Tuesday, October 31, 2017

Ἡ δυστυχία τοῦ χωρισμοῦ


Ασκητές μέσα στον κόσμο: Η θεόθεν κλήση στην Χριστιανική πίστη ενός Μουσουλμάνου

Γεννήθηκε το 1926 σ’ ένα νησί της Δωδεκανήσου. Όλη την παιδική ηλικία την έζησε παίζοντας με τα χριστιανόπαιδα, ενώ ο ίδιος ήταν Μουσουλμάνος. Τις παραμονές των χριστιανικών γιορτών μαζί με τα παιδιά του χωριού έτρεχε στα κάλαντα παίζοντας με την φλογέρα του. Το σπίτι που έμεναν ήταν ένας σταύλος. Εκεί τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων –μετά τα κάλαντα– και αφού είχε ξαπλώσει για να κοιμηθή, αισθάνεται να ανοίγη η πόρτα και μπροστά του να εμφανίζεται ο Χριστός. Φορούσε άσπρο χιτώνα, το πρόσωπό του ήταν χαμογελαστό και του είπε: «Ήρθα για σένα, είσαι δικό Μου παιδί» και εξαφανίστηκε. Το ίδιο επαναλήφθηκε τις επόμενες δυο νύχτες.

Ο μικρός ήταν τότε περίπου δεκατριών χρόνων. Βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα, αν θα το πη ή όχι και σε ποιον. Ύστερα από σκέψη αποφάσισε να το πη στον πρόεδρο του χωριού, ένα σεβάσμιο ηλικιωμένο άνδρα, τον μπαρμπα-Νικόλα. Πήγε στο σπίτι του, του διηγήθηκε όλη την ιστορία και αμέσως ζήτησε να τον βαφτίσουν. Ο πρόεδρος με χαμόγελο του απάντησε: «Το σκέφτηκες, παιδί μου, καλά;». Ο μικρός του απάντησε: «Ναι, το σκέφτηκα, θέλω να με βαφτίσετε».

Ο πρόεδρος τότε του εξήγησε ότι αυτό θα ήταν δύσκολο λόγω του ότι ήταν ανήλικος και οι γονείς του θα μπορούσαν να αντιδράσουν. Στο τέλος του είπε: «Αν, παιδί μου, σε έχη φωτίσει τόσο ο Χριστός και το επιθυμής τόσο πολύ, κάνε υπομονή να φθάσης στη νόμιμη ηλικία. Τότε να το ζητήσης και θα το απολαύσεις».

Δούλευε κυρίως στις ψαρόβαρκες, οι οποίες εκείνα τα χρόνια ήταν με κουπιά και πανιά. Συχνά τότε πήγαιναν στις απέναντι ακτές, ιδιαίτερα στον κόλπο ανατολικά της Κω. Κάποια φορά καθώς έρχονταν προς το νησί από τον κόλπο γεμάτοι ψάρια, ήταν τρεις στην βάρκα, έρχεται ξαφνικά μία φοβερή κακοκαιρία. Η βάρκα πλημμύρισε και εκείνος με ένα τενεκέ προσπαθούσε να αδειάζη τα νερά. Καθώς έβγαζε τα νερά βρέθηκε ένα μικρό Εικονισματάκι του αγίου Νικολάου μέσα στον τενεκέ. Αμέσως μία φωνή μέσα του φωνάζει: «Μη με πετάξης!». Πιάνει το Εικόνισμα, το σηκώνει ψηλά και λέει: «Άγιέ μου Νικόλα, σώσε μας και αν έρθη η ώρα να βαφτιστώ θα πάρω το όνομά Σου». Σε λίγη ώρα βρέθηκαν σε κάποια ακτή της Κω.

Αργότερα πήγε στην Μικρασία. Ένα χρονικό διάστημα δούλευε σε εργοστάσιο-υφαντουργείο. Κάποια στιγμή με άλλους Κώους πηγαίνει για να γνωρίση την Σμύρνη και τον Τσεσμέ. Εκεί του άρεσε και έμεινε για να δουλέψη στα καπνά. Το βράδυ κοιμήθηκαν σε μία αποθήκη, η οποία όμως ήταν παλιά Εκκλησία του Χριστού. Οι άλλοι δύο, αδελφή και αδελφός –μουσουλμάνοι– δεν μπορούσαν να ησυχάσουν μέχρι που αποφάσισαν να βγουν από την Εκκλησία και να κοιμηθούν στο χωράφι. Έτσι εκείνος έμεινε μόνος μέσα στο σκοτάδι.

Αφού κοιμήθηκε για λίγη ώρα, ανοίγει τα μάτια του και βλέπει ένα φως να βγαίνη μέσα από το Ιερό. Κοιτάζει έξω, ήταν σκοτεινά, η Εκκλησία όμως έλαμπε. Την επόμενη βραδιά το ίδιο. Την τρίτη βραδιά μαζί με το φως ακούει μία φωνή: «Μη ξεχάσης την υπόσχεσή σου. Είσαι δικό Μου παιδί». Μετά από αυτό μέχρι το πρωί σκεφτόταν πώς θα γίνει Χριστιανός μέσα στην Τουρκία. Όταν ξημέρωσε είδε ότι η φωνή έβγαινε από μία σκαλιστή μαρμάρινη εικόνα του Κυρίου, η οποία ήταν και η μόνη που είχε μείνει, χτισμένη πάνω από το Ιερό. Την ίδια μέρα μετά από μια-δυο ώρες ήρθε διαταγή να επιστρέψουν όλοι οι πρόσφυγες στις πατρίδες τους. Ήταν τότε το έτος 1945. Έτσι επέστρεψε στην Κω σκεπτόμενος μέσα του ότι τώρα θα μπορέσει να βαπτιστή. Μέχρι τότε δεν είχε πει σε κανέναν από τους δικούς του τίποτε.

Τα Δωδεκάνησα τότε μετά την Ιταλική κατοχή τα κατείχαν οι Άγγλοι. Εκείνος δούλεψε στην Αγγλική Χωροφυλακή μέχρι την απελευθέρωση το 1947. Αργότερα το 1949-1950, την ημέρα μάλιστα που οι Μουσουλμάνοι γιόρταζαν το Μπαϊράμι, του λέει η μητέρα του: «Σήκω και συ να πας κάτω. Έγινες πια σκέτος Χριστιανός». Τότε εκείνος πήρε την αφορμή και απήντησε: «Δεν είμαι Χριστιανός αλλά θα γίνω όταν βαπτιστώ, μυρωθώ και πάρω την θεία Κοινωνία». Το ίδιο βράδυ βλέπει στον ύπνο του ότι ανοίγει η στέγη του σπιτιού του, τρεις Άγγελοι κατεβαίνουν στο δωμάτιό του και του λένε πως θέλουν να τον πάρουν μαζί τους. Εκείνος τους ρώτησε αν μπορή να πετάξη μαζί τους και τότε είδε ότι άρχισε να πετάη ανάμεσα στους Αγγέλους μέχρι την ακρογιαλιά. Στην συνέχεια ο μπροστινός Άγγελος, μετά ο δεξιός και τέλος ο αριστερός του, τον βούτηξαν από μία φορά στην θάλασσα και επέστρεψαν όλοι στο σπίτι.

Το πρωί κατάλαβε πλέον ότι είχε έρθει η ώρα για να βαφτιστή. Κατέβηκε στο λιμάνι, βρήκε ένα γνωστό του ναυτικό και αφού του εξήγησε τον σκοπό του, εκείνος τον πήρε σαν βοηθό του στο καράβι και έφτασαν στην Κάλυμνο, στην Μητρόπολη. Ύστερα έρχεται στην Ι. Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο αναζητώντας τον γέροντα Αμφιλόχιο Μακρή. Μαζί του ήρθε και ο Νικόλαος Νικολαΐδης, ο οποίος και έγινε στην συνέχεια νονός του.

Μετά την πρώτη επαφή με τον π. Αμφιλόχιο και τον π. Μελέτιο ωρίστηκε να γίνη η βάπτιση στο ιερό Σπήλαιο της Αποκαλύψεως. Πράγματι την επομένη το πρωί έγινε η βάπτιση από τον π. Ιερεμία κάτω από το τριπλό σχίσιμο του βράχου εντός του Ι. Σπηλαίου και πήρε το όνομα Νικόλαος. Όταν επανήλθε στην Ι. Μ. Αγίου Ιωάννου πήγε να προσκυνήση το ιερό Λείψανο του οσίου Χριστοδούλου, το οποίο ευωδίαζε, ενώ την προηγούμενη ημέρα, πριν βαπτιστή, δεν ένιωσε τίποτε όταν το είχε προσκυνήσει. Αφού πήραν την ευλογία του π. Αμφιλοχίου, του π. Μελετίου και του π. Ιερεμία, επέστρεψαν στην Κάλυμνο.

Εκεί έμεινε στο σπίτι του π. Κυρίλλου, όπου την τρίτη νύχτα αφότου βαπτίστηκε συνέβη το εξής: Ο νεαρός Νικόλαος φορούσε ακόμη τον βαπτιστικό χιτώνα και είχε ξαπλώσει για να κοιμηθή σ’ ένα δωμάτιο που χρησιμοποιούσε ο π. Κύριλλος για να αγιογραφή, δίπλα στην θάλασσα. Η πόρτα του δωματίου που έβλεπε στην θάλασσα ήταν λίγο ανοιχτή. Ξαφνικά άκουσε την φωνή της μάννας του, άνοιξε τα μάτια του και της λέει στα Τούρκικα: «Μητέρα, πώς βρέθηκες εδώ, τι θέλεις;». Και εκείνη απαντά: «Ήρθα να σε πάρω μαζί μου». «Μητέρα, είμαι βαφτισμένος και μυρωμένος, φύγε, δεν μπορώ να έρθω μαζί σου», της λέει ο Νικόλαος. Όμως εκείνη με δυνατή φωνή του λέει: «Σήκω, θα σε πάρω» και πέφτει αμέσως πάνω του, τον πιάνει από τους ώμους για να τον σηκώση. Εκείνος την σπρώχνει φωνάζοντας: «Μάννα, μη με λερώσης», και το βλέμμα του πέφτει σε μία εικόνα του Χριστού. Τότε φωνάζει κάνοντας το σημείο του Σταυρού: «Χριστέ μου, σώσε με». Εκείνη τότε σηκώθηκε όρθια, και του είπε: «Με νίκησες» και βγαίνοντας από την πόρτα πέφτει στην θάλασσα, βρέχοντας μάλιστα την πόρτα. Καθώς όμως έβγαινε η μητέρα του βλέπει πίσω της μία ουρά ζώου και όταν εξαφανίστηκε στην θάλασσα, τότε κατάλαβε ότι δεν ήταν η μητέρα του. Το πρωί ο π. Κύριλλος που είχε ακούσει τις φωνές, ρώτησε και έμαθε τι του συνέβη. Τότε του λέει: «Μη στενοχωριέσαι, Νικόλα παιδί μου. Ήταν ο διάβολος και ήρθε να σε πειράξη». Ο νεοφώτιστος Νικόλαος παρέμεινε για ένα διάστημα στην Κάλυμνο όπου νυμφεύθηκε και αργότερα επέστρεψε στην Κω.

Ο Νικόλαος είχε πολλές επεμβάσεις του Θεού στην ζωή του και αντιλήψεις από την θεία Χάρι. Με απλότητα και πίστη στις δυσκολίες του ζητούσε βοήθεια από τον Θεό και την λάμβανε.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο» 

από allopsis.gr

Friday, July 7, 2017

Καταλαλιά και κατάκριση



Πόσο εύκολα μα πόσο εύκολα πέφτουμε καθημερινά σ αυτές τις δυο τις αμαρτίες. Πολλοί δεν το καταλαβαίνουν κιόλας τι μεγάλη ζημία προκαλούν στον εαυτό τους, τους γίνεται πάθος να καταλαλούν και να κατακρίνουν και δυστυχώς με αυτό προχωρούν. Για να δούμε και τι παγίδα είναι αυτό ας σκεφτούμε μόνο το εξής. χθες για παράδειγμα είπαμε κάποια άσχημα πράγματα για έναν συνάνθρωπο μας, και επειδή πολλές φορές η ψυχή του κάθε ανθρώπου σ αυτές τις περιπτώσεις αντιδρά ποικιλοτρόπως ο συνάνθρωπος μας αυτός αρρώστησε βαθειά ως σε σημείο θανάτου..
Eρώτηση. Πως θα αισθανθούμε τώρα εμείς;..

Κάποιες χρηστικές συμβουλές τώρα γερόντων προς γνώσην μας γι αυτό το θέμα.

1.Κάποιος Γέροντας, που ερωτήθηκε από τους αδελφούς τι είναι καταλαλιά και τι κατάκρισις, έδωσε την ακόλουθη εξήγηση:
Με την καταλαλιά φανερώνει κανείς τα κρυφά ελαττώματα του αδελφού του. Με την κατάκριση καταδικάζει τα φανερά. Αν ειπεί κανείς λόγου χάρη, πως ο τάδε αδελφός είναι μεν καλοπροαίρετος και αγαθός, αλλά του λείπει η διάκριση, αυτό είναι καταλαλιά. "Αν όμως ειπεί ότι ο δείνα είναι πλεονέκτης και φιλάργυρος, τούτο είναι κατάκρισις, γιατί με το λόγο αυτό καταδικάζει τις πράξεις του πλησίον του. Η κατάκρισις είναι χειρότερη από την καταλαλιά.

2.Πήγαν κάποτε αιρετικοί στον Όσιο Ποιμένα κι' άρχισαν να λέγουν κατηγορίες εναντίον του Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας. Ο Όσιος τότε σηκώθηκε επάνω, έδωσε εντολή στον υποτακτικό του να τους ετοιμάσει φαγητό και βγήκε έξω από το κελί, για να μη μολύνει τ' αυτιά του.

3.Ένας Γέροντας πνευματικός συμβουλεύει: Αν συμβεί ποτέ να κατακρίνεις τον αδελφό σου και σε τύψει γι' αυτό η συνείδησή σου, πήγαινε ευθύς να τον βρεις, εξομολογήσου ότι τον κατέκρινες και ζήτησέ του συγγνώμη. Πρόσεχε στο εξείς να μη σε παρασύρει ο διάβολος σ' αυτό το αμάρτημα, γιατί η καταλαλιά είναι θάνατος της ψυχής. Αν έλθει κάποιος άλλος σε σένα κι' αρχίσει να κατηγορεί και να κατακρίνει ένα τρίτον, πρόσεξε καλά μήπως παρασυρθείς και του ειπείς: «δίκαιο έχεις, έτσι είναι». Καλύτερα να σωπάσεις ή να του ειπείς: «εγώ, αδελφέ μου, είμαι καταδικασμένος για τις αμαρτίες μου δεν έχω δικαίωμα να καταδικάζω άλλον». Μ' αυτόν τον τρόπο και τον εαυτό σου σώζεις και τον αδελφόν σου.

4.Ένας άγιος Γέροντας είδε μια μέρα με τα μάτια του κάποιον αδελφό να πέφτει σε βαρύ αμάρτημα, κι' όχι μόνο δεν τον κατέκρινε, αλλά έκλαψε και είπε: «Αυτός έπεσε σήμερα κι' εγώ εξάπαντος αύριο. Κι' αυτός μεν χωρίς άλλο θα μετανοήσει, ενώ εγώ δεν είμαι βέβαιος γι' αυτό».

5.Ο Αββάς Υπερέχιος δίνει την ακόλουθη συμβουλή στους εγκρατείς και νηστευτάς:
Φάγε κρέας και πιες κρασί και μη κατατρώγεις με την καταλαλιά τις σάρκες του αδελφού σου.

6.Δεν είναι, αλήθεια, ν' απορεί και να εξίσταται ο άνθρωπος και να χάνει κυριολεκτικά το νου του γράφει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής όταν σκέπτεται πως ο μεν Θεός και Πατήρ δεν κρίνει κανένα, όλη δε την κρίση έχει παραδώσει στον Υιόν Του, ο δε Υιός διδάσκει «μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε» και ο Απόστολος Παύλος επίσης, «μη προ καιρού κρίνετε, έως αν έλθη ο Κύριος» και «εν ω γαρ κρίνεις τον έτερον, σεαυτόν κατακρίνεις», οι δε άνθρωποι, αφήνοντας κατά μέρος τις δικές τους αμαρτίες, αφαιρούν το δικαίωμα του Υιού να κρίνει και, σαν αναμάρτητοι, κρίνουν οι ίδιοι και καταδικάζουν ο ένας τον άλλον; Ο Ουρανός εξίσταται γι' αυτό κι' η γη φρίττει, ενώ αυτοί, σαν αναίσθητοι, δε νοιώθουν καμιά ντροπή.

7.Ένας μοναχός σ' ένα Κοινόβιο, αμελής στα πνευματικά, έπεσε βαριά άρρωστος κι' ήλθε η ώρα του να πεθάνει. Ο Ηγούμενος κι' όλοι οι αδελφοί τον περικυκλώσανε για να του δώσουν θάρρος στις τελευταίες του στιγμές. Παρατήρησαν όμως έκπληκτοι, πως ο αδελφός αντίκριζε τον θάνατο με μεγάλη αταραξία και ψυχική γαλήνη. Παιδί μου, του είπε τότε ο Ηγούμενος, όλοι εδώ ξεύρομε πως δεν ήσουν και τόσο επιμελής στα καθήκοντα σου. Πως πηγαίνεις με τόσο θάρρος στην άλλη ζωή;
- Είναι αλήθεια, Αββά, ψιθύρισε ο ετοιμοθάνατος, πως δεν ήμουν καλός μοναχός. Ένα πράγμα όμως ετήρησα με ακρίβεια στη ζωή μου: Δεν κατέκρινα ποτέ μου άνθρωπο. Γι' αυτό σκοπεύω να ειπώ στο Δεσπότη Χριστό, όταν παρουσιαστώ ενώπιόν Του: «Συ, Κύριε, είπες, μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε», κι' ελπίζω ότι δεν θα με κρίνει αυστηρά.
- Πήγαινε ειρηνικά στα αιώνιο ταξίδι σου, παιδί μου, του είπε με θαυμασμό ο Ηγούμενος. Εσύ κατόρθωσες, χωρίς κόπο να σωθείς.

8.Ένας μοναχός έπεσε κάποτε σε μεγάλο σφάλμα κι’ ο Προιστάμενος της σκήτης τον έδιωξε. Όταν το έμαθε ο Αββάς Βενιαμίν, πήρε τα λίγα πράγματα του και σηκώθηκε να φύγει ξωπίσω του. Κι’ εγώ αμαρτωλός είμαι, έλεγε στους αδελφούς που τον εμπόδιζαν.

9.Πήγε κάποτε ένας αδελφός από τη σκήτη σε κάποιο Γέροντα αναχωρητή και του είπε για κάποιον άλλον αδελφό πως είχε πέσει σε μεγάλο σφάλμα. Ω, πολύ άσχημα έκανε, είπε στενοχωρημένος ο Γέροντας. Ύστερα από λίγες ημέρες συνέβει να πεθάνει ο μοναχός που έσφαλε. Άγγελος Κυρίου τότε πήγε στον αναχωρητή, κρατώντας την ψυχή του.
Αυτός που κατέκρινες, του είπε, πέθανε. Που ορίζεις να τον κατατάξω; Ήμαρτον, εφώναξε με δάκρυα ο Γέροντας. Κι’ από τότε παρακαλούσε κάθε μέρα τον Θεό να του συγχωρήσει εκείνη την αμαρτία και δεν τόλμησε μέχρι τέλους της ζωής του να κατακρίνει άνθρωπο.

10.Ο Αββάς Υπερέχιος δίνει την ακόλουθη συμβουλή
Καταλαλώντας ο όφις τον Θεό, επέτυχε να βγάλει τους πρωτοπλάστους από τον Παράδεισο. Το ίδιο κάνει κι' εκείνος που καταλαλεί τον πλησίον του βαραίνει την ψυχή του και παρασύρει στο κακό εκείνον που τον ακούει.

( από το Γεροντικό εκδ. Ρηγόπουλου)

Saturday, April 29, 2017

Άνάσταση, ή Έλπίδα τῶν Έλλήνων

«….Ὁ ἑλληνορθόδοξος χριστιανικός λαός μας, παρά τίς ἀδυναμίες του, ἔχει τήν εὐλογία νά εἶναι λαός τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ κατ’ ἐξοχήν ἑορτή τῶν Ἑλλήνων εἶναι τό Πάσχα.. Γι’ αὐτό καί ὁ λαός μας ἔχει πάντα ἐλπίδα. Συμμαρτυρεῖ πρός τοῦτο τό πλῆθος τῶν ἁγίων Νεομαρτύρων τῆς Τουρκοκρατίας καί ὁ πιστός μάρτυς τῆς ἑλληνορθοδόξου Παραδόσεώς μας Μακρυγιάννης.
Ὅσοι μάχεσθε γιά τόν ἀθεϊσμό, μή προσπαθῆτε νά τόν ἐπιβάλετε στόν λαό μας. Σεβασθῆτε τήν παράδοσι καί τήν ἐλευθερία του. Πιστεύω ὅτι ἡ ἀθεΐα δέν ἐκφράζει οὔτε τόν ἰδικό σας βαθύτερο ἑαυτό, ἀφοῦ καί σεῖς εἶστε βαπτισμένοι καί προέρχεσθε ἀπό τά σπλάχνα τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ μας.
Ἀφῆστε τόν λαό μας νά εἶναι ἀναστάσιμος, ὀρθόδοξος, νά ἐλπίζῃ καί ἡ ζωή του νά εἶναι Ἑορτή. Μή σκοτώνετε τήν ἐλπίδα ἀπό τούς ἀνθρώπους.
Ἀδελφοί μου, «δεῦτε λάβωμεν Φῶς ἐκ τοῦ Ἀνεσπέρου Φωτός καί δοξάσωμεν Χριστόν τόν Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν»
Χριστός Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη!»
Μακαριστός Αρχ. Γεώργιος Καψάνης

Πηγή: 

Monday, April 17, 2017

Το πάσχα του Γεωργακού

Γέροντας Δαμασκηνός Ζαχαράκης καθηγούμενος Ιεράς Μονής Αγάθωνος Φθιώτιδος

Απ’ όλες τις διηγήσεις των παλαιών γερόντων, που κατά καιρούς έχω ακούσει, την πιο όμορφη και την πιο συγκινητική θεωρώ πως την άκουσα από τον μπάρμπα-Θανάση Παπαντώνη, τον, για πολλά χρόνια, ψάλτη της εκκλησίας μας.

Την άκουσα το Μεγάλο Σαββατο του έτους 1970, μέσα στο σπιτοκάλυβό του, που βρισκόταν στον κάτω μαχαλά του χωριού μας.

Είχε τελειώσει, θυμάμαι, η θεία λειτουργία με την πρώτη Ανάσταση. Εγώ, φεύγοντας από την εκκλησία, ακολούθησα τον μπάρμπα-Θανάση στο σπίτι του. Με αγαπούσε ο γέροντας και η αγάπη του με τραβούσε κοντά του και, όπως μου ‘λεγε, με προετοίμαζε για διάδοχό του στο αναλόγιο.


Όταν φθάσαμε στο σπίτι, καθίσαμε κοντά στο αναμμένο τζάκι. Η θεια Θανάσαινα, αφού με καλωσόρισε, έσπευσε να γεμίσει τη χούφτα μου με ξερά σύκα, καρύδια και σταφίδες.

«Σήμερα παιδί μου», μου είπε, «έχουμε αυστηρή νηστεία, γι’ αυτό σου δίνω, να φας, ξηρούς καρπούς. Αύριο, που θα είναι Λαμπρή, έλα να σε κεράσω κόκκινο αυγό και γλυκιά καρυδόπαστα που έφτιαξα για τη γιορτή».

Την ώρα που η θεια Θανάσαινα μου έλεγε αυτά, είδα τον μπάρμπα-Θανάση να κουνάει δακρυσμένος το κεφάλι του και αυθόρμητα τον ερώτησα: «Τι συμβαίνει μπάρμπα, γιατί κλαις;»

«Αχ, Δημήτρη μου, (αυτό ήταν το κοσμικό μου όνομα) μου είπε, μέρα που είναι σήμερα, ο νους μου πήγε στους παλιότερους χωριανούς μας που έζησαν εδώ στον τόπο μας και που τώρα αναπαύονται κάτω στο κοιμητήριο του χωριού. Ήταν άλλοι άνθρωποι αυτοί, παιδί μου, δεν τούς φτάνουμε εμείς στην πίστη και στην αγιότητα. Αυτοί, χωρίς αμφιβολία, μιλούσαν με τον Θεό και τούς αγίους Του.

Θυμάμαι, σαν απόψε, Μεγάλο Σάββατο, κάτι θαυμαστό που συνέβη εδώ στον διπλανό συνοικισμό. Όταν χτύπησε η καμπάνα της εκκλησιάς, για την Ανάσταση, όλο το χωριό, κατά οικογένειες, ξεκίνησε για την εκκλησιά.

Μαζί τους ανέβαιναν και ο γερο-Γεωργακός, ο τσέλιγκας, με τη φαμελιά του. Μολις πέρασαν τη μεγάλη ανηφόρα, άκουσαν, μέσα στην ησυχία της νύχτας, πέρα στα μαντριά του Γεωργακού, μεγάλο θόρυβο.

Ο Γεωργακός έκαμε λίγο πιο πέρα και έβαλε αυτί για ν’ ακούσει καλύτερα τι συμβαίνει. Μαζί του στάθηκαν και άλλοι χωριανοί.

«Λύκοι μπήκαν στο μαντρί μου, είπε. Απόψε διάλεξαν να το κάνουν. Ξέρω εγώ, ο σατανάς τούς έστειλε για να με εμποδίσει να πάω στην Ανάσταση, αλλά, έννοια του, δεν θα του κάνω το χατίρι.»

Κοίταξε πέρα προς τα μαντριά και φώναξε δυνατά: «Απόψε προβατάκια μου σας δίνω του Θεού μου». Και στρέφοντας το πρόσωπό του στους συνοδοιπόρους του χωριανούς, τούς είπε: «Εγώ θα πάω στην εκκλησιά να ακούσω το «Χριστός Ανέστη», που τόσο πολύ το περιμένω και το λαχταρώ. Θέλω να λειτουργηθώ με τη φαμελιά μου και να κοινωνήσουμε τα Άχραντα Μυστήρια. Πενήντα μέρες ετοιμαζόμαστε για τη μεγάλη αυτή νύχτα, δεν τη χάνω με τίποτα.»

Monday, April 10, 2017

Κάλαντα του Λαζάρου.


Καλώς σας ήβρε ο Λάζαρος και φίλος του Χριστού μας.
Καλώς σας ήβρε ο πάνδημος κι ο ευλογημένος χρόνος.
Που ανθίζει άπασα η γη και ευωδιάζει ο τόπος.
Που ανθίζει και το Πάσχα μας, η λαμπροφόρα ημέρα.
Σήμερον έρχεται ο Χριστός, ο επουράνιος Θεός.
Εν τη πόλει Βηθανία,
Μάρθα κλαίει και Μαρία
Λάζαρον τον αδερφό τους
Τον γλυκύ καρδιακό τους.
Τρεις ημέρες τον θρηνούσαν
Και τον εμοιρολογούσαν
Την ημέρα την τετάρτη
Κίνησε ο Χριστός για να' ρθει.
Τότε βγήκε η Μαρία
έξω από τη Βηθανία.
Πέφτει εμπρός γονατιστή
και τους Πόδας του φιλεί.
-Αν ήσουν εδώ Χριστέ μου,
Κύριέ μου και Θεέ μου
δεν θα πέθαινε ο αδερφός μας,
και ο φίλος ο δικός σας.
Τότε κι ο Χριστός δακρύζει
Και τον Άδη φοβερίζει:
-Άδη, Τάρταρε και Χάρε
Λάζαρε να μη σε πάρει:
Δεύρο έξω Λάζαρε μου,
φίλε και αγαπητέ μου
Λάζαρος απενεκρώθη,
Ανεστήθη και σηκώθη.
Λάζαρος σαβανωμένος
Και με το κερί ζωσμένος.
Τότε Μάρθα και Μαρία,
τότε όλη η Βηθανία:
"Δόξα το Θεό" φωνάζουν
και το Λάζαρο αγκαλιάζουν.
- Πες μας Λάζαρε τι είδες
κει στον Άδη όπου πήγες;
-Είδα φόβους, είδα τρόμους
είδα βάσανα και πόνους.
Δώστε μου λίγο νεράκι
Να ξεπλύνω το φαρμάκι
Της καρδίας, των χειλέων
Και μη με ρωτάτε πλέον.

Και αμέσως μετά:

Χριστέ μας παντοδύναμε
και ποιητά του κόσμου.
Το πρώτο θάμα που κανες,
ήταν στη Γαλιλαία,
Που κανες το νερό κρασί,
τα θάματα ελαία.
Δεύτερο θάμα που κανες,
ήταν στη Βηθανία
που ανέστησες το Λάζαρο
που χε μεγάλη χρεία.
Ο Λάζαρος απέθανε,
εδώ και τόσα χρόνια,
και σήμερα αναστήθηκε
και περπατάει στα σπίτια.
Αλλού του δίνουν τέσσερα,
αλλού του δίνουν πέντε,
σε τούτο τ' αρχοντόσπιτο,
του δίνουν δεκαπέντε.
Δώς μας κυρά πεντεξι αυγά,
να σ' πούμε και του χρόνου,
του χρόνου και τ' αντίχρονου
καλά για να σας βρούμε.

Αν υπήρχε μωρό στο σπίτι, λέγανε ευθύς αμέσως:

Ένα μικρό, μικρούτσικο, μικρό και χαϊδεμένο.
Μικρό που το χει η μάνα του, χαϊδιάρικο ο πατέρας.
Το έλουζαν, το χτένιζαν και στο σκολειό το στέλναν.
Οι δάσκαλοι το καρτερούν με μια χρυσή βεργούλα.
Δασκάλισσες το καρτερούν με δυο κλωνάρια μόσχο.
Μόσχο που ’ναι τα γράμματα μόσχο και το βιβλίο.

Sunday, March 5, 2017

Β΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ



 Υπό
Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αντινόης
κ.κ. Παντελεήμονος


Την περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής και ιδιαιτέρως την Β΄ Κυριακή, η Ορθόδοξος Εκκλησία τιμά την μνήμη του εν αγίοις πατρός ημών Γρηγορίου του Παλαμά, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης.  Οι γονείς του αγίου Γρηγορίου, Κωνσταντίνος και Καλή, διαπνέονταν από πνεύμα αγιότητας και σωφροσύνης, παρ’ όλο που ο κύκλος μέσα στον οποίο ζούσαν απαιτούσε έντονη κοσμική νοοτροπία.  Ευγενείς στην καταγωγή και πλούσιοι, κατόρθωσαν να φέρουν στην Κωνσταντινούπολη ορισμένα περιουσιακά στοιχεία που τους επέτρεψαν να ζήσουν άνετα.  Ο Κωνσταντίνος ήταν τόσο αφοσιωμένος στο Θεό, που πολλές φορές, ακόμη μπροστά στον Αυτοκράτορα, προσευχόταν.
Ο άγιος Γρηγόριος υπήρξε πρώτος από τα πέντε αδέλφια του, που ακολούθησαν όλα τον μοναχικό βίο.  Γεννήθηκε το 1296 μ.Χ. και σπούδασε φιλοσοφία, ρητορική, φυσική και λογική.  Ο άγιος Γρηγόριος μελέτησε την ασκητική γραμματεία, συναναστρεφόταν με διακεκριμένους διδασκάλους της πνευματικής αγωγής και εφάρμοζε την ασκητική πρακτική.  Από τον Μητροπολίτη Φιλαδελφείας Θεόληπτο διδάχθηκε την ιερά νήψη και τη νοερά προσευχή.  Σε ηλικία είκοσι ετών αρνήθηκε τις υψηλές θέσεις που του πρόσφερε ο Αυτοκράτωρ και αποφάσισε να μεταβεί για άσκηση στο Άγιο Όρος εγκαταλείποντας τα επίγεια αγαθά και πλούτη.
To 1326 μ.Χ. σε ηλικία 30 ετών χειροτονείται ιερέας και μετά από κάποιο όραμα, κατά το οποίο του εμφανίστηκε ο άγιος Δημήτριος, εγκαταστάθηκε κοντά στη Θεσσαλονίκη.  Εκεί έζησε απομονωμένος στο κελί του πέντε ημέρες την εβδομάδα, ενώ τα Σάββατα και τις Κυριακές, τελούσε τις ιερές ακολουθίες, συναναστρεφόταν με συμμοναστάς και δίδασκε τους πιστούς.  Πλήθη μοναχών και λαϊκών έτρεχαν για να απολαύσουν τους λόγους και την ακτινοβολία της αγιότητός του.
Η φήμη και οι ηγετικές ικανότητές του τον ανέδειξαν ηγούμενο της Ιεράς Μονής του Εσφιγμένου του Αγίου Όρους.  Υπήρξε απλός στους τρόπους, ελεύθερος στην γνώμη, γλυκύς στην ομιλία, βαρύς στους ραθύμους, συγχωρητικός στους μετανοούντας και διοίκησε τη Μονή με δεξιοτεχνία, παρ’ όλες τις εσωτερικές δυσχέρειες.