Σάββατο, 16 Ιουλίου 2011

Αποχαιρετιστήριος επιστολή του π. Ευέλθωντος Χαραλάμπους (+27.6.2011)

πειδή εναι δηλος καί γνωστος το καθενός ρα το θανάτου, σημειώνω δ λίγα λόγια, σάν διαθήκη, καί σα εναι δυνατόν, παρακαλ τά παιδιά μου νά τά φαρμόσουν.

Τά χρόνια πού πέτρεψε Θεός νά ζήσω στή γ ταν ρκετά, στε νά πέσω σέ πολλά μαρτήματα. σα θυμόμουνα καί σα μπόρεσα τά χω ξομολογηθε σέ πνευματικούς Πατέρες. Γιά σα λησμόνησα δέ μπόρεσα νά ξομολογηθ, παρακαλ τό Θεό νά γίνει λεως καί γιά μένα καί νά δείξει τό λεός του σέ μένα τόν μαρτωλό.

ξιώθηκα, χωρίς νά τό ξίζω, νά εσέλθω στίς τάξεις το Κλήρου. Τό τιμητικό ατό γιά μένα γεγονός θά γίνει ατία γιά πιό αστηρή κρίση κ μέρους το Θεο. Γιατί τό ξέρω, δέν μουνα σάν κληρικός ατός πού πρεπε νά μουν. Λυπομαι καί ζητ συγγνώμη πό σους σκανδάλισα πίκρανα πλήγωσα τούς φέρθηκα μέ τρόπο πού δέν πρεπε. Ζητ πό λους συγγνώμη. Ταυτόχρονα χω συχη τή συνείδηση τι κανένα δέν βλαψα νσυνείδητα. Λάθη διέπραξα. Σέ μαρτίες πέπεσα. σκεμμένα, μως, δέν δίκησα καί δέν βλαψα.

κείνους πού περισσότερο στενοχώρησα πίκρανα μέ τή συμπεριφορά μου, εναι σύζυγος καί τά παιδιά μου, τά πρόσωπα πού γάπησα περισσότερο σ' ατό τόν κόσμο. Παρακαλ νά μήν μο κρατον κακία καί νά προσεύχονται γιά τή ψυχή μου.

κενο πού ντονα θέλω εναι νά χουν πάντα γάπη μεταξύ τους. Γιργος μέ τή Μαρία καί τά παιδιά τους. Δημήτρης καί Χρύσω καί τά παιδιά τους. νδρούλα μέ τά παιδιά μας.

Στό σημεο ατό θέλω νά εχαριστήσω πό τά βάθη τς ψυχς μου τό Θεό γιά τή γυναίκα πού μο χάρισε. ν σάν κληρικός, σάν πατέρας, σάν νθρωπος μπόρεσα νά κάμω κάτι στή ζωή, ατό φείλεται στήν νδρούλα. Στάθηκε δίπλα μου σάν πιό ξια σύζυγος, μητέρα καί κατ' ξοχήν πρεσβυτέρα. γυναικεία διαίσθηση, ξυδέρκεια καί αστηρή κριτική της μέ προστάτευσαν σέ κρίσιμες ρες. φοσίωση καί συμπαράστασή της ταν διαρκής, στω κι ν γώ πολλές φορές τήν πλήγωσα μέ τόν γωισμό καί τήν παράδεκτη συμπεριφορά μου. Τήν παρακαλ νά μέ συγχωρέσει γιά λα.

Πέρα πό τά κατά σάρκα παιδιά μου, τό Χριστόφορο, τή Μαρία, τό Γιργο, τή Χρύσω καί τό Δημήτρη, ξ σου γάπησα καί τά λλα μου παιδιά, τόν κόσμο το Παραλιμνιο. καμα γι' ατούς ,τι καλύτερο μπόρεσα. κλαψα στόν πόνο τους καί χάρηκα στίς χαρές τους. Βέβαια καμα καί πολλά λάθη στή μακροχρόνια διακονία μου, φο πέτρεψε Θεός νά κρατήσω πολλές φορές σημαντικά πόστα καί καίριες θέσεις, τόσο σάν κληρικός, σο καί σάν κπαιδευτικός.

Παρηγοριέμαι μέ τή σκέψη τι μόνο κενοι πού δέν κάνουν τίποτε δέν διατρέχουν τόν κίνδυνο νά ποπέσουν σέ λάθη. ν, σοι ργάζονται, σίγουρα στήν πορεία τους θά διαπράξουν πολλά.

Τό πρτο πού θά θελα νά π εναι τι καμμιά περιουσία λική ποιο δήποτε λλο περιουσιακό στοιχεο δέν χω καί δέν φήνω. άν ερεθον στό νομά μου κάποιες καταθέσεις ποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεα, ατά δέν νήκουν σέ μένα. Πρόκειται γιά χρήματα πού κατά καιρούς μο δόθηκαν γιά πτωχούς καί δέν πρόλαβα νά τά δώσω. Νά διατεθον σέ φιλανθρωπικούς σκοπούς.

Τό μόνο πού φήνω στά παιδιά μου εναι εχή καί γάπη μου. άν μέ λεήσει Θεός, ο προσευχές μου θά εναι μαζί τους καί στήν μετά τόν θάνατο ζωή. Δικό τους εναι καί ,τι λλο βρίσκεται στό σπίτι μας.

ταν θά μέ τοιμάζουν γιά τόν τάφο δέν θέλω νά μέ ντύσουν μέ πλήρη ερατική στολή. Τά ράσα μου κι να πιτραχήλιο μο φτάνουν.

κολουθία στήν κκλησία το γίου Δημητρίου σο πιό πλά καί λιτά. Δέν χρειάζονται πικήδειοι. Οτε πολλοί παπάδες. Θά θελα, μως, νά ερίσκονται παρόντες σοι μέ γάπησαν.Θέλω τήν προσευχή τους, νά λεήσει καλός Θεός τήν ψυχή μου.

Γιά τάφο θά θελα κενο τό χρο πού ερίσκεται δεξιά το τάφου το Χριστόφορου (χι πρός τόν διάδρομο). Πάνω στόν τάφο, στό πίπεδο το δάφους, σέ μιά λευκή πλάκα νά χαρακτον τά ρχικά μου, μερομηνία θανάτου μου καί τό πιό κάτω Κάθισμα πό τήν κολουθία το ρθρου τς Κυριακς το σώτου:

π. Ε. Χαραλ. .. /.. /20 ..

γκάλας πατρικάς, διανοξαι μοι σπεσον·

σώτως τόν μόν, κατηνάλωσα βίον·

ες πλοτον δαπάνητον, φορν το λέους Σου.

Νν πτωχεύουσαν, μή περίδς καρδίαν·

σοί γάρ, Κύριε, ν κατανύξει κραυγάζω·

μαρτον· σσον με.

http://synodoiporia.blogspot.com/2011/06/2762011_30.html

Ἁμαρτία καί τιμωρία

Εναι δίκαιο γιά μία μαρτία που διήρκησε λίγα λεπτά νά τιμωρεσαι γιά πολλλά χρόνια μέ ξορίες, φυλακίσεις διωγμούς; κοσμική δικαιοσύνη δέν εσπλαχνίζεται. λεήμων καί φιλάνθρωπος σέ τέλειο βαθμό εναι μόνον Θεάνθρωπος, ποος νατέλλει τόν λιο γιά δικαίους καί δίκους. Δέν πομονώνει, δέν νεκρώνει· καλε τούς μαρτωλούς, τούς προσλαμβάνει καί τούς θεώνει. κκλησία ς Μητέρα το λέους καί "ταμειοχος τς χάριτος", προσφέρει λπίδα στόν πελπισμένο μαρτωλό πού λόγω γνοιας καί δυναμίας πέφτει σέ σφάλματα. Δέν γνωρίζω νά πάρχει νθρωπος πού νά γαπάει τίς δυναμίες του. μως, ατές, παραμένοντας μακροχρόνια μέσα του γίνονται τρόπος ζως καί δύσκολα ποβάλλονται.

Θεός πιτρέπει τίς δυναμίες μας γιά νά παραμένει ταπείνωση στήν ψυχή, τό κατάκριτο γιά τούς συνανθρώπους μας. χι πώς θέλει τίς μαρτίες, λλά πολλές φορές τίς πιτρέπει γιά νά γεννηθε μέσα μας τό πένθος τς μετανοίας καί τό ασθημα τς μηδαμινότητάς μας . νθρώπινη δικαιοσύνη προσπαθε νά θεραπεύσει τήν κοινωνία τιμωρώντας τά ρρωστα μέλη της. θεία δικαιοσύνη θεραπεύει τήν κοινωνία γκαλιάζοντας τά ρρωστα μέλη της. πρώτη νεκρώνει, περιθωροποιε· δεύτερη προσλαμβάνει, νουθετε, νισχύει, ζωοποιε, νορθώνει. λοι ο νθρωποι εμαστε παιδιά το δάμ, δέλφια πνευματικά καί κανείς λογικός καί σώφρων δέν θέλει νά βλέπει τά δέλφια του νά ποφέρουν. ντίθετα, προσπαθε κενα πού χάνονται νά τά ξαναβάλει στή μάντρα, που καλός ποιμήν, Χριστός, παρέχει φθονη τροφή καί τό «ζν δωρ».

ρχιμ. ρσενίου Κωτσόπουλου, "κπλήξεις Χάριτος", θήνα 2010, σελ. 332-333

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

Ἡ ἔξοδος ἀπό τό πρόγραμμα.

νθρωπος πού δέν γωνίζεται στήν ν Χριστ ζωή κανοποιε τό θρησκευτικό του συναίσθημα προσκολλημένος στόν τύπο, στόν νόμο, στό πρόγραμμα, στό σχέδιό του. Μέ ατόν τόν τρόπο ναπαύει τή συνείδησή του.

Στό Γεροντικό ναφέρεται ξς στορία : νας γέροντας επε στούς ποτακτικούς του νά πνε σέ γρυπνία. Τό δικό του θέλημα γινε να μέ τό θέλημα τν ποτακτικν. Λειτούργησε ψογα δυαδική σχέση, γέροντα-ποτακτικν. Πηγαίνοντας στήν γρυπνία, συνάντησαν ναν πληγωμένο διαβάτη. Τόν προσπέρασαν βιαστικά δικαιολογώντας τόν αυτό τους πώς πηγαίνουν σέ γρυπνία καί δέν πρέπει νά παρακούσουν τόν γέροντά τους. στερα πό λίγη ρα διέβη τόν διο δρόμο καί γέροντάς τους. Στενοχωρήθηκε πού ο ποτακτικοί του δέν δειξαν φροντίδα στόν δελφό. Τόν φορτώθηκε λοιπόν στούς μους καί κίνησε γιά τό πλησιέστερο χωριό. δρώτας του τρεχε ποτάμι. Ξαφνικά ρχισε νά νιώθει τό φορτίο πολύ λαφρύ, ν στή συνέχεια δέν ασθανόταν καθόλου τό βάρος του. Γύρισε πίσω νά δε τί συμβαίνει καί εδε μέ κπληξη ναν γγελο. γγελος το επε: «Μέ στειλε Θεός νά σέ πληροφορήσω τι ο δυό ποτακτικοί σου δέν εναι ξιοι τς βασιλείας Του διότι δέν χουν γάπη» (Εεργετινός, τόμ. Δ΄, θήνα 1988, σελ. 281-86).

ταν πολύ πικρή πάντηση το γγέλου στόν σιο γέροντα, διότι στόχησαν ο δυό ποτακτικοί του στήν τριαδική σχέση. Οσιαστικά, δέν γαποσαν οτε τόν γέροντά τους. Εχαν κολλήσει στόν τύπο κι καναν στεγνή πακοή. ν εχαν φτάσει στήν γάπη, θά γνώριζαν τό πνεμα το γέροντά τους καί δέν θά διαφοροσαν γιά τόν ρρωστο δελφό. "νυπακοή" τους ατή θά ταν ρεστή καί στόν γέροντά τους.

Μία γυναίκα πό τήν Κύπρο, πό γάπη γιά τήν οκογένειά της, κανε πράγματα πού τήν ταπείνωναν· συμμετεχε σέ λες τίς κοσμικές δραστηριότητες το συζύγου της χωρίς δια σωτερικά νά συγκατατίθεται σέ ατές. τσι, ν φαινομενικά διασκέδαζε μέ τόν ντρα της σέ νυχτερινά κέντρα, μέσα της φλεγόταν πό προσευχή. Θεός εδε τή θυσία της καί τήν γαθή της πρόθεση καί τελικά δήγησε τόν ντρα της στή μετάνοια, σωσε τήν οκογένειά της πό διαζύγιο καί ελόγησε τά παιδιά της.

Στό νοσοκομεο σπουδαος χειρουργός δύναται νά κάνει προσωρινή νυπακοή στόν σθενή καί νά ναβάλλει τήν προγραμματισμένη γχείρηση νόψει κάποιου κτακτου περιστατικο.

ερέας, πίσης, δέν μπορε νά χει ποτέ δικό του πρόγραμμα. νάλογα μέ τίς νάγκες τν νοριτν προσαρμόζει τούς ρυθμούς τς ζως του. Πηγαίνει, γιά παράδειγμα, στόν ναό γιά τήν κολουθία το σπερινο. Καθ' δόν συναντ ναν νορίτη πού τόν καθυστερε πέντε λεπτά, γιά νά το κμυστηρευτε τό πρόβλημα πού τόν πασχολε. Λαχανιασμένος, ξεκιν τόν σπερινό μέ πέντε λεπτά καθυστέρηση. Τί λέτε; Θεός θά χαρε θά λυπηθε μέ ατή τήν καθυστέρηση; Θεός χαίρεται νά χάνεις τό πρόγραμμά σου πό πόνο καί νδιαφέρον γιά τόν λλον, ν λυπται ταν χάνεις τό πρόγραμμά σου πό τεμπελιά καί ναισθησία.

ς μή βγάζουμε λοιπόν εκολα συμπεράσματα, κρίνοντας τίς νέργειες τν συνανθρώπων μας ταν δέ γνωρίζουμε τίς βαθύτερες προθέσεις τους. πόστολος Παλος εχε γαθή πρόθεση ταν δίωκε τούς Χριστιανούς. Κϊνητρό του ταν μεγάλη του γάπη στίς πατρικές παραδόσεις. Γι’ ατό μεταμόρφωσή του ταν λική, γενόμενος πόστολος τν θνν.

ρχιμ. ρσενίου Κωτσόπουλου, "κπλήξεις Χάριτος", θήνα 2010, σελ. 394-396.

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

«Μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσε να δοθεί...τέτοια απάντηση» Ερχαρτ Κέστνερ

Ο μεγάλος Γερμανός συγγραφέας Έρχαρτ Κέστνερ έκανε την εξής εξομολόγηση. «Στα 1952 πήγα για πρώτη φορά μετά το πόλεμο, στην Αθήνα. Η γερμανική πρεσβεία, όταν άκουσε πως είχα πρόθεση να πάω στη Κρήτη, μου συνέστησε, επειδή ήταν πολύ νωρίς ακόμα και οι πληγές από τη γερμανική κατοχή ανεπούλωτες, να λέω πως είμαι Ελβετός. Αλλά εγώ τους ήξερα τους Κρήτες. Από την πρώτη στιγμή είπα πως ήμουν Γερμανός και όχι μόνο δεν κακόπαθα, αλλά ξανάζησα παντού όπου πέρασα τη θρυλική κρητική φιλοξενία».

Ένα σούρουπο, καθώς ο ήλιος βασίλευε, πλησίασα το γερμανικό νεκροταφείο, έρημο με μόνο σύντροφο τις τελευταίες ηλιαχτίδες. Έκανα όμως λάθος. Υπήρχε εκεί και μια ζωντανή ψυχή, ήταν μια μαυροφορεμένη γυναίκα. Με μεγάλη μου έκπληξη την είδα ν' ανάβει κεριά στους τάφους των Γερμανών νεκρών του πολέμου και να πηγαίνει μεθοδικά από μνήμα σε μνήμα. Την πλησίασα και τη ρώτησα. Είστε από εδώ; Μάλιστα. Και τότε γιατί το κάνετε αυτό; Οι άνθρωποι αυτοί σκότωσαν τους Κρητικούς». Και γράφει ο Κέστνερ. «Η απάντηση, μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσε να δοθεί».

Απαντά η γυναίκα.
«Παιδί μου, από τη προφορά σου φαίνεσαι ξένος και δεν θα γνωρίζεις τι συνέβη εδώ στα 41 με 44. Ο άντρας μου σκοτώθηκε στη μάχη της Κρήτης κι έμεινα με το μονάκριβο γιο μου. Μου τον πήραν οι Γερμανοί όμηρο στα 1943 και πέθανε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως, στο Σαξενχάουζεν. Δεν ξέρω πού είναι θαμμένο το παιδί μου. Ξέρω όμως πως όλα τούτα ήταν τα παιδιά μιας κάποιας μάνας, σαν κι εμένα. Και ανάβω στη μνήμη τους, επειδή οι μάνες τους δεν μπορούν να 'ρθουν εδώ κάτω. Σίγουρα μια άλλη μάνα θα ανάβει το καντήλι στη μνήμη του γιού μου»...

Σωστά έγραψε ο Γερμανός, ότι «Μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσε να δοθεί η απάντηση αυτή». Λέμε εμείς. Ναι, στην Ελλάδα την ταλαιπωρημένη και απ' όλους αδικημένη.

http://ethnos-istoria-krato.pblogs.gr/2010/10/mono-sthn-ellada-tha-mporoyse-na-dothei-tetoia-apanthsh-erhart-k.html

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Η κρίσις του Θεού για το αχάριστο παιδί

Σε χειρόγραφα των Μονών του Αγίου Όρους είναι γραμμένο το ακόλουθο διδακτικό παράδειγμα για την αχαριστία και ασέβεια πού δείχνουν τα παιδιά στους γονείς τους. «Ένα ανδρόγυνο δεν είχε δικά του παιδιά και αποφάσισε να υιοθετήσει ένα ξένο μωρό — πολύ μικρό παιδάκι. — Το παιδί όταν έγινε δέκα οχτώ χρόνων πέθανε η θετή του μητέρα. Ο δε πατέρας του, που το είχε υιοθετήσει είχε το επάγγελμα πραγματευτής - γυρολόγος - δηλαδή μικροπωλητής όπως λέμε σήμερα. Είχε ένα υποζύγιο και γύριζε στα γύρω χωριά όπου πουλούσε το εμπόρευμά του, από το οποίο, επειδή πολλά χρόνια έκανε αυτό το εμπόριο, είχε κάνει αρκετά χρήματα και μεγάλη περιουσία. Το παιδί, ο θετός πατέρας του, το ανέθρεψε όσο μπορούσε χριστιανικά και αφού έμαθε τα πρώτα και απαραίτητα για τη δουλειά τους αυτή γράμματα, το πήρε μαζί του στο εμπόριο για βοηθό και φύλακα του εκεί που γύριζε στα διάφορα χωριά. Για την εργασία τους αυτή πολλές φορές μένανε σε διάφορα Χάνια. Έτσι λέγονταν τα ξενοδοχεία τότε, τα οποία είχαν δωμάτια για τους ανθρώπους και στάβλους για τα ζώα. Τα Χάνια συνήθως βρίσκονταν σε έρημα μέρη μακριά από τα χωριά ή στα ενδιάμεσα για να διανυκτερεύουν οι διάφοροι έμποροι και ξενιτεμένοι ταξιδιώτες με τα ζώα τους. Το θετό αυτό παιδί, για το οποίο γίνεται λόγος, βγήκε πολύ κακής προαιρέσεως άνθρωπος, διότι σκέφτηκε πονηρά κατά του ευεργέτου και θετού του πατέρα. Έτσι με την πονηρή σκέψη του το κακοπροαίρετο αυτό παιδί, σε ένα από τα χάνια αυτά όταν νύχτωσε και μείνανε οι δυο τους και ο ξενοδόχος, αφού διαπίστωσε ότι δεν βρίσκεται κανείς άλλος εκεί, σηκώθηκε την νύχτα και εκεί που κοιμότανε ο πατέρας του, αυτός που τον ανέθρεψε, τον προστάτεψε και τον μεγάλωσε, αυτόν λέγω τον πατέρα του τον σκότωσε και όλη την νύχτα τον έβγαλε από το χάνι έξω στο δρόμο και τον έθαψε. Το πρωί σαν έφεξε ο Θεός την ήμερα, το παιδί, πήρε το ζώο και το εμπόριο, έφυγε γύρισε στο σπίτι του πατέρα του και έγινε κάτοχος όλης της μεγάλης εκείνης περιουσίας του. Ύστερα από χρόνια ήρθε σε συναίσθηση και μετανόησε για το κακό που είχε κάνει στο θετό του πατέρα και πήγε στον πνευματικό να εξομολογηθεί την αμαρτία του. Ο πνευματικός του είπε: «Παιδί μου, είναι πολύ μεγάλο το αμάρτημα σου, αυτό, πήγαινε δώσε όλα τα χρήματα και την περιουσία που πήρες, από τον πατέρα ευεργέτη σου, δώσε και όλα τα δικά σου, που κέρδισες από την δουλειά του και ο Θεός είναι πολυέλεος και πολυεύσπλαχνος, θα κάνει και σε σένα το έλεος Του. Να πας όμως και να κάνεις ανακομιδή και να βγάλεις από τον τάφο τα οστά του θετού σου πατέρα. Ο ασεβής εκείνος νέος πήγε κατά την εντολή του πνευματικού του να κάνει ανακομιδή κι όταν πλησίασε στον τάφο, του αδικοσκοτωμένου πατέρα, άκουσε να βγαίνει φωνή από τον τάφο και να λέει πολλές φορές τις φράσεις: «Κρίσις ω Κρίσις!». Ο νέος μόλις άκουσε τις φωνές αυτές φοβήθηκε, πήγε στον πνευματικό και του ανέφερε την πα­ράξενη εκείνη φωνή που έλεγε «Κρίσις ω Κρίσις!». Ο πνευματικός ρώτησε τον νέο: «Παιδί μου μια φορά ή πολλές φορές άκουσες τη φωνή να λέει αυτά τα λόγια;» Και εκείνος του είπε: «Πάτερ όσες φορές δοκίμασα να περάσω από το μέρος εκείνο ή να πάω κοντά στον τάφο ακούω πάντοτε να επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια «Κρίσις ώ Κρίσις!». Ο πνευματικός πάλι είπε στον νέο: «πήγαινε παιδί μου άλλη μια φορά στον τάφο, κι αν ακούσεις τα ίδια λόγια, τότε να τον ρωτήσεις να σου πει ως πότε; και να δούμε τι θα σου απαντήσει». Πράγματι ο νέος πήγε πάλι στον τάφο κι άμα άκουσε το «Κρίσις ω Κρίσις», όπως του είπε ο πνευματικός, ρώτησε και τότε άκουσε να λέει ο πεθαμένος «έως δέκα χρόνους». Την απόκριση του πεθαμένου από τον τάφο μετέφερε ο νέος στον πνευματικό, ο οποίος του είπε: «Παιδί μου κάνε θερμή προσευχή στο Θεό, ο οποίος μόνος γνωρίζει τα κρίματα αυτά, ώσπου να περάσουν τα δέκα χρόνια και τότε έλα πάλι για να δούμε τι ο Κύριος θα φανερώσει. Με φόβο, αγωνία και τρόμο πέρασαν τα δέκα χρόνια, κίνησε ο νέος να πάει στον πνευματικό για να δει μήπως έχει εκείνος καμιά πληροφορία στην απορία τους αυτή. Ο πνευματικός του είπε γύρισε στο σπίτι σου και κάνε θερμή προσευχή ίσως μας λυπηθεί ο Θεός και δώσει τέλος σ' αυτό το μαρτύριο της συνειδήσεως. Ο νέος επιστρέφοντας για το σπίτι του πέρασε από την αγορά της πόλεως και πήρε από το κρεοπωλείο ένα κατσικίσιο κεφάλι για να το μαγειρέψει, το έβαλε στο σακίδιο του και στον δρόμο που πήγαινε, χωρίς αυτός να καταλάβει τίποτα, από το σακίδιο έσταζε νωπό αίμα. Τούτο κίνησε την περιέργεια των ανθρώπων από εκεί που περνούσε και τον παρακολούθησαν, τον σταμάτησαν και τον ρώτησαν τι έχει μέσα στον σάκο του που στάζει αίμα; Αυτός είπε ότι από το κρεοπωλείο πέρασε και αγόρασε ένα κεφάλι κατσικίσιο για να φτιάξει φαγητό. Οι άνθρωποι όμως δεν τον πίστεψαν, άνοιξαν τον σάκο και είδαν μέσα αντί για κατσικίσιο να είναι ανθρώπινο κεφάλι, το οποίο ήταν μόλις φρεσκοκομμένο και έσταζε αίμα!! Αμέσως τον συνέλαβαν, τον παρέδωσαν στον Κριτή, όπου ομολόγησε το έγκλημα, που πριν από δέκα χρόνια είχε σκοτώσει τον θετό πατέρα του, τον οποίο λήστεψε και έθαψε στην ερημιά!! Ο Κριτής ξέθαψε το σώμα του νεκρού και είδε ότι έλειπε το κεφάλι, το οποίο ήταν εκείνο που, ο νέος, είχε στο σακίδιο του, οπόταν καταδικάστηκε αμέσως σε θανατική ποινή για να αποδοθεί αυτό που ζήταγε ο νεκρός, την δικαιοσύνη, σύμφωνα με το ρητό της αγίας Γρα­φής που λέει ότι «πάντες οι λαβόντες μάχαιραν, εν μαχαίρα αποθανούνται» (Ματθ. ΚΣΤ' 52), επειδή μπροστά στα μάτια του Θεού δεν υπάρχει, τίποτε το κρυπτό: «ουκ εστί κρυπτόν ο ου φανερόν γενήσεται καί άπόκρυφον ο ου γνωσθήσεται» (Ματθ. Ι' 26).

Από: Giannis Spanos

Η μητέρα του έδειξε το δρόμο της σωτηρίας...

Μου το διηγήθηκε μια γυναίκα με πανεπιστημιακή μόρφωση:
Στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, χτύπησαν την πόρτα στην Εκκλησία. Ήταν μια γριούλα. Και ζητούσε παπά, να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο.
Ο παπάς ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας. H γριούλα ανοίγει την πόρτα και μπάζει τον ιερέα σε ένα δωμάτιο.
Και να ξαφνικά ό παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με μόνο τον άρρωστο.
Ο άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα και σκούζει.
- Φύγε από εδώ! Ποιος σε κάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Και άθεος θα πεθάνω.
Ο παπάς τα έχασε.
- Μα δεν ήλθα από μόνος μου! Με κάλεσε ή γριά!
- Ποια γριά; Εγώ δεν ξέρω καμιά γριά!
Ο παπάς, καθώς στέκει απέναντι του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του άρρωστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα πού τον κάλεσε. Του λέει, ενώ του δείχνει το πορτρέτο.
- Να αυτή!
- Ποια αυτή, Ξέρεις, τι λες, παπά; Αυτή είναι ή μάνα μου. Και έχει πεθάνει χρόνια τώρα!

Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο. Αισθάνθηκαν δέος. Ο άρρωστος άρχισε να κλαίει. Και αφού έκλαψε, ζήτησε να εξομολογηθεί. Και μετά, κοινώνησε.
Η μητέρα του είχε φροντίσει από τον ουρανό, να του δείξει τον δρόμο της σωτηρίας.
Δημητρίου Ντουτκο, ιερέως. Από το βιβλίο του (Στο σταυροδρόμι), Μόσχα 1994

http://proskynitis.blogspot.com/2010/03/blog-post_10.html?spref=fb

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Η Αγία Θεοδώρα στα Βάστα. (Το θαύμα με τα δέντρα) Γιορτάζει στις 11 Σεπτεμβρίου.

Ένα ζωτανό θαύμα της εκκλησίας μας.
Πρόκειται για ένα μικρό εκκλησάκι λιθόκτιστο με δίριχτη λίθινη στέγη διαστάσεων 6.50Χ2.50μ. που κρατεί από την Βυζαντινή εποχή, τον 12ο αιώνα μΧ. Το μικρό αυτό εκκλησάκι βρίσκεται στη συνδρομή δυο ποταμών, που οι ροές τους σχηματίζουν ορθή γωνία στο βάθος μιας ευρύχωρης κοιλάδας, που είναι κυριολεκτικά πνιγμένη στο πράσινο που το αποτελούν μεγάλα δέντρα.
Το κτίσμα με πρώτη ματιά είναι ετοιμόρροπο, λες ότι από στιγμή σε στιγμή θα καταρρεύσει και απορείς πως ακόμη δεν έχει παρασυρθεί από τα υδάτινα ρεύματα στη συνδρομή των οποίων βρίσκεται. Στην στέγη του φύονται δέκα επτά (17) ολοζώντανα των οποίων το ύψος επίσης ποικίλλει και φτάνει πολλές φορές και τα 18 μέτρα! Το παράξενο στην όλη κατάσταση είναι ότι τα δέντρα αυτά τα πανύψηλα ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΘΟΛΟΥ ΡΙΖΕΣ!!! Φαίνονται ότι στην κυριολεξία ίπτανται!! Από έρευνες που έχουν γίνει με ακτίνες Χ στους τοίχους του κτίσματος δεν έχουν δείξει καθόλου ρίζες.

Έχει υπολογισθεί από τον όγκο των κορμών και των κλώνων ότι το εκκλησάκι φέρει αυτή τη στιγμή το ισοδύναμο βάρος 18 αυτοκινήτων mercedes, δίχως να υπολογίζουμε και το βάρος των φύλων την εποχή που τα δέντρα είναι κατάφυτα.

Τον χειμώνα στη κοιλάδα πνέουν ισχυροί άνεμοι που κανονικά θα έπρεπε να έχουν παρασύρει τα δέντρα και μαζί το εκκλησάκι που τα στηρίζει, αλλά αυτό δεν έχει συμβεί μέχρι στιγμής.

Το εκκλησάκι είναι αφιερωμένο στην Αγία Θεοδώρα της Βάστας. Για την ζωή, το μαρτύριο και την εν συνεχεία αποκατάσταση της και την δημιουργία του κτίσματος έχουν γράψει διάφοροι.

Το ατυχές με αυτές τις εποχές είναι ότι οι υπάρχουσες γραπτές μαρτυρίες που να έρχονται από τον 7ο αιώνα είναι ελάχιστες και ότι ξέρουμε λοιπόν για την Αγία Θεοδώρα το εξάγουμε από την παράδοση και κάποιες μαρτυρίες που αναφέρονται αλλού και κάπου εκεί βρίσκεις και μια ελάχιστη μνεία για την Αγία Θεοδώρα. Η ιστορία της λοιπόν είναι παράξενη όπως παράξενο είναι και το ναίδριο που είναι αφιερωμένο σ' αυτή.

Από μικρή αγάπησε τον θεάνθρωπο και λυτρωτή Χριστό και σ' αυτόν αφιέρωσε τη ζωή της. Έζησε σαν μοναχός σε ανδρικό μοναστήρι της άνω Μεσσηνίας και έφτασε σε μεγάλο ύψος αγιότητας. Συκοφαντήθικε όμως βάναυσα, ότι άφησε έγκυο κοπέλα της περιοχής! Τα ήθη της εποχής εκείνης ήταν τέτοια, ώστε βιαστικά την καταδίκασαν σε θάνατο. Γιατί όμως ενώ είχε πρόχειρη την απόδειξη αθωότητας της σαν γυναίκα και αφού αρνήθηκε τη συκοφαντία, δεν την χρησιμοποίησε; Το λόγο γνωρίζει αυτή και ο Θεός. Γεγονός είναι ότι φορτώθηκε ξένη ντροπή και αποφάσισε να μαρτυρήσει από αγάπη. Τα τελευταία λόγια της ήταν: «Το σώμα μου να γίνει ναός, τα μαλλιά μου πελώρια δέντρα και το αίμα μου ποτάμι».

Την εποχή εκείνη τα ρούχα ήταν σπάνιο πράγμα και ακριβό γι' αυτό και συνήθιζαν να γδύνουν τους καταδικασμένους σε θάνατο, μετά τη θανάτωση, και να πουλούν τα ρούχα τους ή να τα δίνουν για να τα φορέσει κάποιος άλλος. Πήγαν λοιπόν να γδύσουν και τη Θεοδώρα και τότε κατάλαβαν το μεγάλο λάθος που είχε γίνει. Ο νεκρός .... μοναχός ήταν ..... γυναίκα!!! Την στιγμή που η Θεοδώρα άφηνε την τελευταία πνοή της, λέγεται ότι άρχισε να τρέχει ορμητικό το δεύτερο ποτάμι που τρέχει και ενώνεται κάθετα με το πρώτο, σαν εκπλήρωση της παράκλησης "το αίμα μου να γίνει ποτάμι".

Μετά από αιώνες, ίσως τον 12ο αιώνα, κάποιος ηγούμενος Μονής, σε συνεργασία με τους συγχωριανούς της, έκτισε το ναίδριο και το αφιέρωσε στη μνήμη της και η Θεοδώρα ετάφη μέσα εκεί, όπου και ακόμη αναπαύεται. Τότε, λέγεται ότι άρχισαν να φύονται τα δέντρα στη στέγη, που θέριεψαν μέσα σε ελάχιστο χρόνο, για να εκπληρωθεί και η δεύτερη παράκληση της : "τα μαλλιά μου να γίνουν ..... δέντρα".

Η εξήγηση που έδωσαν για το παράδοξο αυτό φαινόμενο συνοπτικά μερικοί επιστήμονες:

- κ. Λούκος Κων/νος (Γεωπόνος - Κόρινθος): "Δεν υπάρχει εξήγηση από πλευράς γεωπονικής επιστημονικής. Πρόκειται για ένα ΔΙΑΡΚΕΣ ΘΑΥΜΑ".

- κ. Μακρυγιάννης Π. (Γεωπόνος): "... Αλλά σα γεωπόνος, είμαι σε θέση να ξέρω πολύ καλά, ότι οι τοίχοι θα είχαν ανοίξει και σπάσει από τις ρίζες ενός μόνο δέντρου, πόσο μάλλον δεκαεπτά".

- κ. Ράπτης Γεώργιος (Δασολόγος - Ναύπακτος): "Το όλο φαινόμενο υπερβαίνει κάθε λογική, φυσική και επιστημονική εξήγηση του ανθρώπου".

- κ. Μπεληγιάννης Ελευθέριος (Πολιτικός Μηχανικός - Αθήνα): "Όταν ο αέρας αυτός (της ρεματιάς) έχει τη δυνατότητα να ξεριζώνει δέντρα, καταλαβαίνει κανείς, τι δυνάμεις εξασκούνται από τα 17 δέντρα για την ανατροπή της στέγης".

- κ. Σταυρογιάννη - Περρή Ελένη (Αρχιτέκτων - Καλαμάτα): "Φαινόμενο επιστημονικά ανεξήγητο. Οι δυνάμεις βάρους και αέρος σε συνάρτηση, θα έπρεπε λόγω θέσεως του εξωκλησιού, αλλά και λόγω της προχείρου κατασκευής αυτού, προς δε και της παλαιότητάς του να είχαν διαλύσει το κτίσμα. Τούτο όμως, παραμένει επί τόσους αιώνας χωρίς σοβαρές φθορές".

- κ. Παλλας (Διευθυντής Αρχαιοτήτων - Κόρινθος): "Βάσει των φυσικών νόμων, τουλάχιστον τα μεγάλα αυτά δέντρα, λόγω κλίσεως, ύψους, περιμέτρου έπρεπε να είχαν γκρεμισθεί. Δια να στέκουν αγέρωχα, είναι κάτι που η επιστήμη δεν μπορεί να δώσει εξήγηση".

- κ. Τίγκας Αναστάσιος (Θεολόγος, Αρχαιολόγος, Ιστορικός - Ηράκλειο Αττικής): " Η όλη ανάπτυξης, ύπαρξης και ζωή των δέντρων επί της στέγης του ναού της Οσιοπαρθενομάρτυρος Θεοδώρας εκπλήσσει, αντιβαίνει προς πάσα λογικήν και φυσικήν εξήγησιν του ανθρώπου. Καταδεικνύει μιαν σπανίαν ιδιαιτερότητα, την επέμβασιν του Θεού επί της δημιουργίας Του, το θαύμα".

Κάνε κουράγειο Ελλάδα μου

Τό ποίημα αυτά το ἔγραψε ὁ κύριος Ἀνδρούτσος ὁ ὁποῖος διαμένει στό Wellington New Zealand. Κατάγεται ἀπό τήν ἔνδοξη οἰκογένεια τοῦ Ὀδυσσέα Ἀνδρούτσου, ἕνας κύριος μέ εὐαισθησίες καί πόνο γιά τήν Πατρίδα μας.

Κάνε κουράγειο Ελλάδα μου καί δυνατά κρατήσου!

Κάνε κουράγειο μάνα μου! Η Παναγιά μαζί σου.

Οί κυβερνήτες πέρασαν στήν πλάτη σου κρυμμένοι

Σέ έγδαραν καί σου έφαγαν τα πλούτοι σου καημένη.

Τώρα ο κοσμάκης ο φτωχός καί αυτοί που σ' αγαπάνε

ζούνε σε τούνελ δίχως φώς, δέν ξέρουν που να πάνε!


Στης γειτονιάς την εκκλησιά, πηγαίνουν κάθε μέρα.

Γονατιστοί παρακαλούν. Βοήθα μας Πατέρα!

Ναί! Περιμένουν τόν Θεό, στήν Γή για να κατέβει.

Νά καθαρίσει το κακό! Χαρά να ξαναφέρει!


Όμως οι διάβολοι είναι πολλοί, μαζί και οι κυβερνήτες

Σου σκίζουν κάθε λίγο την ψυχή. Προδότες και αλήτες.

Να σε ρημάξουν προσπαθούν, οι κλέφτες του πλανήτη

και σαν ζητιάνα πια να ζής, μές' το δικό σου σπίτι.


Στούς ουρανούς σου θέλω απόψε να βρεθώ.

Αγκαλιασμένοι να καθίσουμε και οι δύο .

Καί στην καρδιά σου αν μπορέσω για να μπώ

Νά ακούσω τον παλμό! Να νιώσω μεγαλείο!!


Όταν γυρίσω για τα μέρη μου ξανά

Σ'ολο τον κόσμο δυνατά θα ξεφωνίζω!

Η Ελλάδα μου ειναι εδώ! Είναι καλά!

Μέ του ουρανού το χρώμα, την Γή της θα ραντίσω!

Νικόλαος Ανδρούτσος 20 Ιουνιου 2011

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

Ιδού έστηκα επί την θύρα και κρούω...

… Τον είδα να έρχεται. Βάδιζε γοργά. Ήξερα ή μάλλον ένιωθα ότι ερχόταν σπίτι μου και απομακρύνθηκα βιαστικά από το παράθυρο για να μη με δει. Γιατί δεν ήμουν βέβαιη πως θα Του άνοιγα.

Οι επισκέψεις Του μου δημιουργούν μιαν εντύπωση αμφίβολη, αντιφατική. Γνωριζόμαστε από καιρό πολύ. Ήτανε εποχές που συνδεόμαστε στενά. Ύστερα οι σχέσεις ξεμάκρυναν. Από τη μία αισθανόμουν τιμή και ευτυχία που Τον είχα κοντά μου. Απ’ την άλλη αισθανόμουν συχνά ενοχλημένη. Μου έκανε ερωτήσεις προσωπικές, κάπως απότομες που τις ένιωθα σαν εγκαύματα. Προσπαθούσα να γυρίσω τη συζήτηση στην περιοχή των ιδεών και των θεωριών.

Όμως, πάντα την ξανάφερνε προς τα ιδιαίτερα πράγματα για τα οποία φοβόμουν να μιλήσω. Πολλές φορές ήρθε, κι αντί ν’ ανοίξω κρύφτηκα, όχι χωρίς ντροπή, όχι χωρίς τύψεις…

Να που τώρα ήρθε στη θύρα μου. Όχι στην κύρια είσοδο του σπιτιού μου. Στέκεται αυτή τη στιγμή εμπρός σε μια μικρότερη πίσω θύρα μου.

Στην αρχή των στενών μας σχέσεων, όταν δεν ήθελα να έχω μυστικά από Αυτόν, τον είχα παρακαλέσει να έρχεται πάντα απ’ αυτή την πίσω θύρα, αφήνοντας τη μεγάλη θύρα για τους ξένους, για τις τυπικές επισκέψεις. Ύστερα, άρχισα να δοκιμάζω στενοχώρια, γιατί χρησιμοποιούσε αυτή την ιδιαίτερη θύρα. Μπαίνοντας από πίσω περνούσε κι έβλεπε οικογενειακά δωμάτια ασυγύριστα. Φαινόταν να νοιάζεται για την τραπεζαρία μου, το μαγειρείο μου, τον κοιτώνα μου. Η αταξία και η σκόνη δεν του ξέφευγαν. Έκανε μάλιστα και νύξεις, διακριτικές μαζί και ευθείες. Απάντησα με προφάσεις: «ω! είναι τόσο δύσκολο… δεν προλαβαίνω!». Μου λέει τότε: «Αν προσπαθούσαμε μαζί και οι δύο;». Αλλά φοβόμουν, φοβόμουν μήπως ανακάλυπτε πόσο μερικά πράγματα δεν ήταν όπως έπρεπε να είναι. Καθυστερούσα, προφασιζόμουν επείγουσες απασχολήσεις. Για να δώσω τέλος, κατάργησα την πίσω θύρα. Τον έβαλα από τότε από τη θύρα της πρόσοψης. Τον δέχτηκα στο σαλόνι. Οι επισκέψεις Του έγιναν ολοένα πιο ψυχρές, πιο τυπικές…

Ήρθε λοιπόν, στην πίσω θύρα. Είναι κλειστή. Από τότε που η θύρα Του καταργήθηκε μια άγρια βλάστηση άρχισε να την σκεπάζει. Ο κισσός μεγαλώνει ελεύθερα. Στο κατώφλι φυτρώνουν φυτά δηλητηριώδη. Η κλειδωνιά σκούριασε. Στάθηκε μπροστά στη θύρα Του και την κοιτάζει. Θα χτυπήσει; Θέλει λοιπόν να μπει απ’ αυτήν τη θύρα και να δείξει έτσι ότι επιθυμεί ν’ ανανεώσει τις αλλοτινές στενές μας σχέσεις;; Αλλά να που χτυπά!!! Θα Του ανοίξω;; Τίποτα δεν είναι έτοιμο για να Τον δεχτώ. Μια αταξία φοβερή απλώνεται παντού. Και που είναι το κλειδί αυτής της θύρας;; Χτυπά ακόμη… Τον παρατηρώ από μακριά. Χτυπά σιγά. Δεν δίνει γροθιές. Κρούει αργά τη θύρα με το μεγάλο δάχτυλο. Βλέπω πως το βλέμμα Του δεν πηγαίνει ίσια στην πόρτα. Χτυπώντας κοιτά στο πλάι και ψηλά κατά τον ουρανό. Η έκφρασή Του είναι σοβαρή, προσεκτική αλλά όχι ανυπόμονη. Μοιάζει να συγκεντρώνεται, όχι στην θύρα και στην απόκρισή μου αλλά στη χάρη που ο Πατέρας μπορεί να δώσει, στην απόφαση που ο Πατέρας μπορεί να εμπνεύσει. Χτυπά ολοένα. Τι να κάνω;; Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς την παρουσία Του και δεν μπορώ να υποφέρω την παρουσία Του. Αν ανοίξω θα μου κάνει παρατηρήσεις. Θα προσπαθήσω να δικαιολογηθώ. Δεν μπορώ να ανοίξω παρά αν Του παραδοθώ χωρίς όρους. Τότε δεν θα υπάρχουν προβλήματα.. Εμπρός! Πηγαίνω προς την θύρα. Ανοίγω αυτή την θύρα, που τρίζει και την εμποδίζουν τα παράσιτα φυτά.

Χάνομαι: «Κύριε, έμπα. Κύριε, ξέρεις…»Θα έλεγα «ξέρεις πως μ’ όλα ταύτα Σ’ !». Δεν τολμώ όμως να συνεχίσω την φράση κι ένας λυγμός πνίγει τη φωνή μου. Λέει: «Ξέρω… θα δειπνήσω μαζί σου.». Φωνάζω: «Κύριε, δεν ετοίμασα δείπνο. Δεν έχω τίποτα απ’ ότι χρειάζεται». Απαντά: «Εγώ σε καλώ στο δείπνο μου, θέλω στο σπίτι σου να εορτάσω το δείπνο μου».

http://synaxari-synaxari.blogspot.com/2011/05/blog-post.html

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

Κι ὅμως εἶναι ἑλληνικές.ἐτυμολογική ἐξέταση λέξεων τῆς Ἀγγλικῆς

Μπαμπινιώτης Γεώργιος (Καθηγητής Γλωσσολογίας Πανεπιστημίου 'Αθηνῶν)

Ἄν σᾶς ρωτήσει κανείς, θέλοντας νά ἐλέγξει τίς ἐτυμολογικές γνώσεις σας στήν Ἀγγλική ἤ στήν Ἑλληνική, ἄν λέξεις ὅπως λ.χ. butter «βούτυρο», paper «χαρτί», church «ἐκκλησία», sketch «σκαρίφημα - θεατρικό σκέτς», bomb «βόμβα», clergy «κληρικός» καί clerk «ὑπάλληλος», chart «χάρτης» καί card «κάρτα», calm «νηνεμία, γαλήνη», pain «πόνος», pirate «πειρατής», diploma «δίπλωμα», chanel «δίαυλος», priest «ἱερέας», buffalo «βουβάλι», monk «μοναχός», bishop «ἐπίσκοπος» κ.α. προέρχονται ἀπό τήν Ἑλληνική ἤ εἶναι ἀμιγῶς ἀγγλικές, μή βιαστεῖτε νά ἀπαντήσετε ὅτι δέν σᾶς φαίνονται ἑλληνικές. Ἡ πραγματικότητα εἶναι ὅτι περνώντας μέσα ἀπό διάφορους, συχνά δαιδαλώδεις καί σκολιούς, γλωσσικούς δρόμους οἱ λέξεις αὐτές ἔφτασαν στήν Ἀγγλική, ἔχοντας ξεκινήσει ἀπό τήν ἑλληνική γλώσσα. Εἶναι δάνειες λέξεις τῆς Ἀγγλικῆς ἀπό τήν Ἑλληνική. Μία ματιά σέ ἔγκυρα λεξικά τῆς Ἀγγλικῆς (Webster, Random House, Longman, Oxford κ.α.) μπορεῖ νά σᾶς πείσει.

Τό ἀρχ. ἑλληνικό βούτυρον / βούτυρος (βούς + τυρός), μέσω τοῦ λατιν. butyrum, ἔδωσε τό ἀρχ. ἀγγλ. butere, ἀπ' ὅπου τό σύγχρονο ἀγγλ. butter (καί τά γερμ. Butter, γαλλ. beurre, ἰταλ. burro κ.α.). Τό ἀρχ. ἑλλην. πάπυρος, πού δήλωσε τήν πρώτη μορφή γραφικῆς ὕλης ἀπό τό ὁμώνυμο φυτό τό ὁποῖο εὐδοκιμοῦσε στήν Αἴγυπτο, ἔδωσε τό ἀγγλ. paper (γαλλ. papier, γερμ. Papier κ.ἄ.) μέσω τοῦ λατιν. papyrum, ἀπ' ὅπου τό μεσαιων. γαλλ. papier καί τό μεσαιων. ἀγγλ. papir. Πιό σύνθετη εἶναι ἡ προέλευση τῆς λέξης πού δήλωσε στήν Ἀγγλική «τήν ἐκκλησία», τῆς λ. church. Ξεκίνησε ἀπό τό ἑλληνιστ. κυριακόν (δῶμα) «ὁ οἶκος τοῦ Κυρίου» (ἀπό τό Κύριος), τό ὁποῖο, μέσω τοῦ ἀρχ. γερμ. kirihha (ἀπ' ὅπου τό νέο γερμ. Kirche «ἐκκλησία») καί τῶν ἀρχ. ἀγγλ. cirice καί μεσαιων. ἀγγλ. chirche, ἔδωσε τό νέο ἀγγλ. church. Οἱ ἴδιοι οἱ Ἕλληνες χριστιανοί χρησιμοποίησαν τό ἀρχ. ἐκκλησία (ἐκκλησία τοῦ δήμου «ἡ συγκέντρωση τοῦ λαοῦ / τῶν πολιτῶν ὡς θεσμικό ὄργανο») μέ νέο περιεχόμενο: χῶρος ὅπου συγκεντρώνονται οἱ πιστοί γιά νά λατρεύσουν τόν Θεό (ἐνῶ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες χρησιμοποιοῦσαν τή λ. ναός, μέ τήν ἀντίληψη ὅτι ἀποτελεῖ χῶρο ὅπου ναίουν, ὅπου κατοικοῦν οἱ θεοί).

Ἐνδιαφέρον ἔχει, γιά τίς περιπέτειές της, ἡ λέξη sketch «σκαρίφημα - θεατρικό σκέτς». Ποιός τό φαντάζεται, ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι προέρχεται ἀπό τήν ἑλλην. λ. σχέδιο; Ἡ ἀρχαία ἑλλ. λ. σχέδιον (ἀπό τό ἀρχ. σχέδιος πού σήμαινε «προσωρινός, αὐτοσχέδιος», προερχόμενη ἀπό τή λ. σχεδόν κι αὐτή ἀπό τό ἔχω), μέσω τοῦ λατιν. schedium, ἔδωσε τό ἰταλ. schizzo, πού πέρασε στά ὀλλανδικά ὡς schets, ἀπό ὅπου τό ἀγγλ. sketch. Τό περίεργο γιά τή ζωή τῶν λέξεων εἶναι ὅτι τό ἑλλην. σχέδιο ἐπανῆλθε στούς νεότερους χρόνους στήν Ἑλληνική, δηλ. ὡς «ἀντιδάνειο» (ὡς δάνειο δανείου!...), μέσα ἀπό δύο ξένες γλῶσσες: ἀπό τήν Ἰταλική ὡς σκίτσο καί ἀπό τήν Ἀγγλική ὡς σκέτς.
Ἀνάλογη εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ ἀγγλ. scene «σκηνή». Προέρχεται ἀπό τό ἑλλην. σκηνή, μέσω τοῦ λατιν. scaena / scena. Ἀπό τό ὑποκοριστικό τοῦ λατιν. scene, ἀπό τό scenarium, προῆλθε τό ἰταλ. scenario πού πέρασε σέ διάφορες γλῶσσες (ἀγγλ. scenario, γαλλ. scenario κ.α.) καί ἐπανῆλθε στά Ἑλληνικά ὡς σενάριο (ἀντιδάνειο). Ἀπό τό θέμα σχ- (τοῦ ἔχω, πβ. κατά-σχ-ω, παρά-σχ-ω, σχ-εδόν) πού εἴδαμε καί στό σχέδιο, προῆλθε καί ἡ λ. σχῆμα πού ἔδωσε, μέσω τοῦ λατιν. schema, τό ἀγγλ. scheme.

Μία λέξη πού θά ξαφνίαζε ἴσως ὅταν κανείς διαπιστώσει ὅτι εἶναι ἑλληνική, εἶναι ἡ ἀγγλική λ. pain «πόνος». Ἡ λέξη αὐτή προῆλθε ἀπό τήν ἑλλην. λ. ποινή πού σήμαινε ἀρχικά «τιμή αἵματος, ἐκδίκηση (γιά ἔγκλημα)» καί μετά «τιμωρία». Μέσω τοῦ λατ. poena, πού ἔδωσε τό γαλλ. peine (ἀρχικά σήμαινε «τά βασανιστήρια τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως»), προῆλθε τό ἀγγλ. pain μέ τή σημ. «πόνος» ὡς ἀπόρροια τῶν πόνων ἀπό τά βασανιστήρια καί ὡς ἐπακόλουθο τῆς τιμωρίας γενικότερα. Ἐξίσου ἴσως θά ξάφνιαζε καί ἡ ἀγγλική λ. calm «κάλμα, νηνεμία».

Κι αὐτή προῆλθε ἀπό ἑλληνική λέξη, τό ἀρχ. καῦμα, πού δήλωνε τόν καύσωνα καί τό θέρος, ὁδηγώντας συνεκδοχικά στή σημ. τῆς ἠρεμίας τῆς θάλασσας, τῆς ἔλλειψης δυνατῶν ἀνέμων. Στήν Ἀγγλική ἔφτασε ἡ λέξη ἀπό τό ἰταλ. calma πού ἀνάγεται σέ ὄψιμο λατιν. cauma ἀπό τό καῦμα. Ὅτι ἡ λ. ξαναγύρισε στήν Ἑλληνική μέσω τῆς Ἰταλικῆς ὡς κάλμα, δηλ. ὡς ἀντιδάνειο, εἴδαμε ὅτι ἀποτελεῖ συχνό φαινόμενο. Τό ἀρχ. πειρῶμαι «προσπαθῶ, ἀποπειρῶμαι, τολμῶ» ἔδωσε στή μεταγενέστερη Ἑλληνική τή λ. πειρατής πού προφανῶς θά σήμαινε ἀρχικά αὐτόν πού ἀποτολμᾶ παράτολμα καί παράνομα ἐγχειρήματα. Μέσω τοῦ λατιν. pirata ἡ λ. ἔδωσε τό ἀγγλ. pirate.

Στήν ἐκκλησιαστική γλώσσα μία σειρά ἀπό ἀγγλικές λέξεις προέρχονται ἀπό τήν Ἑλληνική, χωρίς αὐτό νά εἶναι ἀμέσως αἰσθητό στόν μή εἰδικό. Τέτοιες εἶναι οἱ ἀγγλικές λέξεις priest, clergy (καί clerc), bishop, monk κ.α. Συγκεκριμένα τό ἑλλην. πρεσβύτερος (ἀρχική σημ. «γεροντότερος») ἔδωσε τό ὄψιμο λατ. presbyter. Ἀπό αὐτό, μέ ὁρισμένες μεταβολές, προῆλθε τό ἀρχ. ἀγγλ. preost καί κατόπιν τό μεσαίων. ἀγγλ. preist, πού ἔδωσε τό νεότ. ἀγγλ. priest. Τό ἑλλην. κληρικός (ἀπό τή λ. κλῆρος) «αὐτός πού τοῦ πέφτει ὁ κλῆρος, πού τοῦ ἀνατίθεται ἕνα ἔργο» ἔδωσε τό ὄψιμο λατιν. clericus ἀπ' ὅπου τά ἀρχ. ἀγγλ. cleric καί clerc. Ἀπό αὐτά προῆλθε τό ἀγγλ. clerk «λόγιος» - «ὑπάλληλος ἐξουσιοδοτημένος μέ συγκεκριμένο ἔργο» - «ἁπλός ὑπάλληλος». Τό ἀρχ. ἀγγλ. clerc ἔδωσε καί τόν ἐκκλησιαστικό ὅρο clergy «κληρικός, ἱερωμένος». Τό ἑλλην. ἐπίσκοπος εἶναι ἡ λέξη ἀπ' ὅπου προῆλθε τό ἀγγλ. bishop «ἐπίσκοπος», μέσω τοῦ ὄψιμου λατιν. episcopus, ἀπ' ὅπου τά ἀρχ. ἀγγλ. bisceop καί μεσαίων. ἀγγλ. bishhop πού προηγήθηκαν τοῦ νεότερου ἀγγλικοῦ bishop. Ὡς πρός τό ἀγγλ. monk «μοναχός» προῆλθε ἀπό τό μεταγεν. ἑλλην. μοναχός μέσω τοῦ ὄψιμου λατιν. monachus, ἀπ' ὅπου τό ἀρχ. ἀγγλ. munuc καί μετέπειτα τό νεοτ. ἀγγλ. monk. Τό ἀγγλ. chart «χάρτης» ἀλλά καί τό card «κάρτα» προῆλθαν ἀπό τό ἕλλην. χάρτης. Τό bomhttp://www.blogger.com/img/blank.gifb «βόμβα» ἀπό τό ἀρχ. ἑλλην. βόμβος. Τό «πολύ ἀμερικάνικο» buffalo ἀπό τό ἑλλην. βούβαλος. Τό ἑλλην. δίπλωμα (ἀπό διπλώνω, διπλοῦς) μέ τή σήμ. «ἐπίσημο ἔγγραφο» ἔδωσε τό diploma καί ἀπό αὐτό τό diplomat «διπλωμάτης» κ.ο.κ.

Ὅπως ἔγινε, ἐλπίζω, φανερό, ἕνα πλῆθος ἀπό ξένες λέξεις, ἐν προκειμένω ἀγγλικές, ἕλκουν τήν καταγωγή τους ἀπό τήν ἑλληνική γλώσσα, ἀπευθείας ἤ, πιό συχνά, μέσω τῆς λατινικῆς γλώσσας. Ὅσα γράφονται ἐδῶ δέν δίδονται γιά νά ἀποτελέσουν ἀφορμή κομπασμοῦ ἀλλά ὡς νύξεις γιά γλωσσική αὐτογνωσία καί περίσκεψη, γιά τό πόσα ἔχει κανείς νά κερδίσει ἀπό μία ἐτυμολογική περιδιάβαση στούς δρόμους τῆς γλώσσας μας.

http://www.agiazoni.gr/article.php?id=03853600237662775515&PHPSESSID=e325c71f72f43bc3249134777a309643