Friday, November 3, 2017
Thursday, November 2, 2017
Wednesday, November 1, 2017
Ο όσιος Δαυίδ ο εν Ευβοία
Εορτάζει στις 1 Νοεμβρίου εκάστου έτους.
ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΔΑΥΙΔ (του εν Ευβοία)
Ο όσιος πατήρ Δαυίδ γεννήθηκε στις αρχές του 16 ου αιώνα στο παραθαλάσιο χωριό Γαρδινίτζα, αντίκρυ της νήσου Ευβοίας. Ο πατέρας του ήταν ευσεβής και ενάρετος ιερέας. Μόλις τριών ετών, ο Δαυίδ είδε μια νύκτα να του φανερώνεται ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και να τον οδηγεί στην γειτονική εκκλησία που ήταν αφιερωμένη στο όνομά του. Έμεινε εκεί, όρθιος και ανυπόδητος για έξι ημέρες, βυθισμένος στη θεωρία, ενώπιον της εικόνας του Προδρόμου. Αναθρεμμένος από την πιο τρυφερή του ηλικία με τις αρχές της υπακοής απέναντι στους γονείς του, της ασκήσεως και της αδιαλείπτου προσευχής, άφησε το πατρικό του σπίτι σε ηλικία δεκαπέντε χρονών, προς αναζήτηση ενός πνευματικού πατέρα. Τον βρήκε στο πρόσωπο του ιερομονάχου Ακακίου, ονομαστού για τις αρετές του και το ευαγγελικό κήρυγμά του στα χωριά της περιοχής.
Το Ασκητήριο του οσίου Δαυίδ
Ο Δαυίδ ενεδύθη το μοναχικό Σχήμα στη Μονή του Ακακίου, κι εκεί έδειξε τέλεια υπακοή συνοδευόμενη από ταπείνωση και αδιάλειπτη προσευχή. Καθώς ο Γέροντάς του επιθυμούσε να βρει μια μονή περισσότερο προχωρημένη στην πνευματική ζωή, τον ακολούθησε πρώτα στην Όσσα, κοντά στον Όλυμπο, εν συνεχεία δε, αφού χειροτονήθηκε διάκονος, σε ένα προσκύνημα στις μονές του Αγίου Όρους. Ο Ακάκιος μετέβη μόνος του στην Κωνσταντινούπολη αφήνοντας τον Δαυίδ στη Μεγίστη Λαύρα. Χειροτονήθηκε μητροπολίτης Άρτης και Ναυπάκτου από τον Πατριάρχη Ιερεμία και κάλεσε μετά από λίγο τον Δαυίδ στην επισκοπή του για να τον βοηθήσει στα ποιμαντικά του καθήκοντα. Αν και ζούσε εν μέσω της τύρβης του κόσμου ο Δαυίδ δεν χαλάρωσε διόλου τις νηστείες, τις ολονύκτιες προσευχές, τις αναρίθμητες μετάνοιες και την απόλυτη υπακοή στον πνευματικό του πατέρα. Έγινε σύντομα ιερέας και ορίστικε ηγούμενος της Μονής της Θεοτόκου, της επονομαζόμενης Βαρνάκοβας, κοντά στην Ναύπακτο. Ο ζήλος του όμως και οι πνευματικές του απαιτήσεις ήρθαν σε σύγκρουση εκεί με τους μοναχούς αδιάφορους οι οποίοι δεν επιθυμούσαν παρά να ακολουθούν το ίδιόν τους θέλημα. Εγκατέλειψε λοιπόν το μοναστήρι τούτο προς αναζήτηση ενός τόπου πρόσφορου για την ησυχία. Εγκαταστάθηκε σε τόπο έρημο, στο όρος Στείρι, κοντά στον Παρνασσό. Εκεί δέχθηκε την επίθεση πολλών σατανικών πειρασμών.
Η τίμια Κάρα του οσίου Δαυίδ
Με την κατηγορία ότι έδωσε καταφύγιο σε ένα σκλάβο φυγά, συνελήφθη από τους Τούρκους και υποβλήθηκε επί μακρόν σε βασανιστήρια, κατόπιν, απελευθερώθηκε με λύτρα που μάζεψαν οι πιστοί της περιοχής και αναχώρησε για να βρει καινούριο ησυχαστήριο στη νήσο Εύβοια. Εκεί ξανάχτισε μια εκκλησία προς τιμήν της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και δεν άργησε να συγκεντρώσει γύρω τους μερικούς μαθητές που συμμερίζονταν την πολιτεία του και την αγάπη του για την προσευχή. Μιμούμενος τον Χριστό, ο Δαυίδ έδειχνε απεριόριστη αγάπη για όσους έρχονταν σε αυτόν ιδιαιτέρως για τους φτωχούς, τους οποίους δεν μπορούσε να βλέπει δίχως να χύνει δάκρυα. Μοίραζε αφειδώς τα αγαθά της μονής σε όσους είχαν ανάγκη, άξιους και ανάξιους, χριστιανούς και μουσουλμάνους. Πέρασε έτσι χρόνους πολλούς ανταυγάζοντας γύρω του την παρουσία του Θεού με τις αρετές και τα πολλά του θαύματα. Ταξιδεύοντας για να μεσολαβήσει στις διχοστασίες που χώριζαν τους επισκόπους της Πελοποννήσου, το πλοίο του ναυάγησε και ο Δαυίδ σώθηκε από θαύμα. Έχοντας αξιωθεί το χάρισμα της προορατικότητας, βοήθησε πλήθος ψυχών να βρουν τη σωτηρία και προέγνωσε την ημέρα του θανάτου του. Μάζεψε λοιπόν τους μαθητές του, τους έδωσε τις τελευταίες πνευματικές οδηγίες του και εκοιμήθη εν ειρήνη τη στιγμή που εμπιστευόταν σε όσους έστεκαν γύρω του ότι μόλις του φανερώθηκε ο Χριστός. Μετά την κοίμηση του αγίου (εν έτει 1589 ή 1601), πλήθος θαυμάτων έλαβαν χώρα στον τάφο του.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας – Εκδόσεις Ίνδικτος
ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΔΑΥΙΔ
(Κάποια θαύματά του πού επιτέλεσε ενόσω ακόμα ζούσε ο Όσιος Δαβίδ ο εν Ευβοίας)
ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΔΑΥΙΔ (του εν Ευβοία)
Ο όσιος πατήρ Δαυίδ γεννήθηκε στις αρχές του 16 ου αιώνα στο παραθαλάσιο χωριό Γαρδινίτζα, αντίκρυ της νήσου Ευβοίας. Ο πατέρας του ήταν ευσεβής και ενάρετος ιερέας. Μόλις τριών ετών, ο Δαυίδ είδε μια νύκτα να του φανερώνεται ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και να τον οδηγεί στην γειτονική εκκλησία που ήταν αφιερωμένη στο όνομά του. Έμεινε εκεί, όρθιος και ανυπόδητος για έξι ημέρες, βυθισμένος στη θεωρία, ενώπιον της εικόνας του Προδρόμου. Αναθρεμμένος από την πιο τρυφερή του ηλικία με τις αρχές της υπακοής απέναντι στους γονείς του, της ασκήσεως και της αδιαλείπτου προσευχής, άφησε το πατρικό του σπίτι σε ηλικία δεκαπέντε χρονών, προς αναζήτηση ενός πνευματικού πατέρα. Τον βρήκε στο πρόσωπο του ιερομονάχου Ακακίου, ονομαστού για τις αρετές του και το ευαγγελικό κήρυγμά του στα χωριά της περιοχής.
Το Ασκητήριο του οσίου Δαυίδ
Ο Δαυίδ ενεδύθη το μοναχικό Σχήμα στη Μονή του Ακακίου, κι εκεί έδειξε τέλεια υπακοή συνοδευόμενη από ταπείνωση και αδιάλειπτη προσευχή. Καθώς ο Γέροντάς του επιθυμούσε να βρει μια μονή περισσότερο προχωρημένη στην πνευματική ζωή, τον ακολούθησε πρώτα στην Όσσα, κοντά στον Όλυμπο, εν συνεχεία δε, αφού χειροτονήθηκε διάκονος, σε ένα προσκύνημα στις μονές του Αγίου Όρους. Ο Ακάκιος μετέβη μόνος του στην Κωνσταντινούπολη αφήνοντας τον Δαυίδ στη Μεγίστη Λαύρα. Χειροτονήθηκε μητροπολίτης Άρτης και Ναυπάκτου από τον Πατριάρχη Ιερεμία και κάλεσε μετά από λίγο τον Δαυίδ στην επισκοπή του για να τον βοηθήσει στα ποιμαντικά του καθήκοντα. Αν και ζούσε εν μέσω της τύρβης του κόσμου ο Δαυίδ δεν χαλάρωσε διόλου τις νηστείες, τις ολονύκτιες προσευχές, τις αναρίθμητες μετάνοιες και την απόλυτη υπακοή στον πνευματικό του πατέρα. Έγινε σύντομα ιερέας και ορίστικε ηγούμενος της Μονής της Θεοτόκου, της επονομαζόμενης Βαρνάκοβας, κοντά στην Ναύπακτο. Ο ζήλος του όμως και οι πνευματικές του απαιτήσεις ήρθαν σε σύγκρουση εκεί με τους μοναχούς αδιάφορους οι οποίοι δεν επιθυμούσαν παρά να ακολουθούν το ίδιόν τους θέλημα. Εγκατέλειψε λοιπόν το μοναστήρι τούτο προς αναζήτηση ενός τόπου πρόσφορου για την ησυχία. Εγκαταστάθηκε σε τόπο έρημο, στο όρος Στείρι, κοντά στον Παρνασσό. Εκεί δέχθηκε την επίθεση πολλών σατανικών πειρασμών.
Η τίμια Κάρα του οσίου Δαυίδ
Με την κατηγορία ότι έδωσε καταφύγιο σε ένα σκλάβο φυγά, συνελήφθη από τους Τούρκους και υποβλήθηκε επί μακρόν σε βασανιστήρια, κατόπιν, απελευθερώθηκε με λύτρα που μάζεψαν οι πιστοί της περιοχής και αναχώρησε για να βρει καινούριο ησυχαστήριο στη νήσο Εύβοια. Εκεί ξανάχτισε μια εκκλησία προς τιμήν της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και δεν άργησε να συγκεντρώσει γύρω τους μερικούς μαθητές που συμμερίζονταν την πολιτεία του και την αγάπη του για την προσευχή. Μιμούμενος τον Χριστό, ο Δαυίδ έδειχνε απεριόριστη αγάπη για όσους έρχονταν σε αυτόν ιδιαιτέρως για τους φτωχούς, τους οποίους δεν μπορούσε να βλέπει δίχως να χύνει δάκρυα. Μοίραζε αφειδώς τα αγαθά της μονής σε όσους είχαν ανάγκη, άξιους και ανάξιους, χριστιανούς και μουσουλμάνους. Πέρασε έτσι χρόνους πολλούς ανταυγάζοντας γύρω του την παρουσία του Θεού με τις αρετές και τα πολλά του θαύματα. Ταξιδεύοντας για να μεσολαβήσει στις διχοστασίες που χώριζαν τους επισκόπους της Πελοποννήσου, το πλοίο του ναυάγησε και ο Δαυίδ σώθηκε από θαύμα. Έχοντας αξιωθεί το χάρισμα της προορατικότητας, βοήθησε πλήθος ψυχών να βρουν τη σωτηρία και προέγνωσε την ημέρα του θανάτου του. Μάζεψε λοιπόν τους μαθητές του, τους έδωσε τις τελευταίες πνευματικές οδηγίες του και εκοιμήθη εν ειρήνη τη στιγμή που εμπιστευόταν σε όσους έστεκαν γύρω του ότι μόλις του φανερώθηκε ο Χριστός. Μετά την κοίμηση του αγίου (εν έτει 1589 ή 1601), πλήθος θαυμάτων έλαβαν χώρα στον τάφο του.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας – Εκδόσεις Ίνδικτος
ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΔΑΥΙΔ
(Κάποια θαύματά του πού επιτέλεσε ενόσω ακόμα ζούσε ο Όσιος Δαβίδ ο εν Ευβοίας)
Tuesday, October 31, 2017
Ασκητές μέσα στον κόσμο: Η θεόθεν κλήση στην Χριστιανική πίστη ενός Μουσουλμάνου
Γεννήθηκε το 1926 σ’ ένα νησί της Δωδεκανήσου. Όλη την παιδική ηλικία την έζησε παίζοντας με τα χριστιανόπαιδα, ενώ ο ίδιος ήταν Μουσουλμάνος. Τις παραμονές των χριστιανικών γιορτών μαζί με τα παιδιά του χωριού έτρεχε στα κάλαντα παίζοντας με την φλογέρα του. Το σπίτι που έμεναν ήταν ένας σταύλος. Εκεί τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων –μετά τα κάλαντα– και αφού είχε ξαπλώσει για να κοιμηθή, αισθάνεται να ανοίγη η πόρτα και μπροστά του να εμφανίζεται ο Χριστός. Φορούσε άσπρο χιτώνα, το πρόσωπό του ήταν χαμογελαστό και του είπε: «Ήρθα για σένα, είσαι δικό Μου παιδί» και εξαφανίστηκε. Το ίδιο επαναλήφθηκε τις επόμενες δυο νύχτες.
Ο μικρός ήταν τότε περίπου δεκατριών χρόνων. Βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα, αν θα το πη ή όχι και σε ποιον. Ύστερα από σκέψη αποφάσισε να το πη στον πρόεδρο του χωριού, ένα σεβάσμιο ηλικιωμένο άνδρα, τον μπαρμπα-Νικόλα. Πήγε στο σπίτι του, του διηγήθηκε όλη την ιστορία και αμέσως ζήτησε να τον βαφτίσουν. Ο πρόεδρος με χαμόγελο του απάντησε: «Το σκέφτηκες, παιδί μου, καλά;». Ο μικρός του απάντησε: «Ναι, το σκέφτηκα, θέλω να με βαφτίσετε».
Ο πρόεδρος τότε του εξήγησε ότι αυτό θα ήταν δύσκολο λόγω του ότι ήταν ανήλικος και οι γονείς του θα μπορούσαν να αντιδράσουν. Στο τέλος του είπε: «Αν, παιδί μου, σε έχη φωτίσει τόσο ο Χριστός και το επιθυμής τόσο πολύ, κάνε υπομονή να φθάσης στη νόμιμη ηλικία. Τότε να το ζητήσης και θα το απολαύσεις».
Δούλευε κυρίως στις ψαρόβαρκες, οι οποίες εκείνα τα χρόνια ήταν με κουπιά και πανιά. Συχνά τότε πήγαιναν στις απέναντι ακτές, ιδιαίτερα στον κόλπο ανατολικά της Κω. Κάποια φορά καθώς έρχονταν προς το νησί από τον κόλπο γεμάτοι ψάρια, ήταν τρεις στην βάρκα, έρχεται ξαφνικά μία φοβερή κακοκαιρία. Η βάρκα πλημμύρισε και εκείνος με ένα τενεκέ προσπαθούσε να αδειάζη τα νερά. Καθώς έβγαζε τα νερά βρέθηκε ένα μικρό Εικονισματάκι του αγίου Νικολάου μέσα στον τενεκέ. Αμέσως μία φωνή μέσα του φωνάζει: «Μη με πετάξης!». Πιάνει το Εικόνισμα, το σηκώνει ψηλά και λέει: «Άγιέ μου Νικόλα, σώσε μας και αν έρθη η ώρα να βαφτιστώ θα πάρω το όνομά Σου». Σε λίγη ώρα βρέθηκαν σε κάποια ακτή της Κω.
Αργότερα πήγε στην Μικρασία. Ένα χρονικό διάστημα δούλευε σε εργοστάσιο-υφαντουργείο. Κάποια στιγμή με άλλους Κώους πηγαίνει για να γνωρίση την Σμύρνη και τον Τσεσμέ. Εκεί του άρεσε και έμεινε για να δουλέψη στα καπνά. Το βράδυ κοιμήθηκαν σε μία αποθήκη, η οποία όμως ήταν παλιά Εκκλησία του Χριστού. Οι άλλοι δύο, αδελφή και αδελφός –μουσουλμάνοι– δεν μπορούσαν να ησυχάσουν μέχρι που αποφάσισαν να βγουν από την Εκκλησία και να κοιμηθούν στο χωράφι. Έτσι εκείνος έμεινε μόνος μέσα στο σκοτάδι.
Αφού κοιμήθηκε για λίγη ώρα, ανοίγει τα μάτια του και βλέπει ένα φως να βγαίνη μέσα από το Ιερό. Κοιτάζει έξω, ήταν σκοτεινά, η Εκκλησία όμως έλαμπε. Την επόμενη βραδιά το ίδιο. Την τρίτη βραδιά μαζί με το φως ακούει μία φωνή: «Μη ξεχάσης την υπόσχεσή σου. Είσαι δικό Μου παιδί». Μετά από αυτό μέχρι το πρωί σκεφτόταν πώς θα γίνει Χριστιανός μέσα στην Τουρκία. Όταν ξημέρωσε είδε ότι η φωνή έβγαινε από μία σκαλιστή μαρμάρινη εικόνα του Κυρίου, η οποία ήταν και η μόνη που είχε μείνει, χτισμένη πάνω από το Ιερό. Την ίδια μέρα μετά από μια-δυο ώρες ήρθε διαταγή να επιστρέψουν όλοι οι πρόσφυγες στις πατρίδες τους. Ήταν τότε το έτος 1945. Έτσι επέστρεψε στην Κω σκεπτόμενος μέσα του ότι τώρα θα μπορέσει να βαπτιστή. Μέχρι τότε δεν είχε πει σε κανέναν από τους δικούς του τίποτε.
Τα Δωδεκάνησα τότε μετά την Ιταλική κατοχή τα κατείχαν οι Άγγλοι. Εκείνος δούλεψε στην Αγγλική Χωροφυλακή μέχρι την απελευθέρωση το 1947. Αργότερα το 1949-1950, την ημέρα μάλιστα που οι Μουσουλμάνοι γιόρταζαν το Μπαϊράμι, του λέει η μητέρα του: «Σήκω και συ να πας κάτω. Έγινες πια σκέτος Χριστιανός». Τότε εκείνος πήρε την αφορμή και απήντησε: «Δεν είμαι Χριστιανός αλλά θα γίνω όταν βαπτιστώ, μυρωθώ και πάρω την θεία Κοινωνία». Το ίδιο βράδυ βλέπει στον ύπνο του ότι ανοίγει η στέγη του σπιτιού του, τρεις Άγγελοι κατεβαίνουν στο δωμάτιό του και του λένε πως θέλουν να τον πάρουν μαζί τους. Εκείνος τους ρώτησε αν μπορή να πετάξη μαζί τους και τότε είδε ότι άρχισε να πετάη ανάμεσα στους Αγγέλους μέχρι την ακρογιαλιά. Στην συνέχεια ο μπροστινός Άγγελος, μετά ο δεξιός και τέλος ο αριστερός του, τον βούτηξαν από μία φορά στην θάλασσα και επέστρεψαν όλοι στο σπίτι.
Το πρωί κατάλαβε πλέον ότι είχε έρθει η ώρα για να βαφτιστή. Κατέβηκε στο λιμάνι, βρήκε ένα γνωστό του ναυτικό και αφού του εξήγησε τον σκοπό του, εκείνος τον πήρε σαν βοηθό του στο καράβι και έφτασαν στην Κάλυμνο, στην Μητρόπολη. Ύστερα έρχεται στην Ι. Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο αναζητώντας τον γέροντα Αμφιλόχιο Μακρή. Μαζί του ήρθε και ο Νικόλαος Νικολαΐδης, ο οποίος και έγινε στην συνέχεια νονός του.
Μετά την πρώτη επαφή με τον π. Αμφιλόχιο και τον π. Μελέτιο ωρίστηκε να γίνη η βάπτιση στο ιερό Σπήλαιο της Αποκαλύψεως. Πράγματι την επομένη το πρωί έγινε η βάπτιση από τον π. Ιερεμία κάτω από το τριπλό σχίσιμο του βράχου εντός του Ι. Σπηλαίου και πήρε το όνομα Νικόλαος. Όταν επανήλθε στην Ι. Μ. Αγίου Ιωάννου πήγε να προσκυνήση το ιερό Λείψανο του οσίου Χριστοδούλου, το οποίο ευωδίαζε, ενώ την προηγούμενη ημέρα, πριν βαπτιστή, δεν ένιωσε τίποτε όταν το είχε προσκυνήσει. Αφού πήραν την ευλογία του π. Αμφιλοχίου, του π. Μελετίου και του π. Ιερεμία, επέστρεψαν στην Κάλυμνο.
Εκεί έμεινε στο σπίτι του π. Κυρίλλου, όπου την τρίτη νύχτα αφότου βαπτίστηκε συνέβη το εξής: Ο νεαρός Νικόλαος φορούσε ακόμη τον βαπτιστικό χιτώνα και είχε ξαπλώσει για να κοιμηθή σ’ ένα δωμάτιο που χρησιμοποιούσε ο π. Κύριλλος για να αγιογραφή, δίπλα στην θάλασσα. Η πόρτα του δωματίου που έβλεπε στην θάλασσα ήταν λίγο ανοιχτή. Ξαφνικά άκουσε την φωνή της μάννας του, άνοιξε τα μάτια του και της λέει στα Τούρκικα: «Μητέρα, πώς βρέθηκες εδώ, τι θέλεις;». Και εκείνη απαντά: «Ήρθα να σε πάρω μαζί μου». «Μητέρα, είμαι βαφτισμένος και μυρωμένος, φύγε, δεν μπορώ να έρθω μαζί σου», της λέει ο Νικόλαος. Όμως εκείνη με δυνατή φωνή του λέει: «Σήκω, θα σε πάρω» και πέφτει αμέσως πάνω του, τον πιάνει από τους ώμους για να τον σηκώση. Εκείνος την σπρώχνει φωνάζοντας: «Μάννα, μη με λερώσης», και το βλέμμα του πέφτει σε μία εικόνα του Χριστού. Τότε φωνάζει κάνοντας το σημείο του Σταυρού: «Χριστέ μου, σώσε με». Εκείνη τότε σηκώθηκε όρθια, και του είπε: «Με νίκησες» και βγαίνοντας από την πόρτα πέφτει στην θάλασσα, βρέχοντας μάλιστα την πόρτα. Καθώς όμως έβγαινε η μητέρα του βλέπει πίσω της μία ουρά ζώου και όταν εξαφανίστηκε στην θάλασσα, τότε κατάλαβε ότι δεν ήταν η μητέρα του. Το πρωί ο π. Κύριλλος που είχε ακούσει τις φωνές, ρώτησε και έμαθε τι του συνέβη. Τότε του λέει: «Μη στενοχωριέσαι, Νικόλα παιδί μου. Ήταν ο διάβολος και ήρθε να σε πειράξη». Ο νεοφώτιστος Νικόλαος παρέμεινε για ένα διάστημα στην Κάλυμνο όπου νυμφεύθηκε και αργότερα επέστρεψε στην Κω.
Ο Νικόλαος είχε πολλές επεμβάσεις του Θεού στην ζωή του και αντιλήψεις από την θεία Χάρι. Με απλότητα και πίστη στις δυσκολίες του ζητούσε βοήθεια από τον Θεό και την λάμβανε.
Απόσπασμα από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο»
από allopsis.gr
Friday, July 7, 2017
Καταλαλιά και κατάκριση
Πόσο εύκολα μα
πόσο εύκολα πέφτουμε καθημερινά σ αυτές τις δυο τις αμαρτίες. Πολλοί δεν το
καταλαβαίνουν κιόλας τι μεγάλη ζημία προκαλούν στον εαυτό τους, τους γίνεται
πάθος να καταλαλούν και να κατακρίνουν και δυστυχώς με αυτό προχωρούν. Για να
δούμε και τι παγίδα είναι αυτό ας σκεφτούμε μόνο το εξής. χθες για παράδειγμα
είπαμε κάποια άσχημα πράγματα για έναν συνάνθρωπο μας, και επειδή πολλές φορές
η ψυχή του κάθε ανθρώπου σ αυτές τις περιπτώσεις αντιδρά ποικιλοτρόπως ο συνάνθρωπος
μας αυτός αρρώστησε βαθειά ως σε σημείο θανάτου..
Eρώτηση. Πως θα
αισθανθούμε τώρα εμείς;..
Κάποιες χρηστικές
συμβουλές τώρα γερόντων προς γνώσην μας γι αυτό το θέμα.
1.Κάποιος Γέροντας, που ερωτήθηκε από τους αδελφούς τι είναι καταλαλιά και
τι κατάκρισις, έδωσε την ακόλουθη εξήγηση:
Με την καταλαλιά
φανερώνει κανείς τα κρυφά ελαττώματα του αδελφού του. Με την κατάκριση
καταδικάζει τα φανερά. Αν ειπεί κανείς λόγου χάρη, πως ο τάδε αδελφός είναι μεν
καλοπροαίρετος και αγαθός, αλλά του λείπει η διάκριση, αυτό είναι καταλαλιά. "Αν
όμως ειπεί ότι ο δείνα είναι πλεονέκτης και φιλάργυρος, τούτο είναι κατάκρισις,
γιατί με το λόγο αυτό καταδικάζει τις πράξεις του πλησίον του. Η κατάκρισις
είναι χειρότερη από την καταλαλιά.
2.Πήγαν κάποτε αιρετικοί στον Όσιο Ποιμένα κι' άρχισαν να λέγουν κατηγορίες
εναντίον του Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας. Ο Όσιος τότε σηκώθηκε επάνω, έδωσε
εντολή στον υποτακτικό του να τους ετοιμάσει φαγητό και βγήκε έξω από το κελί,
για να μη μολύνει τ' αυτιά του.
3.Ένας Γέροντας πνευματικός συμβουλεύει: Αν συμβεί ποτέ να κατακρίνεις τον
αδελφό σου και σε τύψει γι' αυτό η συνείδησή σου, πήγαινε ευθύς να τον βρεις,
εξομολογήσου ότι τον κατέκρινες και ζήτησέ του συγγνώμη. Πρόσεχε στο εξείς να
μη σε παρασύρει ο διάβολος σ' αυτό το αμάρτημα, γιατί η καταλαλιά είναι θάνατος
της ψυχής. Αν έλθει κάποιος άλλος σε σένα κι' αρχίσει να κατηγορεί και να
κατακρίνει ένα τρίτον, πρόσεξε καλά μήπως παρασυρθείς και του ειπείς: «δίκαιο
έχεις, έτσι είναι». Καλύτερα να σωπάσεις ή να του ειπείς: «εγώ, αδελφέ μου,
είμαι καταδικασμένος για τις αμαρτίες μου δεν έχω δικαίωμα να καταδικάζω
άλλον». Μ' αυτόν τον τρόπο και τον εαυτό σου σώζεις και τον αδελφόν σου.
4.Ένας άγιος Γέροντας είδε μια μέρα με τα μάτια του κάποιον αδελφό να πέφτει
σε βαρύ αμάρτημα, κι' όχι μόνο δεν τον κατέκρινε, αλλά έκλαψε και είπε: «Αυτός
έπεσε σήμερα κι' εγώ εξάπαντος αύριο. Κι' αυτός μεν χωρίς άλλο θα μετανοήσει,
ενώ εγώ δεν είμαι βέβαιος γι' αυτό».
5.Ο Αββάς Υπερέχιος δίνει την ακόλουθη συμβουλή στους εγκρατείς και
νηστευτάς:
Φάγε κρέας και
πιες κρασί και μη κατατρώγεις με την καταλαλιά τις σάρκες του αδελφού σου.
6.Δεν είναι, αλήθεια, ν' απορεί και να εξίσταται ο άνθρωπος και να χάνει
κυριολεκτικά το νου του γράφει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής όταν σκέπτεται πως
ο μεν Θεός και Πατήρ δεν κρίνει κανένα, όλη δε την κρίση έχει παραδώσει στον
Υιόν Του, ο δε Υιός διδάσκει «μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε» και ο Απόστολος
Παύλος επίσης, «μη προ καιρού κρίνετε, έως αν έλθη ο Κύριος» και «εν ω γαρ
κρίνεις τον έτερον, σεαυτόν κατακρίνεις», οι δε άνθρωποι, αφήνοντας κατά μέρος
τις δικές τους αμαρτίες, αφαιρούν το δικαίωμα του Υιού να κρίνει και, σαν
αναμάρτητοι, κρίνουν οι ίδιοι και καταδικάζουν ο ένας τον άλλον; Ο Ουρανός
εξίσταται γι' αυτό κι' η γη φρίττει, ενώ αυτοί, σαν αναίσθητοι, δε νοιώθουν καμιά
ντροπή.
7.Ένας μοναχός σ' ένα Κοινόβιο, αμελής στα πνευματικά, έπεσε βαριά άρρωστος
κι' ήλθε η ώρα του να πεθάνει. Ο Ηγούμενος κι' όλοι οι αδελφοί τον περικυκλώσανε
για να του δώσουν θάρρος στις τελευταίες του στιγμές. Παρατήρησαν όμως
έκπληκτοι, πως ο αδελφός αντίκριζε τον θάνατο με μεγάλη αταραξία και ψυχική
γαλήνη. Παιδί μου, του είπε τότε ο Ηγούμενος, όλοι εδώ ξεύρομε πως δεν ήσουν
και τόσο επιμελής στα καθήκοντα σου. Πως πηγαίνεις με τόσο θάρρος στην άλλη
ζωή;
- Είναι αλήθεια,
Αββά, ψιθύρισε ο ετοιμοθάνατος, πως δεν ήμουν καλός μοναχός. Ένα πράγμα όμως
ετήρησα με ακρίβεια στη ζωή μου: Δεν κατέκρινα ποτέ μου άνθρωπο. Γι' αυτό
σκοπεύω να ειπώ στο Δεσπότη Χριστό, όταν παρουσιαστώ ενώπιόν Του: «Συ, Κύριε,
είπες, μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε», κι' ελπίζω ότι δεν θα με κρίνει αυστηρά.
- Πήγαινε
ειρηνικά στα αιώνιο ταξίδι σου, παιδί μου, του είπε με θαυμασμό ο Ηγούμενος. Εσύ
κατόρθωσες, χωρίς κόπο να σωθείς.
8.Ένας μοναχός έπεσε κάποτε σε μεγάλο σφάλμα κι’ ο Προιστάμενος της σκήτης
τον έδιωξε. Όταν το έμαθε ο Αββάς Βενιαμίν, πήρε τα λίγα πράγματα του και
σηκώθηκε να φύγει ξωπίσω του. Κι’ εγώ αμαρτωλός είμαι, έλεγε στους αδελφούς που
τον εμπόδιζαν.
9.Πήγε κάποτε ένας αδελφός από τη σκήτη σε κάποιο Γέροντα αναχωρητή και του
είπε για κάποιον άλλον αδελφό πως είχε πέσει σε μεγάλο σφάλμα. Ω, πολύ άσχημα
έκανε, είπε στενοχωρημένος ο Γέροντας. Ύστερα από λίγες ημέρες συνέβει να
πεθάνει ο μοναχός που έσφαλε. Άγγελος Κυρίου τότε πήγε στον αναχωρητή,
κρατώντας την ψυχή του.
Αυτός που
κατέκρινες, του είπε, πέθανε. Που ορίζεις να τον κατατάξω; Ήμαρτον, εφώναξε με
δάκρυα ο Γέροντας. Κι’ από τότε παρακαλούσε κάθε μέρα τον Θεό να του συγχωρήσει
εκείνη την αμαρτία και δεν τόλμησε μέχρι τέλους της ζωής του να κατακρίνει
άνθρωπο.
10.Ο Αββάς
Υπερέχιος δίνει την ακόλουθη συμβουλή
Καταλαλώντας
ο όφις τον Θεό, επέτυχε να βγάλει τους πρωτοπλάστους από τον Παράδεισο. Το ίδιο
κάνει κι' εκείνος που καταλαλεί τον πλησίον του βαραίνει την ψυχή του και
παρασύρει στο κακό εκείνον που τον ακούει.
( από το
Γεροντικό εκδ. Ρηγόπουλου)
Saturday, April 29, 2017
Άνάσταση, ή Έλπίδα τῶν Έλλήνων
«….Ὁ ἑλληνορθόδοξος χριστιανικός λαός μας, παρά τίς ἀδυναμίες
του, ἔχει τήν εὐλογία νά εἶναι λαός τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ κατ’ ἐξοχήν ἑορτή τῶν Ἑλλήνων
εἶναι τό Πάσχα.. Γι’ αὐτό καί ὁ λαός μας ἔχει πάντα ἐλπίδα. Συμμαρτυρεῖ πρός τοῦτο
τό πλῆθος τῶν ἁγίων Νεομαρτύρων τῆς Τουρκοκρατίας καί ὁ πιστός μάρτυς τῆς ἑλληνορθοδόξου
Παραδόσεώς μας Μακρυγιάννης.
Ὅσοι μάχεσθε γιά τόν ἀθεϊσμό, μή προσπαθῆτε νά τόν ἐπιβάλετε
στόν λαό μας. Σεβασθῆτε τήν παράδοσι καί τήν ἐλευθερία του. Πιστεύω ὅτι ἡ ἀθεΐα
δέν ἐκφράζει οὔτε τόν ἰδικό σας βαθύτερο ἑαυτό, ἀφοῦ καί σεῖς εἶστε βαπτισμένοι
καί προέρχεσθε ἀπό τά σπλάχνα τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ μας.
Ἀφῆστε τόν λαό μας νά εἶναι ἀναστάσιμος, ὀρθόδοξος, νά ἐλπίζῃ
καί ἡ ζωή του νά εἶναι Ἑορτή. Μή σκοτώνετε τήν ἐλπίδα ἀπό τούς ἀνθρώπους.
Ἀδελφοί μου, «δεῦτε λάβωμεν Φῶς ἐκ τοῦ Ἀνεσπέρου Φωτός
καί δοξάσωμεν Χριστόν τόν Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν»
Χριστός Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη!»
Μακαριστός Αρχ. Γεώργιος Καψάνης
Πηγή:
Subscribe to:
Posts (Atom)






