Thursday, December 5, 2019

Ο Χριστιανός, για να κληρονομήσει την αιώνια ζωή, πρέπει:


 
1. Μ’ όλη του την ψυχή ν’ αγαπάει το Θεό και να τηρεί τις εντολές Του. Ν’ αγαπάει, επίσης, το συνάνθρωπό του όπως και τον εαυτό του.
Γιατί ο Κύριος είπε: «Θα μείνετε πιστοί στη αγάπη μου, αν τηρήσετε όλες τις εντολές μου» (Ιω. 15:10 ). Και: «Έτσι, θα σας ξεχωρίζουν όλοι πως είστε μαθητές μου, αν έχετε αγάπη ο ένας για τον άλλο» (Ιω. 13:35).
2. Να ταπεινώνει την ψυχή του μπροστά στον Θεό και ποτέ να μην ταπεινώνει τον πλησίον του. Γιατί «καρδιά συντετριμμένη και ταπεινωμένη ο Θεός δεν θα την καταφρονήσει» (Ψαλμ. 50:19). Να πενθεί για τις αμαρτίες του. Να θλίβεται πικρά για τις αμαρτίες του πλησίον του. Να χαίρεται, όταν ο πλησίον του είναι ευτυχισμένος, και να μην τον φθονεί για την ευτυχία του. Να δέχεται με υπομονή και να συμβουλεύει με καλοσύνη όσους του εναντιώνονται. Να επιδιώκει πάντα τη εκτέλεση δικαίων και θεάρεστων έργων, που συντελούν στη διατήρηση της καθαρότητος της ψυχής.
3. Να αισθάνεται ευσπλαχνία για τους δυστυχισμένους. Να εργάζεται μ’ όλες του τις δυνάμεις για την ειρήνη, όπως τη θέλει ο Κύριος∙ γιατί έτσι θα ονομαστεί παιδί του Θεού (Ματθ. 5:9). Να μη δειλιάζει όταν βρίζεται, όταν κατηγορείται, όταν κατατρέχεται, ακόμα και όταν θανατώνεται για τη δικαιοσύνη του Θεού και την ομολογία της πίστεως στο Χριστό.
4. Να πολεμάει κάθε αιρετική διδασκαλία και να δέχεται την ορθή πίστη της αγίας Εκκλησίας μας για τον Τριαδικό Θεό.
5. Ν’ αγαπάει την αλήθεια και να μη μολύνει ποτέ τη γλώσσα του με το ψέμα. Να μην κάνει ποτέ κακό στον πλησίον του.
6. Να μην κατηγορεί. Να μην κοροϊδεύει. Να μην κάνει τίποτε απ’ όσα απαγορεύει ο νόμος του Θεού.
7. Να δίνει ελεημοσύνη έστω από το υστέρημά του, χωρίς να ζητάει από τους άλλους ενίσχυση για την καλή αυτή πράξη.
8. Να δίνει ευχές, όταν του δίνουν κατάρες. Αν κάποιος τον πάρει αγγαρεία για ένα μίλι, να πάει μαζί του δύο (Ματθ. 5:41), δίχως να βαρυγγωμήσει ή να ξεστομίσει κακό λόγο. Να μην ορκίζεται ποτέ, αλλά να εφαρμόζει την παραγγελία του Κυρίου: «Το «ναι» σας να είναι ναι και το «όχι» σας να είναι όχι» (Ματθ. 5:37).

Θέλετε νὰ σᾶς πῶ τίνος τὸ ἔργο κάνουν ὅσοι φεύγουν πρὶν τελειώσει ἡ θεία Λειτουργία


''Θέλετε νὰ σᾶς πῶ τίνος τὸ ἔργο κάνουν ὅσοι φεύγουν πρὶν τελειώσει ἡ θεία Λειτουργία καὶ δὲν συμμετέχουν ἔτσι στὶς τελευταῖες εὐχαριστήριες εὐχές; Ἴσως εἶναι βαρὺ αὐτὸ ποὺ πρόκειται νὰ πῶ, μὰ πρέπει νὰ τὸ πῶ. Ὅταν ὁ Ἰούδας πῆρε μέρος στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο τοῦ Χριστοῦ, ἐνῷ ὅλοι ἦταν καθισμένοι στὸ τραπέζι, αὐτὸς σηκώθηκε πρὶν ἀπὸ τοὺς ἄλλους κι ἔφυγε. Ἐκεῖνον, λοιπόν, τὸν Ἰούδα μιμοῦνται... Ἂν δὲν ἔφευγε τότε ἐκεῖνος, δὲν θὰ γινόταν προδότης, δὲν θὰ χανόταν. Ἂν δὲν ξεχώριζε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸ ποίμνιο, δὲν θὰ τὸν ἔβρισκε μόνο του ὁ λύκος, γιὰ νὰ τὸν φάει.''
 ~ Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Λόγος Εἰς τό Ἅγιον Βάπτισμα, ΕΠΕ 35, 512-518. PG 49, 369-372

Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης


Το 1933 ο περίφημος γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης σε ηλικία 21 ετών πήρε την μεγάλη απόφαση της ζωής του να εγκαταλείψει τον κόσμο και να γίνει μοναχός στο άγιο Όρος.
Έχοντας σαν οδηγό του την ανεπιφύλακτη πίστη και εμπιστοσύνη του στο Θεό έφτασε σε μια από τις πιο απομακρυσμένες και απαράκλητες περιοχές του Άθωνα, τα Καυσοκαλύβια.
Εκεί η πρόνοια του Θεού τον οδήγησε στο ασκητικό Ησυχαστήριο του Οσίου Εφραίμ του Σύρου. Εκεί ζούσανε τρεις γέροντες, πολύ αυστηροί και τραχείς, κατά γενική ομολογία.
Έζησε κοντά τους με πολύ υπακοή, ταπείνωση και… υπομονή. Και τονίζουμε την υπομονή διότι οι γέροντες του (τους οποίους όλους γηροκόμησε και φρόντισε μέχρι την τελευταία τους πνοή), ήταν πάρα πολύ αυστηροί μαζί του. Του συμπεριφέρονταν απάνθρωπα.
Το όνομά του δεν το άκουσε ποτέ να το λένε, παρά τον αποκαλούσαν πάντα με τα χειρότερα λόγια και πολλές φορές έφταναν και να τον χτυπούν.
Μια μέρα σαν άνθρωπος λύγισε και αγανακτισμένος πήρε την απόφαση να φύγει. Διστάζοντας όμως να εμπιστευτεί τον λογισμό του, σκέφτηκε να πάει πρώτα να τον εξομολογηθεί σε έναν πνευματικό στην Ιερά Μονή της Σιμωνόπετρας.
Με ειλικρίνεια εξέθεσε στον πνευματικό του όλη την αλήθεια και περιέγραψε τα γεγονότα. Αφού λοιπόν εξέθεσε όλα του δεινά που υφίστατο κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους στο τέλος είπε: «Πάτερ δώσ’ μου ευλογία να φύγω να γλιτώσω…».
Ο διακριτικός πνευματικός αφού σκέφτηκε για λίγο του απάντησε: «Πάτερ Εφραίμ, αν θες να γλιτώσεις, φύγε, αν θέλεις να αγιάσεις μείνε… σκέψου και αποφάσισε«. Ο Γέροντας Εφραίμ σκέφτηκε… και έμεινε….
Πέρασαν έτσι 45 ολόκληρα χρόνια. Ο τελευταίος από τους γέροντές του ο π. Νικηφόρος, ήταν ο χειρότερος απ’ όλους… Μάλιστα τα τελευταία χρόνια αρρώστησε και έγινε ακόμα πιο δύστροπος και επιθετικός.
Ο π. Εφραίμ, πιστός στην απόφασή του -γιατί αυτή είναι η λεβεντιά στη ζωή, να έχεις το θάρρος να την αντιμετωπίζεις και να σηκώνεις τον Σταυρό που σου οικονόμησε για τη σωτηρία σου η πρόνοια του Θεού- υπέμενε τα πάντα σαν νέος Ιώβ.
Το 1973 όταν κατάκοιτος πια ο γέροντας Νικηφόρος ψυχορραγούσε, ο π. Εφραίμ νύχτα και ημέρα καθόταν στο προσκέφαλό του και τον υπηρετούσε, ενώ συνέχισε να δέχεται «βροχή» τις ύβρεις και τις ταπεινώσεις.
Λίγο πριν το τέλος ο π. Νικηφόρος του είπε: «Σήκωσέ με. Σκύψε να σου πω…» Ο π. Εφραίμ πέρασε το χέρι του πίσω από την πλάτη του κατάκοιτου γέροντά του και έσκυψε το κεφάλι.
Ξαφνικά το πρόσωπο του π. Νικηφόρου αλλοιώθηκε, έχασε την τραχύτητά του και πήρε την πιο ιλαρή έκφραση που μπορούσε να έχει ανθρώπινο πρόσωπο.
Με όση δύναμη μπορούσε να επιστρατεύσει ο γέροντας άρπαξε το χέρι του π. Εφραίμ και του είπε: «Παιδί μου, εσύ δεν είσαι άνθρωπος, είσαι άγγελος… ευλόγησον…» του φίλησε το χέρι και ξεψύχησε στην αγκαλιά του…
Ανάμνηση του π. Διονυσίου Ανθόπουλου, από διήγηση του γέροντος Αθανασίου Σιμωνοπετρίτου, στην αδελφότητα της Ιεράς Μονής Παναγίας Δοβρά.

Wednesday, December 4, 2019

Μια πραγματική ιστορία, από τις πολλές που ξεχάστηκαν.


Η γιαγιά μου η Κωνσταντίνα, κάθε φορά που άκουγε Γερμανικά, έφτυνε πίσω από τον αριστερό της ώμο, μουρμουρίζοντας: “Πίσω μου σ΄έχω σατανά, αχ κυρά Λένη.” κι εμείς μικρά παιδιά της ζητούσαμε να μας πει, ξανά και ξανά την ιστορία της κυρά Λένης.

Σας μεταφέρω όσο πιο πιστά μπορώ, τη διήγηση της φοβερής γιαγιάς μου:…

Η κυρά Λένη λοιπόν, μεγάλωσε μονάχη της τέσσερα παλικάρια. Ο άντρας της ναυτικός, χάθηκε νωρίς, σ΄ένα ναυάγιο. Πήγαινε και καθάριζε τα σπίτια των πλουσίων στην Κηφισιά, έπαιρνε κι έπλενε στο σπίτι, στο χέρι ε; στην σκάφη με πράσινο σαπούνι, ποτάσα και αλισίβα, ξένα ρούχα, που τα σιδέρωνε με το βαρύ μαντεμένιο σίδερο με τα κάρβουνα.
Τ΄ανάθρεψε πάντως σωστά και τα έφτασε τον μεγάλο στα είκοσι τρία και τον μικρό στα δεκάξι. Δεν ξέρω αν ήταν μπλεγμένα με την αντίσταση, οι τρεις μεγάλοι ίσως ναι. Ο μικρός πάντως σίγουρα ήτανε σαλταδόρος. Ορμούσε με τους άλλους γαβριάδες στα Γερμανικά καμιόνια και τα αδειάζανε στο πι και φι από την πραμάτεια τους.
Ξημερώματα της 17ης Αυγούστου του 1944, η γειτονιά μας πλημμύρισε Γερμανούς πάνοπλους και ταγματασφαλίτες. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν κι οι χειρότεροι, λες και μισούσαν την φύτρα που τους έβγαλε. Με τα χωνιά καλούσανε τους άνδρες από δεκατεσσάρων, ως εξήντα χρονών να μαζευτούν στην πλατεία της Οσίας Ξένης. Άκου άνδρες, παιδιά δεκατεσσάρων χρόνων, αμούστακα!
 Κάποιοι ντύθηκαν κι ακολούθησαν την μοίρα τους, κάποιοι άλλοι, ψάξανε για κρυψώνες μέσα στα σπίτια τους. Τι κρυψώνες, δηλαδή, στα χαμόσπιτα; Τα παλικάρια της κυρά Λένης ήταν από τους δεύτερους. Το σπίτι τους, ναυτικός βλέπεις ο πατέρας, ήταν πέτρινο κι είχε μια καταπακτή που έβγαζε στο υπόγειο.
Οι τρεις με τα εσώρουχα, χώθηκαν μέσα, ο μικρός πήδηξε σαν σκιά από το πίσω παράθυρο και χάθηκε σαν αίλουρος στα σκοτάδια. Η δόλια η μάνα, άνοιξε τρέμοντας την πόρτα. Όρμησαν μέσα και χωρίς πολλά λόγια, έκαναν το σπίτι φύλλο και φτερό.

Η κυρά Λένη, στεκόταν ακίνητη, όρθια με το κεφάλι στις χούφτες, πάνω στο μικρό κιλίμι που έκρυβε την καταπακτή. Ετοιμαζότανε να φύγουν όταν – ποιος σου έβγαλε λένε το μάτι; ο αδερφός – ένας ταγματασφαλίτης με σκεπασμένο το πρόσωπο, την έσπρωξε βίαια. “Αυτό το σπίτι έχει κελάρι” φώναξε κι από το μίσος, λησμόνησε να αλλοιώσει τη φωνή του.
Ήταν ένας από αυτούς που στα χρόνια της ειρήνης του έπλενε τα πουκάμισα. Γονάτισε, άπλωσε τα κόκκινα πρησμένα από τις μπουγάδες χέρια προς το μέρος τους και τον παρακάλεσε, χωρίς να φανερώσει πως τον κατάλαβε: “Κύριε, λυπηθείτε τα παιδιά μου, με το αίμα μου αντίς για γάλα τα μεγάλωσα”
Ήδη όμως, οι Γερμανοί είχαν μπουκάρει στο υπόγειο και τα τρία παλικάρια, χωρίς να προλάβουν να αμυνθούν, σωριάστηκαν νεκρά. Φεύγοντας, ο ” Έλληνας”, που να τρίζουν τα κόκαλά του και να μην βρίσκει ανάπαψη στον αιώνα τον άπαντα, γύρισε και της είπε.”Τον μικρό σου τον χαρίζουμε”
Είκοσι χιλιάδες μακέλεψαν εκείνο το ξημέρωμα. Είκοσι χιλιάδες, οι πιο πολλοί αθώοι, μα όσοι ήσαν στην αντίσταση, δυο φορές αθώοι. Μέσα στον θρήνο και τον ορυμαγδό, καθένας κοίταζε τον δικό του πόνο, κανείς δεν σκέφτηκε την κυρά Λένη.
Την βρήκε το στερνοπούλι της, που σώθηκε ευτυχώς, τρία μερόνυχτα μετά, με τα μάτια στεγνά, βουτηγμένη στο ξερό πια αίμα των γιων της, ανάμεσα στις αλλοιωμένες από την ζέστη σωρούς, να τους τραγουδά ένα ριζίτικο μοιρολόι, ίσως και νανούρισμα, δεν θυμάμαι καλά.

Έβαλε τις φωνές το παιδί, τρέξαμε την μαζέψαμε, την πλύναμε, της βάλαμε δικά μας καθαρά ρούχα, χωρίς εκείνη να πει ούτε μια λέξη. Φωνάξαμε το κάρο της Δημαρχίας και πήρε τα τυμπανισμένα πτώματα, καθαρίσαμε το σπίτι από τον θάνατο και τους φιλοξενήσαμε πότε ο ένας, πότε ο άλλος στα σπίτια μας, χαροκαμένα τα περισσότερα, έως ότου σβηστούν λιγάκι από το μυαλό της οι τραγικές εικόνες.


Συγχωρώ, σημαίνει βλέπω τον άλλο όπως είναι


Συγχωρώ, σημαίνει βλέπω τον άλλο όπως είναι, με την αμαρτία του και την ανυπόφορη πλευρά του, με όλα τα βαρίδια του και τα ελαττώματά του, και λέω:
- θα σε κουβαλήσω, όπως ένα σταυρό,
θα σε κουβαλήσω μέχρι Τη Βασιλεία Του Θεού,είτε το θέλεις είτε όχι .
Και είτε είσαι καλός είτε είσαι κακός, θα σε κουβαλήσω στους ώμους μου,
θα σε φέρω μπροστά Στον Κύριο και θα πω : Κύριε, όλη μου τη ζωή κουβάλησα αυτόν τον άνθρωπο, γιατί φοβόμουνα μήπως χαθεί .
Τώρα είναι δικό Σου το θέμα να τον συγχωρήσεις, στο όνομα της δικής μου συγχώρεσης, με Το Άπειρο Έλεός Σου, και να τον δεχθείς στην αγκαλιά Της Αγάπης Σου ...

Μα που είναι ο Θεός; Που είναι ο Θεός στην προσευχή μας;


Στην προσευχή μας σχεδόν όλες τις φορές αντί να μιλήσουμε με τον Θεό μιλάμε στον εαυτό μας. Μια συνεχή μουρμούρα, ένα παραμιλητό που όχι μόνο δεν μας προσφέρει επικοινωνία με τον Θεό αλλά μας αποκόπτει από κάθε τι εκτός από το εγώ μας. Λέμε ότι προσευχόμαστε αλλά δεν μιλάμε στον Θεό. Συζητάμε με τον εαυτούλη μας. Εκθέτουμε τους προβληματισμούς μας και έπειτα προσπαθούμε να βρούμε λύσεις, απαντήσεις. Καταστρώνουμε τα σχέδιά μας αφήνοντας τον Θεό απ' έξω. Κατ’ άλλα κρατάμε στο χεράκι μας κάποιο κομποσχοίνι.
---------------
Μα που είναι ο Θεός; Που είναι ο Θεός στην προσευχή μας; Που είναι αυτή η παραίτηση από το δικό μας σκεπτικό και η παράδοσή μας στο θέλημά Του;
Τον επικαλούμαστε να μας φωτίσει; ή Τον επικαλούμαστε να φωτίσει τους άλλους για να γίνουν όπως εμείς ή για να μας βοηθήσουν στα σχέδιά μας;
-----------------
Οι γονείς προσεύχονται στον Θεό να φωτίσει τα παιδιά τους για να καταλάβουν. Ουσιαστικά προσεύχονται στο Θεό να κάνει τα παιδιά τους να σκέφτονται όπως σκέφτονται οι ίδιοι. Δεν προσεύχονται στον Θεό να φωτιστούν οι ίδιοι ώστε να καταλάβουν τα παιδιά τους, ώστε να αποκτήσουν διάκριση, συγκατάβαση, συγχωρετικότητα κτλ. Προσεύχονται να αλλάξουν, να "φωτιστούν" τα παιδιά τους.
Το ίδιο συμβαίνει με τον/την σύζυγο, με το αφεντικό μας, με τον υπάλληλό μας, με τον φίλο μας.
------------
Στην προσευχή καλούμαστε να αφήσουμε το σκεπτικό μας, τα όνειρά μας, τις φαντασιώσεις μας, τα θέλω μας, τις εμπαθείς επιθυμίες μας, το δίκιο μας και πλέον να ανοίξουμε στην καρδιά μας στον Θεό. Να αφήσουμε τον Θεό να μας μιλήσει και να Του μιλήσουμε. Χωρίς να μουρμουρητά και κυκλοθυμικά επεισόδια.

Πώς ο σατανάς αντιλαμβάνεται την νοερά προσευχή του ανθρώπου


Κάποιος νέος μοναχός είχε μία απορία:
''Πώς ο σατανάς αντιλαμβάνεται την νοερά προσευχή του ανθρώπου και απομακρύνεται απ' αυτόν, εφόσον δεν έχει τη δύναμη να του διαβάσει το πνεύμα δηλ. δεν γνωρίζει το τι σκέφτεται ο άνθρωπος μέσα του''.
Ένα βράδυ, του παρουσιάζεται μια Αγία στον ύπνο και του λέει:
- Νίκο (έτσι τον έλεγαν) έχεις την απορία, πως ο σατανάς αντιλαμβάνεται, όταν ο άνθρωπος προσεύχεται νοερώς, εφόσον τη σκέψη του ανθρώπου, μόνο ο Θεός τη γνωρίζει. Άκουσε λοιπόν: Όπως η σόμπα, που καίει εσωτερικώς ξύλα και δεν φαίνεται η φωτιά, όμως η θέρμανση σε πληροφορεί ότι η σόμπα έχει φωτιά, έτσι και ο σατανάς, μπορεί να μην βλέπει την προσευχή σου, αλλά επειδή καίγεται όταν σε πλησιάζει, αντιλαμβάνεται ότι είσαι ενωμένος με τον Θεό, δια της προσευχής...
Δημήτριος Παναγόπουλος