— Πατέρα… μπορώ να μιλήσω;
— Σε περίμενα πριν μιλήσεις.
— Γιατί με άφησες να φύγω;
— Γιατί δεν ήθελα δούλο κοντά Μου, αλλά
παιδί ελεύθερο.
— Ήξερες ότι θα χαθώ;
— Ήξερα ότι θα πονέσεις. Και πόνεσα μαζί
σου.
— Γιατί δεν με σταμάτησες;
— Γιατί η αγάπη που σταματά γίνεται
φυλακή.
— Στη μακρινή χώρα δεν υπήρχε κανείς.
Πού ήσουν;
— Στον δρόμο της επιστροφής, πριν ακόμη
τον πάρεις.
— Γιατί πείνασα τόσο;
— Γιατί η ψυχή δεν τρέφεται μακριά από
το σπίτι.
— Έφτασα να ζηλεύω τους χοίρους. Με
είδες έτσι;
— Σε είδα. Και δεν αποστράφηκα.
— Όταν είπα να γυρίσω, φοβόμουν.
— Το ήξερα. Γι’ αυτό έτρεξα.
— Γιατί έτρεξες;
— Για να μη νομίσεις ότι πρέπει να
διανύσεις όλη την απόσταση μόνος.
— Δεν περίμενες εξήγηση;
— Την ήξερα ήδη.
— Δεν ήθελες μετάνοια;
— Την είδα στα βήματά σου, όχι στα λόγια
σου.
— Πατέρα, δεν είμαι άξιος.
— Δεν γύρισες ως άξιος. Γύρισες ως
παιδί.
— Γιατί μου φόρεσες τη στολή πριν
τελειώσω να μιλάω;
— Γιατί η ταυτότητα προηγείται της
διόρθωσης.
— Και το δαχτυλίδι;
— Για να θυμάσαι ότι ανήκεις, όχι ότι
χρωστάς.
— Και τα υποδήματα;
— Για να περπατήσεις ξανά ως υιός, όχι
ως δούλος.
— Γιατί τόση χαρά για μένα;
— Γιατί ήσουν νεκρός και έζησες. Δεν
μετριέται αυτό.
— Πατέρα… άκουσα τον θυμό του αδελφού
μου.
— Τον ξέρω. Πονά κι εκείνος.
— Γιατί δεν του είπες να μπει;
— Δεν σπρώχνω κανέναν στη χαρά. Την
προτείνω.
— Εκείνος έμεινε κοντά σου. Γιατί είναι
έξω;
— Γιατί έμαθε να με υπηρετεί, αλλά
ξέχασε να με εμπιστεύεται.
— Είναι κι αυτός χαμένος;
— Όποιος δεν χαίρεται με την επιστροφή
του αδελφού του, είναι μόνος.
— Πατέρα, πονάει που δεν με χαίρεται.
— Γι’ αυτό βγήκα και προς εκείνον. Για
να μη χαθεί ούτε η δικαιοσύνη ούτε το έλεος.
— Και εγώ; Τι ζητάς από μένα τώρα;
— Να μείνεις.
— Να μείνω πώς;
— Όχι με φόβο μην ξαναφύγεις. Με χαρά
ότι γύρισες.
— Κι αν ξαναπέσω;
— Θα ξανασηκωθείς. Το σπίτι δεν αλλάζει
θέση.
— Κι αν ξεχάσω;
— Θα σε περιμένω στον ίδιο δρόμο.
— Πατέρα… με αγαπάς όπως είμαι ή όπως θα
γίνω;
— Σε αγαπώ ως παιδί. Και ό,τι θα γίνεις,
θα γεννηθεί μέσα από αυτή την αγάπη.
— Μπορώ να μπω στη χαρά;
— Η χαρά άρχισε όταν μπήκες στην
αγκαλιά.
Και σωπαίνω.
Όχι γιατί τελείωσαν οι ερωτήσεις, αλλά
γιατί η καρδιά βρήκε απάντηση εκεί όπου δεν υπήρχαν όροι.
Στην Αγάπη. Ο Θεός αγάπη εστι.
