουργεί πειρασμούς, για να στερηθούν οι άνθρωποι τα θεία δώρα και να μη χαρούν ούτε να ωφεληθούν από την γιορτή. Και βλέπεις, μερικές φορές στην οικογένεια, όταν σε μια γιορτή ετοιμάζονται όλοι να κοινωνήσουν, τους βάζη ο πειρασμός να μαλώσουν, και όχι μόνο δεν κοινωνούν, αλλά ούτε στην εκκλησία πηγαίνουν.
Τα φέρνει έτσι τα πράγματα το ταγκαλάκι, ώστε να στερηθούν όλη την θεία βοήθεια.
Αυτό παρατηρείται και στην δική μας, την καλογερική ζωή. Πολλές φορές το ταγκαλάκι, επειδή γνωρίζει εκ πείρας ότι θα βοηθηθούμε πνευματικά σε κάποια γιορτή, εκείνη την ημέρα, ή μάλλον από την παραμονή, δημιουργεί έναν πειρασμό- σαν πειρασμός που είναι- και μας χαλάει όλη την διάθεση.
Μπορεί λ.χ. να μας βάλη να φιλονικήσουμε με ένα αδελφό, και ύστερα μας θλίβει, μας τσακίζει ψυχικά και σωματικά. Έτσι, δεν μας αφήνει να ωφεληθούμε από την γιορτή με τον χαρούμενο τρόπο της
δοξολογίας.
Ο Καλός Θεός όμως, όταν δη ότι δεν δώσαμε εμείς αφορμή, αλλά αυτό έγινε μόνον από φθόνο του πονηρού, μας βοηθάει.
Και ακόμη πιο θετικά μας ωφελεί, όταν εμείς παίρνουμε ταπεινά το σφάλμα επάνω μας και δεν κατηγορούμε όχι μόνον τον αδελφό μας αλλά ούτε και τον μισόκαλο διάβολο, διότι η δουλειά του αυτή
είναι: να δημιουργή σκάνδαλα και να σκορπάη κακότητα, ενώ ο άνθρωπος ως εικόνα Θεού πρέπει να σκορπάη ειρήνη και καλωσύνη.

Η επί γης ζωή της Θεοτόκου Μαρίας (Δαμασκηνός μοναχός Αγιορείτης)


· Η Παναγία, συλλαμβάνεται, ως καρπός προσευχής, από τους αγίους Ιωακείμ και Άννα, τους γονείς της, υπέρ τους νόμους της φύσεως (διότι, η μητέρα της ήταν στείρα και γηραιά, όταν συνέλαβε).  Η Σύλληψις της Παναγίας εις την κοιλίαν της αγίας Άννης εορτάζεται την 9ην  Δεκεμβρίου.
· Η Παναγία γεννάται, εις τα Ιεροσόλυμα το έτος 16 π.Χ.  Το Γενέθλιον της Παναγίας εορτάζομε την 8ην Σεπτεμβρίου.
· Εις ηλικίαν τριών ετών, οι γονείς της την αφιερώνουν εις τον Θεόν, και την παραδίδουν εις τα χέρια του προφήτη Ζαχαρία, αρχιερέα, τότε, του ναού του Σολομώντος, και πατρός, μετέπειτα, του Τιμίου Προδρόμου, ο οποίος την εισάγει, θεία νεύσει, εις τα Άγια των Αγίων του ναού του Σολομώντος.  Η είσοδος της Παναγίας εις τα Άγια των Αγίων εορτάζεται την 21ην  Νοεμβρίου.
· Εκεί, η Παναγία, περέμεινε έγκλειστη δώδεκα χρόνια, έως ότου έγινε ηλικίας 15 ετών.  Καθ’ όλο αυτό το διάστημα, ετρέφετο, καθημερινώς με ουράνιο άρτο, δια χειρός του αρχαγγέλου Γαβριήλ, έζη υπέρ τους νόμους της φύσεως, και ήτο αφιερωμένη εις αδιάλειπτον νοεράν προσευχήν.
·  Εις ηλικίαν 15 ετών, την εξάγει, θεία νεύσει, ο προφήτης Ζαχαρίας, από τον ναό του Σολομώντος, και την μνηστεύει, παραδίδοντάς την προς προστασίαν, με τον δίκαιο Ιωσήφ, του οποίου η νόμιμη σύζυγος είχε αποθάνει, και με την οποίαν είχε αποκτήσει υιούς και θυγατέρας.  Ο Ιωσήφ, παραλαμβάνει την Παναγία και την εγκαθιστά εις τον οίκον του εις την Ναζαρέτ.
· Εκεί, μετά 4 μήνες από την άφιξή της, και 6 μήνες από τη Σύλληψη του Τιμίου Προδρόμου εις την γηραλέα μήτρα της Ελισάβετ, λαμβάνει χώραν ο Ευαγγελισμός της, από τον αρχάγγελο Γαβριήλ (Λουκ., α’ 26-27).  Ο Ευαγγελισμός της Παναγίας εορτάζεται την 25ην Μαρτίου.
· Ταυτόχρονα, μετά την συγκατάθεσή της εις το μήνυμα του Αρχαγγέλου, λαμβάνει χώραν και η άσπορος και άφραστος Σύλληψις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, εκ Πνεύματος Αγίου, εις την κοιλίαν της Παναγίας (Λουκ., α’ 38).
· Αμέσως μετά τον Ευαγγελισμό της, η Παναγία μεταβαίνει εις την πνευματική της μητέρα, την Ελισάβετ, την μητέρα του Τιμίου Προδρόμου, η οποία εκατοικούσε εις την ορεινή περιοχή της Ιουδαίας, και παραμένει μαζί της τρεις μήνες, μέχρις ότου η Ελισάβετ γεννήση τον Τίμιο Πρόδρομο (τότε, η Ελισάβετ ήτο έγκυος 6 μηνών) (Λουκ., α’ 39 και 56).
· Όταν η Παναγία ήτο έγκυος 9 μηνών τον Χριστόν, μεταβαίνει, με τον μνήστορα Ιωσήφ, εις την Βηθλεέμ, για την απογραφή του πληθυσμού (Λουκ., β’ 3-4).