Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Σύμβολα και διαδικασία ετοιμασίας του προσφόρου-Ουσιώδη στοιχεία


της Αικατερίνας Bryant
Στόν κάθε άνθρωπο χαρίζεται ένα καρβέλι που είναι η ζωή, να το πλάση με τα χέρια του, να το ζυμώση, να το διαμορφώση, να το χτυπήση, να το αφήση να φουσκώση – να ανακαλύψη τις ιδιότητές του. Υπάρχει πάντα η ελπίδα πώς ο άνθρωπος θα επιλέξη να το σφραγίση με την αγία σφραγίδα, για να το ξαναπροσφέρη στο Θεό, από τον οποίο το παρέλαβε, με την σάρκα του καρφωμένη με φόβο, όμως και με ελπίδα και πίστη για να περιπατήσει “εν καινότητι ζωής” (Ρωμ. 6,4).
Ολόκληρη η πνευματική ζωή του Ορθοδόξου Χριστιανού μπορεί συμβολικά να πή κανείς ότι βρίσκεται κρυμμένη στο πρόσφορο.….
Ο Μεγάλος Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση, μάς έχει δώσει σαφέστατη συνταγή για υγεία. Πρότεινε τον τρόπο ζωής που μάς τραβάει και μάς κρατάει κοντά σε Αυτόν. Ένας από τούς πιό ευλογημένους τρόπους συμμετοχής στην “μικρή Σαρακοστή” πρίν από κάθε θεία Λειτουργία, στην οποία προσφέρεται το φάρμακο της Θείας Κοινωνίας, είναι να ετοιμάσουμε πρόσφορο… Η προσεκτική προετοιμασία του προσφόρου γίνεται ειδική πράξη που οδηγεί με τρόπο φυσικό σε ήρεμη προσευχή και νηστεία για την Θεία Ευχαριστία.

Καλό μήνα να έχουμε


Χαίρετε εν Κυρίω!
Σας εύχομαι  καλό και ευλογημένο τον νέο μήνα τον Φεβρουάριο,
που μόλις σήμερα ξεπρόβαλε...
 Με      αγάπη Χριστού
Π. Αμ.
         

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Η συγκλονιστική ιστορία της μοναχής Μαρίας


Ήταν μία κόρη ονομαζόμενη Μαρία. Ο πατέρας της ήταν χριστιανός και εζήτει να την υπανδρεύσει εκείνη δεν ήθελε, θέλουσα να φυλάξει παρθενία. Την έβαλε σ’ ένα μοναστήρι γυναικείο και την παρέδωκε της ηγουμένης να την έχει ως παιδί της.
Και αφού πέθανε ο πατήρ της, έγινε άλλος αφέντης στην χώρα εκείνη, όστις βγήκε μία ημέρα και πήγε στο μοναστήρι οπού ήταν η Μαρία. Και ευθύς οπού την είδε ο αφέντης, ετρώθη η καρδιά του έρωτα σατανικό και γυρίζοντας στο σπίτι του έστειλε γράμματα στην ηγουμένη και της έλεγε: Αμέσως να μου στείλεις την Μαρία, διότι την είδα και με είδε, με ηγάπησε και την ηγάπησα.
Διαβάζει το γράμμα η ηγουμένη, κράζει την Μαρία και της λέγει: Παιδί μου, τί καλό είδες στον πασά και τον κοίταξες με αγάπη; Κοίταξε τί μου γράφει εδώ!
 Λέγει η Μαρία: Εγώ δεν ηξεύρω τίποτε. Τον κοίταξα με άλλον σκοπό και είπα: Άρα, Θεέ μου, ταύτη την δόξα οπού έχει εδώ τούτος ο πασάς, θα την έχει και στον άλλον κόσμο; Και αυτός με κοίταξε με διαβολικό σκοπό. Εγώ αν ήθελα υπανδρεία, με υπάνδρευε και ο πατέρας μου και έπαιρνα χριστιανό. Τότε γράφει η ηγουμένη στον πασά: Καλύτερα σου στέλνω το κεφάλι μου, παρά τη Μαρία. Στέλνει πάλιν ο πασάς και λέγει της ηγουμένης: Ή να μου στείλεις τη Μαρία, ή έρχομαι και την παίρνω μόνος μου και καίω το μοναστήρι.
Το ήκουσε η Μαρία και λέγει της ηγουμένης: Όταν έλθουν οι απεσταλμένοι, στείλε τους στο κελί μου και εγώ τους αποκρίνομαι. Ήλθαν οι απεσταλμένοι στο κελί της Μαρίας, και τους ρώτησε τι θέλουν. Της είπαν εκείνοι: Μας έστειλε ο πασάς να σε πάρουμε, διότι είδε τα μάτια σου και τα ορέχθηκε. Τους είπε να περιμένουν να υπάγει στην εκκλησία. Τότε παίρνει ένα μαχαίρι και ένα πιάτο, και πηγαίνει στον
Ιησού Χριστό εμπρός και λέγει: Κύριέ μου, μου έδωκες τα μάτια τα αισθητά διά να πηγαίνω στον καλό δρόμο, και εγώ να πηγαίνω με το θέλημά μου στον κακό δεν είναι πρέπον. Και επειδή αυτά τα αισθητά θα μου βγάλουν τα νοητά, ιδού οπού τα βγάνω διά την αγάπη σου, διά να φύγω από το βόρβορο της αμαρτίας. Και ευθύς βάζει το μαχαίρι μέσα στο μάτι της και το βγάνει στο πιάτο. Επήγε εμπρός και στην
Παναγία και βγάζει και το άλλο της μάτι και τα βάνει μαζί.
Τότε τα στέλνει του πασά και αφού τα είδε ο πασάς, γύρισε ευθύς ο σατανικός έρως σε κατάνυξη και σηκώνεται ευθύς και πηγαίνει στο μοναστήρι, και παρακαλεί τις καλογραίας να υπάγουν να κάμουν δέηση στον Θεό, να γιατρευτεί η Μαρία. Πηγαίνουν πάραυτα όλες μαζί με τον πασά και πέφτοντας κατά γης παρεκάλουν τον Κύριο και την Θεοτόκο να δώσει το φως της Μαρίας. Εφάνη η Θεοτόκος τότε ως
αστραπή στην Μαρία και της λέγει: Χαίρε, Μαρία! Επειδή προτίμησες να βγάλεις τα μάτια σου για την αγάπη του Υιού και την ιδική μου, ιδού πάλι έχε τα μάτια σου και πλέον πειρασμός να μη σου συμβεί.
Βλέποντας δε το θαύμα οι παρόντες εχάρησαν πολύ και εδόξασαν τον Θεό και την Παναγία. Έπειτα ο πασάς αφιέρωσε πολύ χρυσίο στο μοναστήρι και επήρε συγχώρηση από τις καλογραίας και αναχώρησε και έκαμε καλά και εσώθη.
Ακούετε, αδελφοί μου, τί έκαμε η Μαρία με την δύναμη της Παναγίας; Δια τούτο πρέπει και ημείς να τιμούμε την Παναγία Θεοτόκο με έργα καλά.

Του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού

Ο π. Πορφύριος αφηγείται:


«Ήταν ένα Μοναστήρι, όπου όλοι οι μοναχοί είχαν γεράσει και πεθάνει, εκτός από έναν, που ζούσε εκεί σαν ερημίτης. Ο μοναχός αυτός ήταν τελείως αγράμματος, αλλά είχε δυνατή και απλή πίστη. Καθώς έκανε τις ακολουθίες του και τα διακονήματά του, πίστευε ότι ο Χριστός και οι άγιοι είναι ζωντανοί και τον συντροφεύουν, γι’ αυτό και τους μιλούσε τακτικά, όπως μιλά κανείς σε ζωντανούς ανθρώπους. Μια μέρα που βγήκε από το Μοναστήρι, μπήκαν σ’ αυτό ληστές, έκλεψαν ότι βρήκαν, τα φόρτωσαν στα ζώα τους κι έφυγαν. Όταν επέστρεψε ο μοναχός και είδε το γυμνωμένο Μοναστήρι, ταράχθηκε. Αμέσως έτρεξε στο Ναό, που ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Νικόλαο, στάθηκε μπροστά στον Άγιο Νικόλαο, στάθηκε μπροστά στον προστάτη του Μοναστηριού άγιο και άρχισε να διαμαρτύρεται: «Άγιε μου Νικόλα, τι έγινε εδώ όταν έλειπα; Ήρθαν κακοί άνθρωποι και έκλεψαν το Μοναστήρι κι εσύ τους κοίταζες και δεν μιλούσες; Τι έκανες για να εμποδίσεις τους ληστές; Βλέπω ότι δεν έκανες τίποτα.
Άμ τότε δεν σου αξίζει η θέση αυτή που έχεις, αφού δεν προστάτεψες το Μοναστήρι. Θα σε βγάλω απ’ εκεί». Κι αμέσως ξεκολλά την εικόνα του Αγίου από το τέμπλο, την βγάζει έξω από το Μοναστήρι, την ακουμπά σ’ ένα βράχο, επιστρέφει και κλείνει την πόρτα. Δεν πέρασε μια ώρα και ακούει δυνατά χτυπήματα στην εξώπορτα. Ανοίγει και τι να δει! Οι ληστές με τα ζώα τους φορτωμένα με όλα τα κλεμμένα και να του λένε: Εμείς κλέψαμε το Μοναστήρι και, καθώς φεύγαμε, τα ζώα μας περπατούσαν κανονικά, αλλά κάποια στιγμή σταμάτησαν και δεν προχωρούσαν. Τα χτυπήσαμε, τα τραβούσαμε, έμεναν ακίνητα. Μόλις όμως γύριζαν πίσω, έτρεχαν. Είπαμε ότι, όπως φαίνεται, ο Θεός θέλει πίσω τα κλεμμένα και σ’ τα φέραμε. Ο μοναχός πήρε τα πράγματα και καθώς έφευγαν οι ληστές, ευχαρίστησε το Θεό. Τότε θυμήθηκε την εικόνα του Αγίου, πήγε στο βράχο που την είχε ακουμπήσει, την προσκύνησε και είπε: «Τώρα σε παραδέχομαι, Άγιε Νικόλα. Είσαι ο προστάτης του Μοναστηριού». Πήρε θριαμβευτικά την εικόνα του Αγίου και την τοποθέτησε στη θέση της».

Από το βιβλίο "Ανθολόγιο Συμβουλών" Γέροντος Πορφυρίου ιερομονάχου

Ὁ ρόλος τῆς μητέρας στὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν. Γέροντος Παϊσίου


Ἡ ἀντοχὴ τῆς μητέρας
-Γέροντα, ὁ Ἅγιος Νεκτάριος σὲ μιὰ ἐπιστολή του πρὸς τὶς μοναχὲς γράφει νὰ μὴν ξεχνοῦν πώς εἶναι γυναῖκες καὶ νὰ προσπαθοῦν νὰ μιμοῦνται τὶς Ὅσιες καὶ ὄχι τοὺς Ὁσίους[13].  Γιατὶ τὸ λέει αὐτό; Μήπως γιατὶ οἱ γυναῖκες δὲν ἔχουν ἀντοχή;
-Ποιὲς; οἱ γυναῖκες δὲν ἔχουν ἀντοχή; Ἐγὼ τὶς ἔχω φοβηθῆ τὶς γυναῖκες. Ἔχουν πολλή ἀντοχή. Ἡ γυναίκα μπορεῖ στὸ σῶμα νὰ εἶναι ἀδύναμη, νὰ ἔχη λιγώτερες σωματικὲς δυνάμεις ἀπὸ τὸν ἄνδρα, ἀλλὰ μὲ τὴν καρδιὰ ποὺ ἔχει, ἄν τὴν δουλεύη, ἔχει τέτοια ἀντοχή, ποὺ ξεπερνάει τὴν ἀνδρικὴ δύναμη.
 Ὁ ἄνδρας, ναὶ μὲν ἔχει σωματικὲς δυνάμεις, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὴν καρδιὰ ποὺ ἔχει ἡ γυναίκα. Νὰ, πρόσεξα μιὰ γάτα ποὺ ἦρθε στὸ Καλύβι μὲ τὰ γατιά της. Ἦταν ἀδύνατη, ἡ κοιλιά της κολλημένη σὰν πλάκα.
Μιὰ μέρα ἦρθε ἕνα μεγάλο σκυλὶ ποὺ ἦταν καὶ κυνηγητικό. Ὁ Κούρδης, ὁ γάτος, τὸ ἔβαλε στὰ πόδια. Ἐκείνη σηκώθηκε ἐπάνω, καμπούριασε, ἀγρίεψε, ἦταν ἕτοιμη νὰ ὁρμήση ἐπάνω στὸ σκυλί. Ἀπόρησα, ποῦ βρῆκε τέτοιο θάρρος!  Βλέπεις, εἶχε τὰ γατάκια της.
Ἡ μάνα πονάει, κουράζεται, ἀλλὰ δὲν αἰσθάνετια οὔτε τὸν πόνο οὔτε τὴν κούραση.
  Ζορίζει τὸν ἑαυτὸ της, ἀλλὰ, ἐπειδὴ ἀγαπάει τὰ παιδιὰ της, ἀγαπάει τὸ σπίτι της, ὅλα τὰ κάνει μὲ χαρά.
Πιὸ πολύ κουράζεται ἕνας ποὺ ξαπλώνει συνέχεια παρὰ αὐτὴ.
  Θυμᾶμαι, ἡ μάνα μου, ὅταν ἤμασταν μικρά, ἔπρεπε νὰ κουβαλάη τὸ νερὸ ἀπὸ τὴν βρύση ποὺ ἦταν πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι μας· ἔπρεπε νὰ μαγειρεύη, νὰ ζυμώνη, νὰ πλένη τὰ ροῦχα, νὰ πηγαίνη καὶ στὸ χωράφι.

Ἔκανε δηλαδὴ ὅλες τὶς δουλειές, εἶχε κι ἐμᾶς τὰ παιδιὰ νὰ τὴν ζαλίζουμε καὶ νὰ κάνη καὶ τὸ ....δικαστήριο, ὅταν μαλώναμε.
Ἔλεγε ὅμως: «Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον μου·
  εἶμαι ὑποχρεωμένη νὰ τὰ κάνω ὅλα, χωρὶς νὰ γογγίζω».  Τὸ ἔλεγε μὲ τὴν καλὴ ἔννοια. Ἀγαποῦσε τὸ σπίτι, ἀγαποῦσε τὰ παιδιά της, καὶ δὲν κουραζόταν μὲ τὶς δουλειὲς·  ὅλα τὰ ἔκανε μὲ τὴν καρδιά της, μὲ χαρά.
Καὶ ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια, τόσο πιὸ πολὺ ἡ μητέρα ἀγαπᾶ τὸ σπίτι.
  Παρόλο ποὺ περνᾶ ἡ ἡλικία, θυσιάζεται πιὸ πολὺ, γιὰ νὰ μεγλώση καὶ τὰ ἐγγονάκια της.  Καὶ ἐνῶ οἱ δυνάμεις της λιγοστεύουν, ἐπειδὴ ὅμως τὸ κάνει μὲ τὴν καρδιὰ της, ἔχει περισσότερο κουράγιο καὶ ἀπὸ τὸν ἄνδρα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ κουράγιο ποὺ εἶχε στὰ νιάτα της.
-Καὶ στὴν ἀρρώστια, Γέροντα, ἡ γυναίκα ἔχει μεγαλύτερη ψυχραιμία ἀπὸ τὸν ἄνδρα.
-Ξέρεις τί γίνεται; Ἡ μητέρα μὲ τὶςἀρρώστιες τοῦ παιδιοῦ ἔχει ἀντιμετωπίσει πολλὲς φορὲς τὴν ἀρρώστια καὶ ἔχει πολλὲς ἐμπειρίες.
Θυμᾶται πόσες φορές ἀνέβηκε ὁ πυρετὸς καὶ ξανακατέβηκε.
Εἶδε διάφορες σκηνὲς·
  τὸ παιδὶ νὰ πνίγεται ἤ νὰ λιποθυμάη καὶ μὲ ἕνα –δυὸ χτυπήματα νὰ συνέρχεται κ.λ.π. Ὁ ἄνδρας δὲν τὰ βλέπει αὐτὰ καὶ δὲν ἔχει τέτοιες ἐμπειρίες. Γι’ αὐτό, ἄν δῆ τὸ παιδὶ καμμιὰ φορὰ μὲ πυρετὸ ἤ λίγο χωλμό, πανικοβάλλεται καὶ ἀρχίζει: «Τὸ παιδὶ χάνεται!  Τί θὰ κάνουμε τώρα; Τρέξτε, φωνάξτε τὸν γιατρό!».


13. Ἁγίου Νεκταρίου Ἐπισκόπου Πενταπόλεως, 35 Ποιμαντικὲς Ἐπιστολὲς, Ἐπιστολὴ 26η, ἐκδ. «Ὑπακοή», Ἀθῆναι 1993, σ. 123.
Ἀπόσπασμα ἀπό τίς σελίδες 82-84 τοῦ βιβλίου:


    ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
                                 ΛΟΓΟΙ Δ΄    
                ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ
                   ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
    «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
                ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

Ο μακαριστός μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης κ. Αντώνιος


Απλός και πάμπτωχος ο Δεσπότης Αντώνιος. Δεν είχε Μερσεντές με οδηγό, αλλά ανέβαινε και στις καρότσες των αγροτικών για τις μετακινήσεις του. Όταν τα έργα μιλούν από μόνα τους τότε τα σχόλια περιτεύουν...
Αιτία, ένα γράμμα...
"Στέλιο, αγαπητέ φίλε και αδελφέ, Καλημέρα,
Άργησα να σου γράψω. Απουσίαζα. Σου οφείλω τα βιογραφικά που τα φωτοτύπησα από τον τόμο που εκδόθηκε για τα τριάντα χρόνια της επισκοπικής του διακονίας.
Εκείνο πού θα ήθελα να σε βεβαιώσω είναι ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν Άγιος. Ζούσε άγια. Είκοσι χρόνια που τον έζησα από κοντά το έβλεπα, το ένοιωθα. Ακτινοβολούσε φως, γέλιο, ήρεμο. Απλός σ’ όλα του. Φτωχός μέχρι τρέλας. Λιτός απερίγραπτα.
Ντρέπομαι όταν αναλογίζομαι το πόσες φορές λειτούργησα μαζί του κι εγώ φορούσα στολές πλούσιες κι αυτός ήταν πλάι μας φτωχότατος.
Θα σου πω κάτι για να θαυμάσεις πάνω σ’ αυτό. Αγόρασα μια βαλίτσα, κάποτε, για τις στολές μου όταν μετακινούμουνα. Δερμάτινη. Ήλθε λοιπόν στην Εκκλησία, ως τοποτηρητής. Είχε μια βαλίτσα ξύλινη – εσωτερικά επενδυμένη με ταπετσαρία χάρτινη, σαν κι αυτές που έχουν κάτι λαϊκά μπαούλα. Ντράπηκα. Παπάς εγώ. Δεσπότης αυτός. Του λέω, «Γέροντα δεν πάει άλλο. Θα πάρετε τη βαλίτσα τη δική μου».
Επαναστάτησε. «Όχι» μου λέει, «εσύ είσαι οικογενειάρχης, έχεις παιδιά και άλλα τέτοια». Τελικά την πήρε. Ύστερα από μέρες μου τηλεφώνησε. «Έλα να πάμε να λειτουργήσουμε σε κάποια κωμόπολη». Πάω, τι να δω. Η ξύλινη βαλίτσα. «Πάλι τα ίδια» του λέω. «Παιδάκι μου, μου λέει, «έπιασε τόπο, την έδωσα σε μια φτωχιά».
Πήγαμε, κάποτε με του δικούς μου στη Σιάτιστα να τον επισκεφθούμε. Και τι να δούμε: Σφουγγάριζε τις σκάλες της Μητρόπολης. «Αυτά τα λεφτά που θα ’δινα σε μια γυναίκα τα βάζω στο φιλόπτωχο – κι ύστερα μη ξεχνάτε πως αν ήμουνα στο μοναστήρι θα έκανα κάποιο διακόνημα ».
Μου διηγήθηκε κάποιος:
Ήταν ο πρώτος καιρός που είχε έλθει στη Μητρόπολη. Δεν ήταν ακόμα γνωστός. Πήγε μια Κυριακή σε χωριό στο Βόιο. Τέλειωσε η Λειτουργία. Βγήκε έξω και περίμενε κανένας να τον μαζέψει για τον πάει στη Σιάτιστα. Αυτοκίνητο δεν είχε μέχρι που πέθανε. Στάθηκε ένας με το αυτοκίνητό του, αυτός που μου τα διηγείται, και του λέει. «Παπούλη που πας»; Λέει αυτός Σιάτιστα». «Και εγώ εκεί πάω, αλλά έχω δίπλα μου τη γυναίκα μου. Πρέπει να στριμωχθούμε».
Του λέει ο Δεσπότης.
«Στην καρότσα με παίρνεις;
Λέει «Ναι».
Ανέβηκε στην καρότσα ό Δεσπότης. Φτάσαμε στη Σιάτιστα. Θέαμα. Έτρεξαν άνθρωποι. Στάθηκαν μπροστά στον επίσκοπο. Τον βοήθησαν να κατέβει. Χειροφιλήματα. Ρωτάει ο άνθρωπος.
«Ποιος είναι;»
«Ο Δεσπότης», τού λένε.
Αρχίζει να κλαίει. «Έβαλα», μου λέει, «τον Δεσπότη στην καρότσα κι άφησα τη γυναίκα μου στο κάθισμα». Και τέτοια περιστατικά, Στέλιο πολλά. Αυτός ο Άγιος άφησε περιουσία στη Μητρόπολη. Τα μοναστήρια του.

Δραματικές μαρτυρίες τραγικών θυμάτων…


 «Ό,τι και να κάνει η Πολιτεία, εμένα ποιος θα μου αφαιρέσει τις ενοχές και τις τύψεις μου; Η έκτρωση παραμένει έκτρωση. Και εγώ φόνισσα...».
«Έκαμα μια έκτρωση στα 20 χρόνια μου. Ήταν για μένα μια φοβερή τραυματική εμπειρία. Τρέμανε τα πόδια μου. Ήθελα να φύγω. Ευχόμουν να κοιμηθώ και να μην ξυπνήσω. Όταν ξύπνησα μ' έπιασε κρίση. Ήθελα να σκοτωθώ. Ρωτούσα αν το παιδί ήταν αγόρι η κορίτσι, ξανθό ή μελαχροινό. Ούρλιαζα. Με έδεσαν στο κρεβάτι. Μου έδωσαν ηρεμιστικό. Αισθανόμουν ότι έκαμα το μεγαλύτερο έγκλημα. Είχα εφιάλτες. Παντού άκουγα κλάματα μωρού. Ήταν μια οδυνηρή κατάσταση. Έκανα 8 μήνες να το ξεπεράσω... Πάντως κάθε χρόνο τη συγκεκριμένη ημερομηνία, στα "γενέθλια" του αγέννητου παιδιού, γίνομαι λειώμα...».
(Από το βιβλίο του π. Σάββα Δημητρέα, έκδ. Ι. Μ. Προφ. Ηλιού, Πρέβεζα 1998).
Αξιοπρόσεκτες Θέσειςκαι Μαρτυρίες για τις ΑΜΒΛΩΣΕΙΣ

Copilul ucis, nu se va mai renaste.




O mama cu trei copii, a ramas insarcinata din nou, venind astfel al patrulea. Insa considera ca trei sunt deja prea multi, si s-a dus la doctor pentru a o sfatui in privinta avortului. Doctorul, om cinstit, i-a spus despre pericolele la care se expune o femeie atunci cand avorteaza. In urma celor  auzite, femeia s-a intristat si nelinistit: nu dorea sa pastreze copilul, dar se temea si de avort!

Atunci doctorul i-a zis:
- Nu va necajiti! Exista un mod prin care putem evita avortul!
Fata femeii s-a luminat:
- Adevarat doctore? Cum?


-Este simplu: Vom lasa sa se nasca cel de al patrulea copil dar il vei aduce sa il ucidem pe cel de al treilea! Astfel vom evita si avortul si copiii vor ramane tot trei!

Atunci s-a produs o trezire inlauntrul ei si si-a recunoscut greseala.

Fie ca aceasta trezire, Dumnezeu sa o aduca in inima fiecarei mame, si gura Hadesului, ce inghite mii de copiii avortati, sa fie inchisa pentru todeauna.

Αξιοπρόσεκτες Θέσεις
και Μαρτυρίες για τις ΑΜΒΛΩΣΕΙΣ
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Το χέρι του παπά.(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)



Ο ιερέας σας μπορεί να είναι μόλις 25 χρονών. Μα η ιεροσύνη του είναι από καταβολής κόσμου. Όταν, λοιπόν, του ασπάζεστε το χέρι, προσκυνάτε την ιεροσύνη του, που φθάνει διαδοχικά από τον Χριστόν και τους Αποστόλους μέχρι τον ιερέα σας.
Όταν φιλάτε το χέρι του παπά σας, φιλάτε ολόκληρη την αλυσίδα των οσίων και αγίων ιερέων και ιεραρχών, από τους Αποστόλους μέχρι σήμερα. Ασπάζεστε και προσκυνάτε τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, τον άγιον Νικόλαο, τον άγιον Βασίλειο, τον άγιον Σάββα και όλους τους «επίγειους αγγέλους και ουρανίους ανθρώπους», που όταν ήταν στη γη κοσμούσαν την Εκκλησία και τώρα στολίζουν τον ουρανό. Είναι φίλημα άγιον, όπως γράφει στους Κορινθίους ο Απόστολος Παύλος. Να ασπάζεστε λοιπόν το χέρι του ιερέα που σας ευλογεί. Είναι ευλογημένο από τον Θεό. Με την χάρη της ιεροσύνης. Με την χάρη του Αγίου Πνεύματος. Να το φιλάτε το χέρι του ιερέα σας. Όσο νέος και αν είναι. Και να τον ακούτε.
Επίσκοπος Αχρίδας Νικόλαος
http://fdathanasiou.wordpress.com/2011/10/20/%CF%84%CE%BF-%CF%87%CE%AD%CF%81%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%AC-%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%AC%CE%BF%CF%85-%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%AF/

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Οι καρποί της ευχής


        « Η ΕΥΧΗ» στην αρχή είναι άρτος που στηρίζει τον αθλητή, έπειτα γίνεται έλαιον που γλυκαίνει την καρδιά και τέλος γίνεται οίνος που τον «τρελαίνει» δηλ. που δημιουργεί την έκσταση και την ένωση με τον Θεό. Πιο συγκεκριμένα.
Το πρώτο δώρο που δίνει στον προσευχόμενο άνθρωπο ο Χριστός, είναι η επίγνωση της αμαρτωλότητος.
Παύει να πιστεύει ότι είναι «καλός» και θεωρεί τον εαυτό του « βδέλυγμα της ερημώσεως εστώτα εν τόπω αγίω».
Το γεωτρύπανο της χάριτος κτυπά και διασχίζει το βάθος της ψυχής. Πόσες ακαθαρσίες δεν έχουμε μέσα μας!
Βρωμάει η ψυχή μας. Τώρα από τα προηγουμένως άγνωστα με την ευχή ανακαλύπτονται και ως αποτέλεσμα είναι να θεωρεί τον εαυτό του κάτω απ’ όλους και ότι η κόλαση είναι η παντοτινή κατοικία του και αρχίζει να κλαίει.
Κλαίει για το νεκρό εαυτό του. Είναι δυνατόν να κλαίει τον νεκρό που υπάρχει στο σπίτι του διπλανού του και να μην κλαίει το νεκρό που υπάρχει στο δικό του σπίτι;
            Έτσι και ο αθλητής της « ευχής» δεν βλέπει την αμαρτία των άλλων, αλλά τη δική του νέκρωση. Τα μάτια του γίνονται πηγές δακρύων που βγαίνουν από την πονεμένη καρδιά. Κλαίει τον καταδικασμένο και συγχρόνως φωνάζει
« Ελέησον με», « Ελέησον με», « Ελέησον με». Από τα δάκρυα αυτά αρχίζει ο καθαρισμός της ψυχής και του νου.
Όπως το νερό καθαρίζει τα λερωμένα αντικείμενα και η βροχή που πέφτει καθαρίζει τον ουρανό από τα σύννεφα και τη γη από την  ακαθαρσία, έτσι και τα δάκρυα καθαρίζουν και λευκαίνουν την ψυχή. Είναι το ύδωρ του δευτέρου βαπτίσματος. Η « ευχή» φέρνει τον γλυκύτατο καρπό του καθαρισμού.»

Μια βραδιά στην έρημο του Αγίου Όρους


Η δύναμης του αγιασμού


 «Πίνετε αγιασμό, όσο πιο συχνά τόσο πιο καλά. Είναι το καλύτερο και αποτελεσματικότερο φάρμακο. Αυτό δεν το λέγω σαν παπάς, το λέγω σαν γιατρός. Από την Ιατρική μου πείρα». 
(Αγιος Λουκας ο Ρωσος)

To Σούπερ μάρκετ του Ουρανού


Περπατούσα πριν καιρό στην λεωφόρο της ζωής.
Μια μέρα είδα μια πινακίδα που έγραφε: «Σούπερ μάρκετ Ουρανού».
Καθώς ήρθα πιο κοντά η πόρτα άνοιξε και δίχως να το καταλάβω, βρέθηκα μέσα.
Είδα οικοδεσπότες Αγγελούδια που στέκονταν παντού. Ένα αγγελούδι με πλησίασε, μου έδωσε ένα καλάθι και μου είπε: «ψώνισε με σύνεση».
Όλα όσα ένας χριστιανός χρειάζεται ήταν μες στο σούπερ μάρκετ.
Όσα δεν μπορούσες να κουβαλήσεις σήμερα, θα μπορούσες να ξανάρθεις πάλι.
Στο καλάθι μου πρώτα έβαλα λίγη «Υπομονή» και στην ίδια σειρά βρήκα την «Αγάπη» και πιο κάτω την «Κατανόηση».
Τα χρειάζεσαι αυτά παντού, όπου κι αν πας.
Πήρα μία σακούλα «Σοφία» μια, δυο σακούλες «Πίστη».
Δεν μπορούσα να προσπεράσω το Άγιο Πνεύμα γιατί ήταν παντού μέσα στην αίθουσα.
Σταμάτησα να πάρω λίγη «Δύναμη» και «Κουράγιο», για να βοηθηθώ να τρέξω στον αγώνα.
Σχεδόν το καλάθι μου είχε γεμίσει, μα θυμήθηκα ότι χρειαζόμουν την «Ευλογία».
Δεν ξέχασα να πάρω τη «Σωτηρία» γιατί ήταν δωρεάν. Έτσι προσπάθησα και πήρα αρκετή και για τους δύο, για σένα και εμένα.
 Οπωσδήποτε μην παραλείψω, μην προσπεράσω, την «Ταπεινοφροσύνη», τη «Συγχώρηση», τη «Δικαιοσύνη» και την «Ευγνωμοσύνη».
Τελικά ξεκίνησα για το ταμείο να πληρώσω το λογαριασμό. Πίστευα ότι είχα ότι χρειαζόμουν για να εκπληρώσω την επιθυμία του δασκάλου μου.
Καθώς προχωρούσα στο διάδρομο είδα την «Προσευχή» και την «Εγκράτεια».
Σίγουρα τις χρειαζόμουν και τι δύο, γιατί ήξερα ότι μόλις βγω έξω θα συναντούσα την αμαρτία.
Η «Ειρήνη» και η «Χαρά» ήταν εν αφθονία στο τελευταίο ράφι.
Το «Τραγούδι» και η «Δοξολογία» κρέμονταν στο πλάι κι έτσι έβαλα και από αυτά στο καλάθι μου.
Πλησιάζοντας τον άγγελο στο ταμείο τον ρώτησα:
-Πόσα σας οφείλω;
-Πάρε τα μαζί σου όπου κι αν πας, μου απάντησε με ένα μειδίαμα.
-Πόσα σας οφείλω γι όλα αυτά; Ξαναρώτησα
Ο Άγγελος χαμογέλασε πάλι και μου είπε:
«Ο Χριστός έχει πληρώσει το λογαριασμό σου πριν πολλά-πολλά χρόνια»

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Bίος Οσίου Νικολάου του από στρατιωτών. (24 Δεκεμβρίου)


Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει:
«Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Nικόλαος έγινε στρατιώτης κατά τους χρόνους Nικηφόρου του βασιλέως, του Πατρικίου και Σταυρακίου επικαλουμένου, εν έτει ωβ΄ [802]. Kαι όταν εκείνος εσύναξε στρατεύματα διά να πολεμήση τους Bουλγάρους, τότε και αυτός ευγήκε μαζί με το στράτευμα. Kαι διαπερνώντας από ένα τόπον, επειδή ήτον βράδυ, έμεινεν εις ένα πανδοχείον, ήγουν χάνι. Kαι αφ’ ου εδείπνησε μαζί με τον πανδοχέα, έκαμε την προσευχήν του και επλαγίασε διά να κοιμηθή. Kατά δε τας έξ, ή και επτά ώρας της νυκτός, η θυγάτηρ του πανδοχέως τρωθείσα από σατανικόν έρωτα, επήγεν εκεί, όπου εκοιμάτο ο Όσιος, και τον εκέντησε, τραβίζουσα αυτόν εις αισχράν μίξιν. O δε Άγιος είπε προς αυτήν. Παύσαι, ω γύναι, από τον σατανικόν και άθεσμον έρωτα. Kαι μη θελήσης και εσύ να μολύνης την παρθενίαν σου, και εμένα τον ταλαίπωρον να καταβιβάσης εις του Άδου το πέταυρον. Eκείνη δε ανεχώρησε μεν προς ολίγον. Aλλά πάλιν μετά ολίγην ώραν, επήγε και ενώχλει τον δίκαιον. O δε Όσιος απέβαλεν αυτήν και το δεύτερον, ελέγξας και επιτιμήσας αυτήν δυνατά. Eκείνη δε πάλιν ανεχώρησε, και πάλιν εγύρισε, μεθυσμένη ούσα από τον έρωτα.
Tότε ο Άγιος λέγει προς αυτήν. Tαλαίπωρε και γεμάτη από κάθε αδιαντροπίαν, δεν βλέπεις πως οι δαίμονες σε ταράττουσιν, ίνα και την παρθενίαν σου φθείρωσι, και την ψυχήν σου κολάσωσι; και ακολούθως ποιήσωσί σε εις όλους τους ανθρώπους γέλωτα και όνειδος; Δεν βλέπεις, πως και εγώ ο ελάχιστος πηγαίνω εις έθνη βάρβαρα, και εις πόλεμον και αιματοχυσίαν, με του Θεού την βοήθειαν; Πώς λοιπόν να μολύνω την σάρκα μου, εις καιρόν οπού πηγαίνω εις πόλεμον; Tαύτα και άλλα όμοια επιπληκτικά λόγια ειπών ο δίκαιος προς την γυναίκα, και αποβαλών αυτήν, εσηκώθη επάνω. Kαι αφ’ ου έκαμε την προσευχήν του, επήγεν εις την προκειμένην υπηρεσίαν του. Tην δε ερχομένην νύκτα, καθώς εκοιμήθη, βλέπει πως εστέκετο εις ένα υψηλόν και περίοπτον τόπον. Kοντά του δε, βλέπει πως εκάθητο ένας κριτής, όστις είχε το δεξιόν του ποδάρι βαλμένον επάνω εις το αριστερόν, και έλεγε προς αυτόν. Bλέπεις τα στρατεύματα του ενός μέρους των Pωμαίων, και του άλλου μέρους των Bουλγάρων; O δε Nικόλαος απεκρίνατο. Nαι Kύριε, βλέπω, ότι οι Pωμαίοι συγκόπτουσι και νικώσι τους Bουλγάρους. Tότε ο φαινόμενος λέγει προς τον δίκαιον. Bλέπε εις εμέ. O δε επιστρέψας τους οφθαλμούς του προς αυτόν, είδεν οπού, το μεν δεξιόν του ποδάρι, είχεν επάνω, εις την γην. Tο δε αριστερόν, είχεν επάνω εις το δεξιόν. Έπειτα γυρίσας τους οφθαλμούς του εις τα στρατεύματα, βλέπει, πως οι εχθροί Bούλγαροι κατέκοπτον τους Pωμαίους.
Aφ’ ου δε έπαυσεν η συγκοπή και ο πόλεμος, λέγει ο φαινόμενος κριτής προς τον δίκαιον. Στοχάσου καλά τους τόπους των φονευθέντων σωμάτων, και λέγε μοι τι βλέπεις. O δε Nικόλαος στοχασθείς καλώς, είδεν όλην την γην εκείνην γεμάτην από νεκρά σώματα των φονευθέντων Pωμαίων. Aναμεταξύ δε αυτών, βλέπει και ένα τόπον πράσινον και ωραίον διάστημα έχοντα έως μιάς κλίνης ενός ανθρώπου. Tότε ο φαινόμενος φοβερός είπεν εις τον στρατιώτην Nικόλαον. Kαι τίνος λογιάζεις να ήναι η μία κλίνη εκείνη; O δε Nικόλαος απεκρίθη. Iδιώτης και αμαθής είμαι, αυθέντα μου, και δεν ηξεύρω. Λέγει προς αυτόν πάλιν εκείνος ο φοβερός. H μία κλίνη οπού βλέπεις, είναι εδική σου. Kαι εις αυτήν έμελλες να πέσης και συ, μαζί με τους άλλους φονευθέντας συστρατιώτας σου. Eπειδή δε κατά την περασμένην νύκτα, απετίναξας επιτηδείως, και ενίκησας τον τρίπλοκον όφιν, ήγουν την γυναίκα, οπού σε επολέμησε τρεις φοραίς, παρακινώντας σε εις αισχράν μίξιν, διά τούτο εσύ ο ίδιος ελύτρωσες τον εαυτόν σου από την συγκοπήν ταύτην και τον θάνατον, και έσωσας την ψυχήν σου μαζί και το σώμα σου. Λοιπόν ουδέ φυσικός θάνατος θέλει σε κυριεύσει, ανίσως με δουλεύσης γνησίως.
Tαύτα θεασάμενος ο δίκαιος, και γενόμενος έμφοβος, εξύπνισε. Kαι σηκωθείς από την κλίνην του, επροσευχήθη. Γυρίσας δε οπίσω μιάς ημέρας τόπον, ανέβη εις ένα βουνόν, και εκεί επροσηύχετο μετά ησυχίας προς τον Θεόν, διά το Pωμαϊκόν στράτευμα. Eπειδή δε ο βασιλεύς επήγεν εις τας κλεισούρας της Bουλγαρίας, ανέβηκαν και οι Bούλγαροι εις το βουνόν, αφήσαντες εις φύλαξιν του τόπου, δεκαπέντε χιλιάδας στράτευμα, ή και περισσότερόν τι, ή και ολιγώτερον, τους οποίους οι Pωμαίοι κατέσφαξαν. Όθεν υπερηφανευθέντες διά την νίκην αυτήν, αμέλησαν. Kαι λοιπόν εις ένα καιρόν, οπού όλοι οι Pωμαίοι αμερίμνως και αφυλάκτως εκοιμώντο, ήλθον την νύκτα κατ’ επάνω των οι Bούλγαροι, και όλους σχεδόν, μαζί με τον βασιλέα Nικηφόρον, τους επέρασαν εν στόματι μαχαίρας. Tότε ο δίκαιος Nικόλαος ενθυμηθείς την οπτασίαν οπού είδεν, ευχαρίστησε τω Θεώ, και εγύρισεν οπίσω κλαίων και οδυρόμενος. Έπειτα πηγαίνωντας εις ένα Mοναστήριον, έλαβε το αγγελικόν σχήμα των Mοναχών. Kαι δουλεύσας γνησίως εις τον Θεόν χρόνους αρκετούς, έγινε διακριτικώτατος και μέγας Πατήρ».

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

Ο μοναχός που έσωσε την μητέρα του από την κόλαση.


 Ο επίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος, ό όποιος έζησε τον Ε μ.Χ. αιώνα, διηγείται πώς μια φορά τον επισκέφθηκε ένας μοναχός, πού ερχόταν από πολύ μακριά. Τον έβαλε να ξεκουρασθή και να φάγη. Όταν έτρωγε ό μοναχός, παρατήρησε ότι χρησιμοποιούσε μόνο το αριστερό του χέρι και ότι το δεξί του ήταν τυλιγμένο με ένα παλιόρασο.
Ό επίσκοπος τον ρώτησε, όχι από περιέργεια άλλα από ενδιαφέρον, γιατί είναι τυλιγμένο το χέρι του και μάλιστα με ένα παλιόρασο τριμμένο, ενώ εφαίνετο από την όλη του ενδυμασία ότι δεν ήταν μοναχός ρακένδυτος. Μάλιστα, θέλησε να το τραβήξει για να δη, όπως υποψιαζόταν, αν υπήρχε κάποια πληγή στο χέρι του μονάχου, αλλά αυτός δεν τον άφησε και το σκέπασε γρήγορα, διότι άρχισε να βγαίνει αφόρητη δυσοσμία.
Κι ό μοναχός διηγήθηκε τα έξης στον επίσκοπο:

-Σεβασμιότατε, εγώ είχα μια μητέρα πολύ όμορφη, πάγκαλη, ή οποία, δυστυχώς, από πολύ νωρίς, άφ ότου χήρεψε, παρεσύρθη στον κακό δρόμο κι έγινε πόρνη. Λόγω δε της μεγάλης ωραιότατος πού είχε, απέκτησε πολύ μεγάλη "πελατεία" και έγινε πολύ πλούσια κι έτσι εγώ μεγάλωνα μέσα στη χλιδή και στα πλούτη.
Όταν όμως μεγάλωσα και άρχισα να καταλαβαίνω τι γίνεται, βδελυσσόμενος αυτήν την κατάσταση της μητέρας μου, απομακρύνθηκα για ένα διάστημα από κοντά της και πήγα σε ένα μοναστήρι.

Πληροφορήθηκα όμως κάποια στιγμή ότι ή μητέρα μου αιφνιδίως πέθανε. Και όλη ή τεράστια εκείνη περιουσία, την οποία είχε κάνει από την αμαρτία, ήταν πλέον δική μου. Πήγα λοιπόν και την περιουσία αυτή την μοίρασα όλη, μέχρι και της τελευταίας δραχμής, στους φτωχούς κι έφυγα για την Έρημο ξανά, προσευχόμενος για τη σωτηρία της μάνας μου. Βέβαια και για τον πατέρα μου, πού όταν είχε κοιμηθή, εγώ ήμουν μωρό.

Πάντα προσευχόμουν όμως στον Θεό, σαν μοναχός πού ήμουν, να με πληροφόρηση εάν οι ελεημοσύνες πού δόθηκαν σε όλα τα τότε γνωστά μοναστήρια, για να προσευχηθούν για την ψυχή της μητέρας μου και να κάνουν πολλά-πολλά σαρανταλείτουργα έπιασαν τόπο. Επήγα λοιπόν στα Ιεροσόλυμα, μετά από έναν χρόνο και διηγήθηκα στον τότε Πατριάρχη το όλο γεγονός. Και εκείνος μου είπε:
--Πολύ καλά έκανες βέβαια και μοίρασες όλη αυτή την τεράστια περιουσία στους φτωχούς και έδωσες στα μοναστήρια για να γίνονται Λειτουργίες στο όνομα της μητέρας σου, αλλά για τις πληροφορίες πού μου ζητάς να μάθεις που βρίσκεται ή ψυχή της μητέρας σου, εγώ δεν είμαι άξιος να σου απαντήσω. Ούτε όμως εδώ στα Ιεροσόλυμα και στα περίχωρα υπάρχει κάποιος προορατικός Γέροντας, πού να μπορεί να σε πληροφόρηση για μια τέτοια μεγάλη αποκάλυψη.

Χαριτωμένα




















Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Το κενόδοξο ντύσιμο των ανθρώπων- Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


Στην εποχή μας το κενόδοξο ντύσιμο των ανθρώπων είναι φαινόμενο με ιδιαίτερη έξαρση. Αυτός που δεν έχει κάτι άλλο για να καμαρώσει, καυχιέται για το ντύσιμό του.
Όμως ο άνθρωπος που έχει κάτι πολυτιμότερο από τα ρούχα για να καμαρώσει, δεν γίνεται υπερήφανος. Όπως το χρυσάφι δεν βρίσκεται στην επιφάνεια της γης, έτσι και η πνευματική αξία ενός ανθρώπου δεν προβάλλεται εξωτερικά.
Λέγεται πως, κάποτε, κάποιος διακεκριμένος φιλόσοφος είδε ένα νέο άνδρα που καυχιόταν για την αμφίεσή του.
Τον πλησίασε λοιπόν ο φιλόσοφος και του ψιθύρισε στ’ αυτί: «Την ίδια προβιά φορούσε προηγουμένως ένα κριάρι κι όμως κριάρι παρέμεινε!».
Το να είσαι χριστιανός και να καυχιέσαι για τα ρούχα σου είναι πιο παράλογο και απ’ το να είσαι αυτοκράτορας και να υπερηφανεύεσαι για τη σκόνη κάτω απ’ τα πόδια σου.
Τον Άγιο Αρσένιο, όσον καιρό ήταν ενδεδυμένος χρυσοποίκιλτη φορεσιά στη βασιλική αυλή, ουδείς τον αποκαλούσε Μεγάλο!
Επονομάστηκε Μέγας μόνον όταν με αυταπάρνηση παραδόθηκε απολύτως στο θέλημα του Θεού ντυμένος με κουρέλια.

Καθαρισμός μούχλας


Μούχλα μπορεί να πιάσει σε διάφορα σημεία του σπιτιού. Πως την αντιμετωπίζουμε:
- μισό λίτρο
 άσπρο ξύδι
- 2 κουταλιές σούπας χονδρό αλάτι 

- 3 κουταλιές σούπας σόδα - μαγειρική ( διττανθρακική )
Ανακατεύουμε και βάζουμε αρκετό από το μείγμα σ' ένα σφουγγάρι και βάζουμε πάνω
  από τα σημεία που έχουν μούχλα. Βάλτε γενναιόδωρη δόση. Αφήνουμε να δράσει το μείγμα για 10-15 λεπτά και μετά ρίχνουμε κρύο νερό και βουρτσίζουμε.
Ίσως χρειαστεί να επαναλάβετε. Όμως ποτέ μη το κάνετε αν έχει δυνατό ήλιο, γιατί θα εξατμιστεί γρήγορα το μείγμα και δεν θα γίνει σωστά η δουλειά

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Η υπερηφάνεια γελοιοποιεί τον άνθρωπο. Γέροντας Πα'ί'σιος


-Γέροντα, τί είναι αυτό που μας κάνει να θέλουμε να γίνη γνωστό στους άλλους ό,τι καλό κάνουμε, ενώ έχει τόση γλυκύτητα, τόση απαλάδα, το να ζη και να εργάζεται κανείς στην αφάνεια;

-Το πιο σπουδαίο είναι ότι, όταν ο άνθρωπος έχη εσωτερικότητα και προσπαθή να μη γίνεται γνωστό το καλό που κάνει, είναι αισθητό στους άλλους∙ όλοι τον ευλαβούνται και τον αγαπούν, χωρίς ο ίδιος να το καταλαβαίνη.

Πόσο συμπαθής είναι ο ταπεινός άνθρωπος και πόσο αποκρουστικός ο υπερήφανος! Τον υπερήφανο κανείς δεν τον αγαπάει, ακόμη και ο Θεός τον αποστρέφεται. Βλέπεις, και τα μικρά παιδιά, αν δουν κανένα παιδί λίγο υπερήφανο, το κοροϊδεύουν , ενώ ένα παιδί σιωπηλό , συνετό, πόσο το εκτιμούν! Ή, αν δουν κανέναν να περπατάη καμαρωτός-καμαρωτός, τον παίρνουν μυρωδιά και τον κοροϊδεύουν . Θυμάμαι κάποιον στην Κόνιτσα που, ενώ πέθαινε από την πείνα, φορούσε κάθε μέρα κοστούμι, γραβάτα και ρεπούμπλικο και έβγαινε στην πλατεία καμαρωτός. Τα παιδάκια, μόλις τον έβλεπαν, πήγαιναν από πίσω του και παρίσταναν πώς περπατούσε. Μικρούτσικα παιδάκια τώρα! Πόσο μάλλον οι μεγάλοι καταλαβαίνουν τον υπερήφανο άνθρωπο! Μη βλέπης που δεν μιλούν, για να μην τον εκθέσουν ∙ από μέσα τους όμως αηδιάζουν.

Όποιος θέλει να προβάλλη τον εαυτό του, τελικά γελοιοποιείται. Θυμάμαι, όταν ήμουν στο Σινά, είχε έρθει ένας παπάς που τον έλεγαν Σάββα. Ήταν λίγο κενόδοξος, είχε και μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Μια μέρα οι Βεδουίνοι ανέβαζαν στο μοναστήρι ένα βαρύ πράγμα με το βίντσι και, καθώς το σήκωναν, φώναζαν, για να συγχρονισθούν, «σάουα-σάουα», δηλαδή «όλοι μαζί». Τους άκουσε ο παπα-Σάββας κι έτρεξε αμέσως έξω. «Βρε, ακόμη δεν ήρθα, λέει, και “Σάββα” φωνάζουν! Και εδώ όλοι με έμαθαν!». Νόμιζε ότι οι Βεδουίνοι φώναζαν «Σάββα, Σάββα»! Μόλις το άκουσα ,με έπιασαν τα γέλια! Είναι να μη γελάσης; Όπως δουλεύει το μυαλό του ανθρώπου, έτσι τα ερμηνεύει όλα… Άμα ο άνθρωπος είναι λίγο φαντασμένος, όλα φαντασμένα τα ερμηνεύει.

-Γέροντα, από υπερηφάνεια το κάνει;
-Είναι αιχμάλωτος στην κενοδοξία ,τον κλέβει και η φαντασία και φθάνει μετά… Μου έλεγε ένας μοναχός πως, όταν ήταν λαϊκός, είχε δώσει σε κάποιον ένα επίσημο επανωφόρι. Μια μέρα που βρέθηκαν μαζί σε μια συντροφιά, εκείνος το φορούσε, οπότε κάποια στιγμή λέει: «Αυτό το παλτό ξέρετε από πού το έχω; Από το Παρίσι! Αν ξέρατε και πόσο το αγόρασα!». Και να είναι εκεί μπροστά και ο άλλος που του έδωσε το επανωφόρι ευλογία!
-Καλά, Γέροντα, ανόητος ήταν;
-Μα πιο ανόητος από τον υπερήφανο υπάρχει; Τελικά η υπερηφάνεια γελοιοποιεί τον άνθρωπο.